Στις 4 Αυγούστου 1991, το ελληνικό κρουαζιερόπλοιο “Ωκεανός” απέπλευσε με 571 επιβάτες από το λιμάνι του Ιστ Λόντον της Νοτίου Αφρικής με προορισμό το Ντέρμπαν. Όμως δεν έφτασε ποτέ.
Μια θύελλα του Ινδικού, με δώδεκα μέτρα κύμα, άνοιξε ρήγμα στην πρύμνη του πλοίου ρίχνοντάς το σε ακυβερνησία. Έμεινε στην επιφάνεια μέσα στη θύελλα δεκατέσσερις ώρες μέχρι να βυθιστεί.
Τις θυμάμαι αυτές τις δεκατέσσερις ώρες. Τις θυμάμαι καλά. Ήμουν τότε έντεκα χρονών και έβλεπα στην τηλεόραση το πλοίο να βυθίζεται και τους επιβάτες να προσπαθούν να σωθούν πάνω στο κατάστρωμα. Μα εγώ δε νοιαζόμουν για κανέναν από τους επιβάτες. Κανέναν εκτός από έναν: τον πατέρα μου.
*** Ένα από τα πιο τρομακτικά ναυάγια του προηγούμενου αιώνα μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, η ελληνική ναυτική ζωή των τελευταίων εξήντα χρόνων, το άγνωστο δράμα της ζωής των ναυτικών, συγκλονιστικές μαρτυρίες και αφηγήσεις βγαλμένες από τα βάθη του “ωκεανού” σε ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει ιστορική έρευνα, προσωπικά βιώματα και λογοτεχνική μαεστρία για να διερευνήσει τη σχέση πατέρα- γιου και τον ήχο που κάνουν οι οικογενειακοί δεσμοί όταν σπάνε.
Ο Μιχάλης Κατράκης γεννήθηκε το 1980. Μεγάλωσε στον Πειραιά και σπούδασε Διοίκηση Τουριστικών Επιχειρήσεων. Δούλεψε για αρκετά χρόνια σε ξενοδοχειακές μονάδες της Βόρειας Ελλάδας. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα ηλεκτρονικά περιοδικά ενώ ποιήματά του δημοσιεύει τακτικά το Cignialo. Διατηρεί το ιστολόγιο 1000mgapousias.com, στο οποίο δημοσιεύει τον κύριο όγκο των γραπτών του με creative commons. Έχει διαθέσει πέντε έργα του στην Ανοιχτή Βιβλιοθήκη, συμμετέχει με κείμενά του σε δύο συλλογικούς τόμους διηγημάτων (Ο Ιός, Βακχικόν 2020 και Νιώθω, Ελκυστής 2021) ενώ το Υλικό καθαρισμού είναι το πέμπτο βιβλίο του. Το διήγημα «Οι παράνομοι του Γκρόζνι» μεταφράστηκε πρόσφατα στα ρωσικά. Ζει μόνιμα στη Δράμα.
Ένα επιβλητικό εξώφυλλο και ένας ωκεανός γραμμένος με μικρο "ω" σε προκαλούν να ανακαλύψεις στις σελίδες του, περισσότερες από μία τραγωδίες. Ενα σημείωμα στα 0 μέτρα, πριν ακόμα ξεκινήσει το ταξιδι. Σε αυτό ο συγγραφέας εκτός των άλλων λεει στον αναγνώστη πως αν ενδιαφέρεται μόνο για το ναυάγιο μπορεί να διαβάσει κάποια συγκεκριμένα κεφάλαια, έτσι θα έχει διαβάσει τον 'Ωκεανό', όχι όμως και τον 'ωκεανό'. Προσωπικά με σπρώχνει να μην αφήσω ούτε λέξη αδιάβαστη.
Στον καθρέφτη της καμπίνας γράφει "Σ'αγαπάω. Γύρνα", με κόκκινο κραγιόν. Η φράση κρύβει μέσα ικεσία, προσμονή, λαχτάρα, υπόσχεση. Ο ναυτικός στη λαμαρίνα, στην καρίνα, στο κομοδέσιο, η οικογένεια γυναίκα παιδιά πίσω στο σπίτι. Με το βλέμμα καρφωμένο στην πόρτα μέχρι να επιστρέψει ο θαλασσοδαρμένος. Και αυτός γυρνάει. Οι στιγμες όμως δε φτάνουν. Δεν είναι ποτέ αρκετές. Πως να φτάσουν οι αγκαλιές; Αφού τα κορμιά μένουν άδεια μετά. Η ανάμνηση παλεύει να μείνει ζωντανή ως την επόμενη φορά. Ποιος πονάει περισσότερο στον αποχωρισμό; Αυτός που μένει ή αυτός που φεύγει; Αυτός που πατάει στεριά ή αυτός που κλείνεται στο καράβι και τα μάτια του δεν ξεχωρίζουν τη γραμμή του ορίζοντα; Ένα παιδί μένει πίσω και η καλύτερη μέρα της εβδομάδας είναι αυτή που θα γυρίσει σπίτι ο μπαμπάς. Ενα τρομερό ναυάγιο μέσα απο τα μάτια του μικρού. Δυο ακόμα 'ναυάγια' μετέπειτα στις ψυχές πατέρα και γιου. Συγκλονιστικές στιγμές και εικόνες. Παρελθόν και μακρινό παρελθόν είναι χωρισμένα σε μικρά κεφάλαια (μέτρα) 1991,2017,1951,1960,1980,1977,1999, 2005,2007,2019. Θάλασσα, στεριά και πάλι θάλασσα. Και κάποια κεφάλαια πέρα από τον τόπο, πέρα από το χρόνο. "Δεν είναι πράγμα απλό το πλοίο. Μια φυλακή για όποιον τον τυλίξει. Μα το ίδιο είναι και οι έρωτες και ο φόβος του θανάτου." Αυτό είναι. Μια φυλακή όπως την έζησε το παιδί, ο ενήλικας, ο συγγραφέας. Που είναι το ίδιο πρόσωπο. Όπως την έζησε ο πατέρας που έσφίγγε το κομποσκοίνι του μετρώντας τους κόμπους ως εκείνον τον τελευταίο που του έδινε κουράγιο και τον κρατούσε όρθιο. Δεν ξέρω αν οι στεριανοί που λέμε πως λατρεύουμε τη θάλασσα θα καταλάβουμε ποτέ. Αν δώσουμε ελαφρυντικό σε αυτόν που φεύγει ή του κακιώσουμε για χρόνια για την απουσία. Συμπόνια, σύγκρουση, σχέσεις που κλονίζονται, δεσμοί που σπάνε, τεράστια ορμητικά κύματα που είναι έτοιμα να καταπιούν ο,τι βρίσκεται γύρω τους. Που όσο και να σε μουσκέψουν κάποια πράγματα μέσα σου θα διψούν για πάντα. Είναι το πρώτο ναυτικό μυθιστόρημα που πέφτει στα χέρια μου. Η ναυτική ορολογία που το κάνει ξεχωριστό, η μαρτυρία, η έρευνα, οι αλήθειες απαλλαγμένες από ωραίες φορεσιές, γυμνές που ζητούν από τους ήρωες να τις κοιτάξουν καταματα, οι μαχαιριές στην ψυχη, οι γραμμές που σε κάνουν να κρατάς την ανάσα σου αλλα να μη μπορείς να κάνεις το ίδιο και με τα δάκρυα, είναι ολα εκεί. Στις σελίδες του ωκεανού. Ο (Ω)κεανος από την άλλη, βρίσκεται κάπου στο βυθό της Ν. Αφρικής. Άσε να σε πάρουν μαζι στο αξέχαστο ταξίδι.
Extra credits για την υπέροχη γραμματοσειρά, την ποιότητα του χαρτιού στις σελίδες, και την ευφάνταστη αρίθμηση των κεφαλαίων.
Συγκλονιστικό ανάγνωσμα. Αυτό θα πει νεοελληνική λογοτεχνία.
Όταν τον άκουσα να μιλάει για ναυτική λογοτεχνία στην Ελλάδα, δεν είχα καταλάβει. Την ερευνά του την κατάλαβα καθώς διάβαζα, με τις τεχνικές λεπτομέρειες και τη ναυτική ορολογία να με ραπίζουν όπως τα κύματα τον στεριανό τουρίστα.
Κι όμως, όταν δεν είχε κύματα, στο βιβλίο αυτό έβλεπα τον βυθό. Έναν βυθό απερίγραπτα ανθρώπινο. Γεμάτο αγάπη, νοσταλγία, ενοχές, θλίψη, συμπόνια και ανθρωπιά. Το ωραίο όταν διαβάζεις Κατράκη είναι ότι η λογοτεχνικότητα ξαφνικά χάνεται και έρχεται ο ρεαλισμός, χωρίς καμία ωραιοποίηση. Κι έπειτα, το σοκ εκείνο καλύπτεται από τη λογοτεχνικότητα και πάλι.
Κατάθεση ψυχής αυτό το έργο. Είδα μέσα του τρεις Μιχάληδες. Το τρελόπαιδο, τον ώριμο νοσταλγό των πάλαι ποτέ χρόνων και τον συγγραφέα, που πασχίζει να χτίσει γέφυρες στα αγεφύρωτα.
Τα κεφάλαια μακριά από τον χώρο και τον χρόνο ήταν τα αγαπημένα μου, διότι ήταν αδέσμευτα, ελεύθερα κι αβυσσαλέα. Όπως αρμόζει να είναι ένας ωκεανός.
Δεν νομίζω να το ξεχάσω σύντομα αυτό το βιβλίο. Συχνά με πιάνει απελπισία με τη σύγχρονη ελληνική "λογοτεχνία", και μετά εμφανίζεται κάπου κάπου ένα βιβλίο σαν τον Ωκεανό και αναζωπυρώνει τις ελπίδες μου ότι δεν είναι όλα άρτος και θεάματα τελικά. Κάπου, σε κάποια σπάνια βιβλία, επιβιώνει ακόμη η Ουσία. Σας προσκαλώ να διαβάσετε περισσότερα στο https://www.thematofylakes.gr/wkeanos-mixalis-katrakis/ και σας συστήνω ανεπιφύλακτα να αποκτήσετε τον Ωκεανό.
Ένα από τα ωραιότερα βιβλία που έχω διαβάσει ποτέ. Τόσο ωραίο, που νομίζω αν γράψω κάτι, θα διαλύσω τη μαγεία. Θα αφήσω μόνο λίγες λέξεις από τις τελευταίες σελίδες του : "Πότε σταματάς να είσαι παιδί; Πότε γίνεσαι μεγάλος; Πότε είσαι εντάξει; ... Εκεί (που) παίρνεις το μαχαίρι... κρατάς την ανάσα σου,σηκώνεις το χέρι...και.." 5/5 ⭐ Διαβάστε το. Οπωσδήποτε.
ΥΓ: στα 34 μέτρα, έχω την εντύπωση ότι υπήρχε ένα τυπογραφικό στην ημερομηνία🤔, αλλά δεν είναι σημαντικό.
Το ελληνόκτητο κρουαζιερόπλοιο «Ωκεανός», με 571 επιβάτες, βυθίστηκε στις 4 Αυγούστου 1991 στα ανοιχτά της Νότιας Αφρικής, χωρίς θύματα χάρη στη γιγαντιαία, άμεση και συντονισμένη επιχείρηση του αφρικανικού λιμενικού και τις πρωτοβουλίες μερικών επιβατών. Άπαντες κατηγόρησαν το πλήρωμα (μεταξύ αυτών και τον καπετάνιο Γιάννη Αβρανά) ότι προτίμησαν να σωθούν παρά να συντονίσουν την εκκένωση του πλοίου. Το βιβλίο αποτυπώνει το χρονικό αυτής της τραγωδίας με πρωτόφαντο λυρισμό και αξιοπρόσεκτη ουδετερότητα. Ευχάριστη έκπληξη είναι ο πρόλογος της Τέσυς Μπάιλα, «μιας από τις ελάχιστες συγγραφείς που συνδράμουν στη ναυτική λογοτεχνία», η οποία, κόρη ναυτικού κι η ίδια, έχει τύχει να ταξιδέψει κι εκείνη με τον «Ωκεανό».
Το μυθιστόρημα αποτελείται από δύο άτυπους άξονες: το χρονικό του πλοίου και του ναυαγίου του από τη μια και την ιστορία μιας οικογένειας που το βιώνει, με τις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της να διαμορφώνονται επηρεασμένες από τη θάλασσα από την άλλη. Το «Ωκεανός» ζωντανεύει σε όλες τις μορφές που του έχουν αποδοθεί κατά τη διάρκεια της πορείας του στις θάλασσες («Jean Laborde», «Μυκήναι», «Ancona», «Eastern Princess») και ταξιδεύουμε από τα ναυπηγεία του 1952 ως το ναυάγιο του 1991. Ο συγγραφέας αποπειράται να βρει «την ανθρώπινη οπτική κάτω από μια ασύλληπτα τραγική συνθήκη» κι όχι να αποδώσει δικαιοσύνη ούτε να διερευνήσει τις πράξεις του πληρώματος. «Όποιου την αλήθεια κι αν επιλέξω να αφηγηθώ, θα καταλήξω να αφηγούμαι το ψέμα κάποιου άλλου» (σελ. 364), παραδέχεται. Ταυτόχρονα, η οικογένεια του συγγραφέα επηρεάζεται από τη δουλειά του πατέρα ως ναυτικού και δημιουργούνται στις μεταξύ τους σχέσεις ποικίλα προβλήματα, που διογκώνονται όσο περνάει ο καιρός. Το κείμενο λοιπόν είναι η βιογραφία ενός πλοίου αλλά κι ενός ναυτικού, είναι η ιστορία της εμπορικής ναυτιλίας αλλά και το διηνεκές πρόβλημα των συνεπειών από το ναυτικό επάγγελμα στις οικογένειες των μελών των πληρωμάτων.
Ο Νίκος Καββαδίας φαίνεται να έχει επηρεάσει σημαντικά τον συγγραφέα, που αποδίδεται σε παραστατικές εικόνες και αξέχαστες μεταφορές και παρομοιώσεις, χαράζοντας ένα καθαρά προσωπικό στυλ γραφής, επηρεασμένο από σημαντικούς λογοτέχνες της θάλασσας: «Γι’ αυτό προτιμούσε τη νύχτα, όταν κυνηγοί και κυνηγημένοι ήταν σε λήθαργο και οι ζωές έτριζαν απαλά αντί να ουρλιάζουν» (σελ. 134). Η ναυτοσύνη είναι ουσιαστικά «Η μοναξιά της λαμαρίνας» και γι’ αυτό: «Δεν έχει ημίμετρα η λαμαρίνα. Ή τη μισείς και σε μισεί και εκείνη και σε φτύνει στο πρώτο λιμάνι που θα βρει, ή την ερωτεύεσαι και μένεις πάνω της μια ζωή» (σελ. 247). Το μυθιστόρημα είναι ένας φόρος τιμής για όλους αυτούς τους ανθρώπους «…τι άφησαν μέσα στους αρμούς του βαποριού και πόση σκουριά τους πότισε κι εκείνο μέσα στην ψυχή τους» (σελ. 500); Μέσα σε μία και μόνη φράση παρατίθεται η μεγάλη διαφορά στεριάς και νερού: «-Και στον ωκεανό πεθαίνει κόσμος, μάστορα. -Όχι, πασά μου. Στον ωκεανό χάνεσαι. Εδώ έξω πεθαίνεις» (σελ. 501). Ο καμαρότος, ο λοστρόμος, ο αρχιμάγειρας, ο αξιωματικός: «Μπροστά δε βλέπει αλλά δεν τον νοιάζει πλέον να κοιτά τι έρχεται, για πού τραβάει, παρά μονάχα τι πίσω του μακραίνει» (σελ. 187). Κι όσο κι αν προσπάθησα να μη συγκινηθώ διαβάζοντας κάποια αποσπάσματα, εδώ δάκρυσα: «Έμαθε να ζει τη σπασμένη ζωή. Ένα κομμάτι εδώ, ένα αργότερα. Πάσχιζε να τα βάλει στη σειρά, ήταν πια πολλά. Δεν κολλούσαν. Δεν έβγαζαν νόημα. Η πραγματικότητα των λίγων μηνών που περνούσε μαζί τους γινόταν ανάμνηση τους πολλούς μήνες που περνούσε πάνω στο βαπόρι» (σελ. 191).
Η ιστορία ξεκινάει με έναν έξυπνο παραλληλισμό: ο γιος ενός μέλους του πληρώματος ζει το δικό του νωχελικό καλοκαίρι στην Κέρκυρα και παίζει με τα στρατιωτάκια του, βυθίζοντας τη βάρκα τους σε μια στέρνα, τη στιγμή που στις ειδήσεις ανακοινώνεται το ναυάγιο του πλοίου. Σταδιακά βλέπουμε πώς αποχαιρέτησαν τον πατέρα τους και σύζυγο, Παναγιώτη, τα μέλη της οικογένειάς του στον Πειραιά πριν το μοιραίο ταξίδι, πώς εντυπωσιάστηκε ο μικρός από το μέγεθος του πλοίου, πώς νιώθει το βάρος της ευθύνης ως ο άντρας του σπιτιού κατά τη διάρκεια της απουσίας του πατέρα. Η ωριμότητα της στιγμής έρχεται σε σύγκρουση με τη σφοδρή επιθυμία του παιδιού να κυβερνούν σάιμποργκ τα πλοία ώστε οι πατεράδες να πηγαίνουν απερίσπαστοι τα παιδιά τους σχολείο και οι γυναίκες να μη θρηνούν αν χαθούν οι άντρες τους στα ναυάγια. Την ίδια στιγμή, ο Παναγιώτης θέλει να μείνει για πάντα κοντά τους έχοντας ένα κακό προαίσθημα.
Το παιδί τελικά, όσο περνάει ο χρόνος, επηρεάζεται από την απουσία του, είναι ατίθασο, ανήσυχο, προβληματίζει τη μητέρα του. «Για να σταματήσεις να είσαι παιδί, πρέπει να έρθει ένας φονιάς, ένας ξένος, μία απρόσωπη ή αναπάντεχη συνθήκη και με παγωμένο βλέμμα να σκοτώσει κάτι μέσα σου παιδικά αθώο. Τον αναίτιο θυμό, το ανυποχώρητο πείσμα ή ένα αφελές ψέμα. Μεγαλώνεις όταν μέσα σου κάτι καταλήξει νεκρό» (σελ. 485). Και τελικά: «Ήταν τόσο απαράλλαχτη η συμπεριφορά του [πατέρα] σε αυτές τις ελάχιστες γιορτές και τόσο μεγάλος ο πόθος μου να είναι περισσότερες, που εκ των υστέρων τον τοποθέτησα σχεδόν σε όλες τις μεγάλες στιγμές που περνούν στην αφάνεια του χρόνου. Τον έκοψα από τις δύο-τρεις αναμνήσεις που είχα και τον κόλλησα σε όλες τις υπόλοιπες… Μόνο που, έτσι όπως τον έκοβα από τα λίγα και τον κολλούσα στα πολλά, χωρίς να έχω συναίσθηση της παρεμβατικότητάς μου, κάθε φορά άλλαζα και λίγο από την υφή του…» (σελ. 276-277). Και στην εφηβεία, ήρθε η ώρα: «-Μεγάλωσες πολύ. -Έλειψες πολύ. -Δεν το διάλεξα. -Μα δεν το άλλαξες κιόλας. -Δεν ήξερα πώς» (σελ. 338).
Η ιστορία της οικογένειας Κατράκη με διαρκή πρωθύστερα μας ταξιδεύει στο παρελθόν για να γνωρίσουμε καλύτερα τον τόπο γέννησης (Φαρακλό Λακωνίας, 1951) και τις συνθήκες διαβίωσης του πατέρα, να μάθουμε πώς γνωρίστηκε με τη γυναίκα της ζωής του, πώς και γιατί επέλεξε το επάγγελμα του ναυτικού, πόσα προβλήματα έφερε αυτή η επιλογή στην καθημερινότητα και την ψυχολογία όλων τους. Ο Παναγιώτης Κατράκης μεγαλώνει σε απόλυτη φτώχεια, σ’ ένα μέρος που ζει από τη γη μα κυρίως από τη θάλασσα. Εκείνη την περίοδο πουθενά δεν υπήρχε χαΐρι, μόνο στον ωκεανό ή στην Αμέρικα. Λυρισμοί, ρεαλισμός, συγκίνηση, εξαίρετη καταγραφή της καθημερινότητας και των αντιλήψεων των Μανιατών εκείνης της περιόδου, με υπέροχες λέξεις και προσεγμένους διαλόγους, είναι τα θετικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα που συναντάμε εδώ αλλά και στο υπόλοιπο βιβλίο: «…άρχισε να τις μετράει διαφορετικά τις εποχές, όχι ανάλογα με τον καιρό, αλλά ανάλογα με τι πότε δένουν τα καράβια κάβους και πότε λύνουν οι γυναίκες τις επιθυμίες» (σελ. 123). Ο πατέρας του συγγραφέα μεγαλώνει σ’ ένα περιβάλλον που εκβιάζει την παιδικότητά του: «Έμεινε μόνος να σκοτώνει το παιδί και να φτιάχνει τον άντρα που έπρεπε να γίνει, χωρίς να μπορεί να μιλήσει σε άνθρωπο γι’ αυτό το άγριο φονικό» (σελ. 123).
Η ιστορία φτάνει κι ως τις μέρες μας, αρκετά χρόνια μετά το ναυάγιο, όπου όλοι τους έρχονται αντιμέτωποι με τις συνέπειες των επιλογών τους ή των υποχρεώσεών τους και οι ευαίσθητες και εύθραυστες οικογενειακές ισορροπίες αλλάζουν και ο γιος έρχεται οριστικά αντιμέτωπος με τον πατέρα, ο οποίος επιπλέον βιώνει μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής του, κάτι που απευχόταν αλλά τελικά του χτύπησε την πόρτα. Μικρά, σύντομα και περιεκτικά κεφάλαια με σαφή χρονολογικό και τοπογραφικό προσδιορισμό ως επικεφαλίδα, μετρημένα με την ένδειξη «μέτρα» και όχι «κεφάλαια», λες και ξεκουκίζουμε τον χρόνο, θέλοντας να αποφύγουμε το ναυάγιο ή, ακόμη χειρότερα, την τελική ενδοοικογενειακή σύγκρουση, ζωντανεύουν ταυτόχρονα και εμβόλιμα την ιστορία του πλοίου στις διάφορες φάσεις του πλου και μας συστήνουν τα περισσότερα από τα μέλη του εκάστοτε πληρώματος, όλοι αναπόσπαστα κομμάτια μιας τραγικής ιστορίας που ξεδιπλώνεται με άφθαστο ρεαλισμό και καλοδουλεμένη λυρικότητα. «Είναι μόνοι. Άνθρωποι, θάλασσα και χρόνος» (σελ. 82).
Ο ναυτικός που επιστρέφει στην ερωμένη του, που ερωτεύεται μια πόρνη ή που γυρίζει στην οικογένειά του με το άγχος να μη ριζώσει στον τόπο του, εξ ου και λοξοκοιτάει τη θάλασσα, ο φόβος απέναντι στον καιρό και τι ζευγάρι θα κάνει με τη θάλασσα, ο αξιωματικός που περιμένει παράσημα και εύκολο καιρό αλλά στο πρώτο ταξίδι χάνει «τη θάλασσα κάτω από τα πόδια του», γυναίκες και παιδιά που μεγαλώνουν μόνοι, εφοπλιστές που κάνουν γνωστή την Ελλάδα στα πέρατα του κόσμου συγκροτώντας έναν σημαντικό στόλο και ταυτόχρονα τρέμουν τα ναυάγια ή άλλες οικονομικές καταστροφές που μπορεί να υλοποιηθούν κυριολεκτικά μέσα σε μία και μόνο στιγμή, όλα τους ζωντανεύουν μέσα από μικρά κεφάλαια που φαίνονται σαν αυτοτελή διηγήματα κι όμως είναι οι κρίκοι μιας από τις πιο δυνατές και υπέροχες ιστορίες που έχω διαβάσει ως τώρα. Ζωηράδα, ενάργεια, λυρισμός συγκροτούν το πολύπλευρο αυτό μυθιστόρημα, καλύπτοντας τα πάντα από τη ζωή του ναυτικού σε στεριά και θάλασσα, από την καθημερινότητα της οικογένειας που τον περιμένει, από τις ελπίδες της ερωμένης που τον προσδοκά, από την κοινότητα που τον αποχαιρετά και τη μικρότερη κοινότητα που τον καλοδέχεται, από το δέσιμο και την απαραίτητη αυστηρότητα μέσα στο πλοίο, όλα εδώ, εναργή και παλλόμενα.
Ο »Ωκεανός» γεννήθηκε το 1953 στο Μπορντώ και η ιστορία του ξεκινάει μ’ έναν ναυπηγό που αγωνίζεται να μην ερωτευτεί τη Ζασμίν της Τετάρτης, την όμορφη, γλυκιά πόρνη, και αφοσιώνεται στη δουλειά του πάνω στο πλοίο που κατασκευάζεται στο Forges et Chantiers. Ακολουθούν κι άλλα εξίσου συναρπαστικά γεγονότα που ζωντανεύουν τις μεταμορφώσεις του πλοίου ως το 1980 όπου το καράβι πλέον είναι κρουαζιερόπλοιο και χάρη σ’ έναν Έλληνα σερβιτόρο περπατάμε ξανά στα πολλά και διαφορετικά καταστρώματα, τα οποία αυτήν τη φορά είναι γεμάτα ατραξιόν και ανέσεις που απαιτούνται στην πορεία ενός τέτοιου ταξιδιού. Οι περιγραφές του πλοίου σε όλες τις φάσεις της ζωής του δεν είναι καθόλου κουραστικές, αντίθετα, συγκροτούν ένα συναρπαστικό φόντο της ιστορίας και τονίζουν την τραγική ειρωνεία πως όλα αυτά θα χαθούν για πάντα στον βυθό της θάλασσας. Αυτές οι στιγμές έρχονται σταδιακά, κεφάλαιο προς κεφάλαιο, πότε με σημάδια, πότε με προαισθήματα από το προσωπικό κι έτσι φτάνουμε στη μοιραία στιγμή που κανείς δεν περίμενε κι όλοι ξορκίζανε. Αποφάσεις, προβλέψεις, σιγουριά, εγωισμός, αδιαφορία, υπέρμετρη φιλοδοξία με αποτέλεσμα 573 άνθρωποι να βγουν από το λιμάνι του East London της Αφρικής κατευθείαν μέσα στη θύελλα.
Το μυθιστόρημα «Ωκεανός» είναι ένα εξαίρετο δείγμα λογοτεχνικότητας και γραφής και ταυτόχρονα μια προσωπική πάλη του συγγραφέα με τις προσωπικές του αναμνήσεις από ένα περιβάλλον χωρίς κατά βάση πατέρα και με δύσκολες συνθήκες ωρίμανσης και μεγαλώματος. Αγωνίστηκε σκληρά για να αποστασιοποιηθεί από τα προσωπικά του συναισθήματα αλλά και για να καταγράψει ακριβοδίκαια τις συνθήκες και τα γεγονότα του ναυαγίου, με πραγματικά πρόσωπα της ναυτιλιακής (Κώστας Ευθυμιάδης, Παντελής Σφηνιάς κ. ά.) και όχι μόνο ιστορίας και προσωπικές μαρτυρίες και πρακτικά της δίκης να παρεμβάλλονται στο κείμενο, δημιουργώντας ένα πολυπρισματικό παζλ που καταγράφει σωστά το ναυάγιο και γλυκόπικρα την καθημερινότητα μιας ναυτικής οικογένειας. Υποσημειώσεις στο τέλος του βιβλίου, κομψή σελιδοποίηση και μικρά εύπεπτα κεφάλαια βοηθάνε αρκετά στην ανάγνωση και στην αναβίωση της ατμόσφαιρας και των συνθηκών, κρίμα μόνο που το βιβλίο βρίθει τυπογραφικών σφαλμάτων και δεν έχει τη φιλολογική επιμέλεια που του αξίζει. Ναύτες και πλοία, μια σφιχτοδεμένη μικρή κοινωνία που ζει παράλληλα με την πραγματική, αυτήν που περιμένει πίσω στη στεριά γεμάτη φόβο και αγωνία για τις τύχες των ανθρώπων τους. Αυτό το βιβλίο είναι η ζωή τους.
4 αστέρια λόγω της ελλιπούς επιμέλειας ενός κειμένου που αξίζει το λιγότερο 10 :)
Στο σημερινό αναγνωστικό μου ''ταξίδι'',είχα για συντροφιά το νέο ιστορικό-κοινωνικό μυθιστόρημα του συγγραφέα κυρίου Μιχάλη Κατράκη,με τίτλο ''Ωκεανός'',το οποίο είναι βασισμένο σε αληθινά γεγονότα καί δεν έχει πολύ καιρό που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ελκυστής. Πρίν,όμως,ξεκινήσω να σας μιλάω γι'αυτό,θα ήθελα να σας επιστήσω την προσοχή σε κάποια πράγματα,για την αποφυγή τυχόν παρεξηγήσεων καί παρερμηνειών. -1ο)Το βιβλίο,αν καί βασίζεται σε αληθινές καταστάσεις,το μεγαλύτερο κομμάτι του είναι μυθοπλασία. Έχουμε να κάνουμε με ένα μυθιστόρημα καί καλό θα είναι να το αντιμετωπίσουμε ως τέτοιο. Όχι σαν ιστορικό κείμενο/δοκίμιο. Άλλωστε,το ξεκαθαρίζει κι ο ίδιος ο συγγραφέας στον ''πρόλογό'' του. -2ο)Ο συγγραφέας έχει κάνει ενδελεχή έρευνα για να είναι έγκυρα τα όσα γράφει,σχετικά με τα όσα είχαν λάβει χώρα τότε καί να μην πέσει σε τυχόν λάθη κι ανακρίβειες. -3ο)Ο συγγραφέας ουδέποτε είχε την πρόθεση,μέσα από το βιβλίο του,να στήσει μία δίκη,όπου θα δικάζονται οι ένοχοι καί θα έρχονταν στο φώς τα πραγματικά αίτια της τραγωδίας. Αυτό είναι κάτι που αφορά την δικαιοσύνη καί δεν επαφίεται στην δικαιοδοσία της λογοτεχνίας. Αφού σας ανέφερα αυτά που θεωρώ ότι χρειάζεται να τα έχετε κατά νού,πρίν να αρχίσετε την ανάγνωση του βιβλίου,ας περάσω τώρα στην κριτική μου. Η χώρα μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την θάλασσα. Δεν είναι τυχαίο,επίσης,πως πολλοί εφοπλιστές είναι Έλληνες καί υπάρχουν πολλά ναυπηγεία διασκορπισμένα σε διάφορα σημεία. Οι περισσότερες οικογένειες,από πολύ παλιά ακόμη μέχρι καί σήμερα,έχουν τουλάχιστον έναν ναυτικό ανάμεσα στα μέλη τους. Κάποιοι μπορεί να ταξιδεύουν τώρα που μιλάμε,άλλοι τώρα να επιστρέφουν καί άλλοι να ετοιμάζονται να φύγουν. Δεν είναι εύκολη η ζωή των ναυτικών. Μα ούτε κι αυτών που μένουν πίσω καί αγωνιούν καθημερινά για την τύχη τους. Πόσοι έχουν χαθεί καί πόσοι γύρισαν πίσω σαν ζωντανοί-νεκροί μετά από εκείνα που έζησαν; Είναι συνεπώς αναμενόμενο,η υπόθεση του παρόντος βιβλίου να ''αγγίξει'' πολλούς καί πολλές που θα το διαβάσουν. Ο συγγραφέας,με αφορμή το ναυάγιο του ελληνικού κρουαζιερόπλοιου ''Ωκεανός'' που συνέβη τον Αύγουστο του 1991,θέλησε να μιλήσει για την ναυτική ζωή καί το πως επηρεάζει όλους όσους συνδέονται με εκείνη. Αρχικά,θα μας μιλήσει για την σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε έναν ναυτικό καί τον γιό του. Αντικειμενικά,θα υπάρξουν μεγάλες δυσκολίες καί χάσματα,αφού η έλλειψη της πατρικής φιγούρας για μεγάλο διάστημα από το σπίτι,έχει ως αποτέλεσμα το εκάστοτε παιδί να νιώθει περίεργα κι αμφιλεγόμενα συναισθήματα. Κι όλο αυτό θα μας το δώσει μέσα από την οπτική ματιά του παιδιού καί μετάπειτα ενήλικα γιού. 'Υστερα,θα προσπαθήσει να αναδείξει την πλευρά των ναυτικών. Θα μιλήσει μέσω αυτών. Θα εκφράσει τους προβληματισμούς καί τις σκέψεις των. Θα μάθουμε τα προβλήματα καί τις δυσκολίες που τους ταλανίζουν,μα κυρίως τον τρόπο με τον οποίο αποτυπώνονται όλα αυτά σαν χαραγματιές στην ψυχή τους. Θα γίνουμε,ουσιαστικά,αυτήκοοι μάρτυτες των συγκλονιστικών αφηγήσεων της ζωής τους. Τέλος,χάρη στην μυθοπλασία σε συνδυασμό με τις αληθινές μαρτυρίες,θα έχουμε την ευκαιρία να μάθουμε πράγματα σχετικά με το ναυάγιο. Σίγουρα,οι παλαιότεροι θα το θυμηθούν καί οι νεότεροι θα έχουν την ευκαιρία να μάθουν γι'αυτό. Ένα στοιχείο του κειμένου,που το βρήκα εξαιρετικό,ήταν ο τρόπος που δομούνται καί σκιαγραφούνται οι χαρακτήρες των ηρώων από τον συγγραφέα. Δεν υπάρχει το παραμικρό ψεγάδι. Στα μάτια μου φαντάζουν άρτιοι καί δεν θα άλλαζα τίποτα επάνω τους. Φέρουν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά με τα οποία θα τους έπλαθα κι εγώ με την φαντασία μου. Γέμισαν την ψυχή μου με ποικίλα συναισθήματα. Από χαρά καί συμπάθεια έως αδιαφορία,ίσως καί μίσος. Ο πόνος τους γίνεται καί πόνος των αναγνωστών. Έχουν μία αληφοθάνεια που τους καθιστά προσιτούς καί όμοιους/ες με εμάς. Μην παραξενευτείτε,αν υπάρξει στιγμή που θα βάλετε τους εαυτούς σας στην θέση τους... Σας το είπα καί παραπάνω. Είναι πιθανή μία ομοιότητα. Ο λόγος του βιβλίου είναι μεστός καί χειμαρρώδης,αφού η ένταση καί η αγωνία αυξάνεται με καλπάζοντα ρυθμό καθώς κυλούν οι σελίδες. Το λεξιλόγιο άφθονο,εμπλουτίζεται από πολλούς ναυτικούς όρους,απαραίτητους -κατ'εμέ- για να είναι πιο ολοκληρωμένη η πλοκή. Οι δε εικόνες του κειμένου είναι πολλές καί τόσο αναλυτικές που ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια μας. Δεν σας το κρύβω,πως έπιασα σε κάποια σημεία τον εαυτό μου να οραματίζεται ότι ήμουν επιβάτιδα στο κρουαζιερόπλοιο καί έζησα όλη την περιπέτεια. Έβλεπα τα κύματα να απειλούν να με καταβροχθίσουν κι εγώ να παλεύω να σωθώ. Το θεωρώ υπέρ της γραφής του συγγραφέα αυτό. Σαν άλλος μαέστρος/σκηνοθέτης όριζε ένα συγκλονιστικό φινάλε. Θα ήταν μεγάλη μου παράλειψη,λίγο πρίν ολοκληρώσω την κριτική μου για το βιβλίο,να μην αναφερθώ στο υπέροχο κείμενο που κοσμεί την εισαγωγή του βιβλίου κι έχει γραφτεί από την εξαιρετική συγγραφέα κυρία Τέσυ Μπάιλα. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο καλός καί πιο ταιριαστός ''πρόλογος''. Νομίζω πως υπάρχει απόλυτη σύμπνοια σκέψης ανάμεσα στους δύο συγγραφείς καί αυτό το ''πάντρεμα'' ήταν πολύ επιτυχημένο. Εν κατακλείδι,πρόκειται για ένα καθηλωτικό καί πολύ δυνατό μυθιστόρημα που αξίζει να διαβαστεί από τους αναγνώστες. Εμένα μου άρεσε πάρα πολύ καί θα συντροφεύει την σκέψη μου για αρκετό καιρό. Σας προτρέπω να το αναζητήσετε. Καλά σας αναγνώσματα!
Το "Ωκεανός" είναι ένα βιβλίο που διάβασα στα πλαίσια της προώθησης του (book tour). Θα ήθελα, αρχικά να ευχαριστήσω τον συγγραφέα και την Βιβή από το fancyowl, για την ευκαιρία που μου έδωσαν, και μου έστειλαν να διαβάσω αυτό το βιβλίο. Καλό θα ήταν από την αρχή να ξεκαθαρίσουμε πως το βιβλίο αυτό είναι ένα μυθιστόρημα. Αν και βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, και ο συγγραφέας έχει κάνει καταπληκτική έρευνα πάνω στο θέμα, δεν προσπαθεί να ρίξει ευθύνες σε όσους εργάζονταν στο πλοίο εκείνη την περίοδο. Ο τρόπος που περιγράφει τα μέρη, από τοπία έως και αντικείμενα σε βάζουν μέσα στο βιβλίο και η άριστη χρήση ναυτικών όρων κάνει την όλη εμπειρία να νιώθει πιο πραγματική. Αν και δεν είχα πού χρόνο μέσα στην μέρα, κάθε φορά που ξεκινούσα να γυρίζω τις σελίδες, ένιωθα πως χανόμουν μέσα σε εκείνο το κρουαζιερόπλοιο. Οι χαρακτήρες, αληθινοί, με όλα τα θετικά και τα αρνητικά τους, σου κρατάνε παρέα μέχρι το τέλος. Αφού περάσεις μερικά κεφάλαια μαζί τους, αρχίζεις να καταλαβαίνεις σιγά σιγά, τους λόγους που σκέφτονται, αισθάνονται, πράττουν και μιλάνε, με τον τρόπο που τους περιγράφει και τους δίνει σε εμάς ο συγγραφέας. Οι εντάσεις, φυσικά και δεν λείπουν, μιλάμε για έναν εργασιακό χώρο και για μια οικογένεια, αλλά και η αγωνία σε τρώει να συνεχίσεις το διάβασμα. Γενικά, ο ‘Ωκεανός’, είναι ένα μεγάλο και δυνατό μυθιστόρημα που αξίζει να διαβαστεί, ειδικά αν σε ενδιαφέρει το θέμα.
Υπέροχο βιβλίο. Από τις πρώτες σελίδες εισχωρείς σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο, αυτόν της θάλασσας, των ναυτικών και των οικογενειών τους, πρωτόγνωρο για μένα, και ελάχιστα γνωστό στην ελληνική, τουλάχιστον, συγγραφική πραγματικότητα, πράγμα που επιβεβαιώνει και ένα σχόλιο του βιβλίου. Τα συναισθήματα βαραίνουν αμέσως, οι σελίδες γυρνούν αδιάληπτα. Παρά τις συνεχείς εναλλαγές προσώπων, περιοχών και καταστάσεων, ο συγγραφέας καταφέρνει να κρατά την ισορροπία και να περιγράφει κατανοητά το κάθε τι, επιτυγχάνοντας να μην υπάρχει σύγχυση στο μυαλό του αναγνώστη. Η παρουσία εξομολογήσεων και περιγραφών από υπαρκτά πρόσωπα, καθώς και οι μνήμες του συγγραφέα, δίνουν μία νότα νοσταλγίας και συμπόνιας, για κάτι εντελώς άγνωστο για τους περισσότερους, αλλά και οδυνηρό για αυτούς με παρόμοια βιώματα.
Ο Ωκεανός ένα βιβλίο βασισμένο στα πραγματικά γεγονότα ενός ναυαγίου, είναι ένα ανάγνωσμα με πολλαπλή χρησιμότητα. Για όσους ψάχνουν λεπτομερειακές πληροφορίες για τα συμβάντα, αυτές αφθονούν σε πολλά από τα κεφάλαια. Μάλιστα ο συγγραφέας φροντίζει να τα επισημάνει εξαρχής για τον ιστορικό ερευνητή που θέλει να διαβάσει αποκλειστικά και μόνο αυτά. Για τους φίλους πάλι της λογοτεχνίας αποτελεί ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, που απαιτεί όμως αμέριστη προσοχή λόγω της συχνής εναλλαγής μεταξύ διαφόρων περιόδων του παρελθόντος και του παρόντος. Μέσα στις σελίδες αναπτύσσεται η ζωή των ναυτικών με όλες τις δυσκολίες και τους κινδύνους που τη συνοδεύουν. Το ναυάγιο αποτελεί μια ωραία αφορμή για να δοθεί έμφαση στη δυναμική των οικογενειακή σχέσεων των ναυτικών, στον πόνο της απώλειας, όχι μόνο της οριστικής αλλά και της εκτεταμένα προσωρινής. Ο συγγραφέας χτίζει σιγά σιγά την ένταση, φεύγοντας από το χρόνο του ναυαγίου και ανατρεχοντας στο παρελθόν, κάτι που στην αρχή παραξενεύει και αποσυντονίζει, όμως σιγά σιγά αφήνει να φανούν όλα όσα πρέπει να ειπωθούν για να γίνει κατανοητή η ιστορία.
Ένα ναυτικό, κοινωνικό μυθιστόρημα, γραμμένο με ανθρωπιά και τρυφερότητα ακόμα και όταν παρουσιάζονται οι τραγικότερες στιγμές του ναυαγίου με την ίδια ένταση που παρουσιάζονται και οι προσωπικές λεπταίσθητες ισορροπίες των αποφάσεων του αφηγητή. Μια ιστορία για τα ανεξερεύνητα ταξίδια στον ωκεανό της ελληνικής ναυτοσύνης και ανθρωπιάς.