Σε μια εποχή που η προφορική ιστορία έχει αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ελληνική ιστοριογραφία, το βιβλίο αυτό φέρνει κάτι διαφορετικό στην ανάγκη να καταλάβουμε τον κατοχικό λιμό, αλλά και το πώς αλλάζει η μνήμη ιστορικών γεγονότων. Το βιβλίο προσφέρει τις –τελευταίες ίσως– προφορικές ιστορίες ανθρώπων που έζησαν τον λιμό ως ενήλικες. Οι συνεντεύξεις αυτές, που ελήφθησαν από τη συγγραφέα πριν από μια εικοσαετία στη Μύκονο, τη Σύρο και τη Χίο, μας βοηθούν να κατανοήσουμε την εποχή του λιμού, την καθημερινότητα της ζωής των ανθρώπων και τους τρόπους με τους οποίους ανταποκρίθηκαν στις συνθήκες που αντιμετώπισαν. Οι εμπειρίες του λιμού των τριών νησιών ήταν πολύ διαφορετικές μεταξύ τους – και όλες διαφορετικές από εκείνη της Αθήνας. Οι συνεντεύξεις μάς υπενθυμίζουν ότι η επίσημη μνήμη του λιμού είναι αυτή της Αθήνας, μνήμη που αγνοεί τις ριζικά διαφορετικές εμπειρίες των επαρχιών. Είκοσι χρόνια μετά την πραγματοποίηση των συνεντεύξεων και μετά την οικονομική κρίση που έστρεψε την προσοχή της ιστοριογραφίας στην Κατοχή, οι συνεντεύξεις αυτές αποκτούν μια περαιτέρω χρησιμότητα – μας δίνουν τις απόψεις αυτοπτών μαρτύρων της Κατοχής και του λιμού, προτού αυτοί βιώσουν την κρίση της τελευταίας δεκαετίας, προσφέροντάς μας μαρτυρίες ανεπηρέαστες από την οικονομική κρίση και από την πολιτική «χρήση» της Κατοχής.
Η γλωσσα, στις πληρεις απομαγνωτοφωνησεις που διαβαζουμε, ειναι τοσο ζωντανη που σχεδον βρισκεσαι στα ιδια δωματια. Σκληρες περιγραφες με την αθωοτητα της επιβιωσης. Αλλα και σκληρες αληθειες.
Είχα μεγάλες προσδοκίες αλλά κουράστηκα από τη φλυαρία.
Επειδή οι συνεντεύξεις έχουν μεταφερθεί αυτούσιες στο γραπτό λόγο (θα μπορούσε να πει κανείς πως η απομαγνητοφώνηση έχει μια λαογραφική γοητεία), οι περισσότερες δε βγάζουν νόημα και δεν προσφέρουν τίποτα. Ειναι ελάχιστες εκείνες που ο συνομιλητής έχει κάτι ακέραιο να πει, με καλή δομή στο λόγο και με ειρμό.
Σε πολλά σημεία δεν καταλαβαίνεις αν μιλά ένα ή παραπάνω άτομα. Αλλου είναι φανερό πως οι συνεντευξιαζόμενοι- οι ηλικιωμένοι έχουν προβλήματα ακοής ή άνοιας και παλεύει η συγγραφέας με το ζόρι να τους απομυζήσει μια πληροφορία. Μια οποιαδήποτε. Μα γιατί; Τι εγκυρότητα έχουν αυτά τα λεγόμενα; Μια της λέει: δε βάζαμε εργάτες στα χωράφια μας γιατί από την πείνα πέθαιναν και δεν την κάναν τελικά τη δουλειά, από την άλλη της λέει είχαμε όμως 5-6 και μας τρωγαν τον καρπό. Της λέει ο άλλος πήγα στο Πυργι να δουλέψω στα χωράφια. Τον ρωτά είχες γνωστούς εκεί. Όχι της λέει. Το συνεχίζει: έτσι πήγατε από μόνος σας στο Πυργι; Οχι της λέει, τυχαίως.