Μετά την αναγκαστική προσγείωση του αεροπλάνου τους, δυο επιβάτες βρίσκονται σε μια αχαρτογράφητη χώρα και εκεί τους ρουφάει, σχεδόν τους καταπίνει, μια αλλόκοτη, λαβυρινθώδης, φασματική πόλη, όπου συναντούν πρόσωπα άγνωστα αλλά και ταυτόχρονα οικεία.
Μια νουβέλα που διασταυρώνει παραμιλητό με στιχομυθία, φάρσα με ζόφο, ασθματικό με μακροπερίοδο λόγο, καθώς η αγωνία της πλοκής διολισθαίνει στην αγωνία της ύπαρξης.
Υπερρεαλιστικό σκηνικό με γεύσεις Νταλί (μια διαρκής αίσθηση ρευστού, ομιχλώδους, «λιωμένου», χρόνος ασαφώς κατακερματισμένος, εξού και αδιάφορος, παρά ταύτα ενεργά παρών), ευφυείς διάλογοι (συχνά φαρμακερά παράλογοι στα όρια του γελοίου, αλλά με γενναίες δόσεις φροϋδικής λογικής), το αίνιγμα του χώρου αποκαλύπτεται με το σταγονόμετρο, καθώς ο ήρωας διεισδύει περιστροφικά (με πορεία τρυπανιού) στην αλήθεια η οποία προσφέρεται στον αναγνώστη σαν γεύμα σκεπασμένο με θαμπή καλύπτρα. Ο «Γυμνός» είναι μια δυστοπική και βαθιά ψυχολογική πρόζα που παντρεύει το θέατρο του παραλόγου με την ποίηση. Το φαντάστηκα ως θεατρικό, θα μπορούσε να γυριστεί και σε ταινία, ίσως από τον Μπουνιουέλ, τον Φελίνι ή τον Νόλαν ή ακόμη και από τους τρεις μαζί. Αξίζει τα βραβεία του!