Ποια είναι και τι θέλει η Λαϊστέρα; Πώς ξεχωρίζει η τραγωδία από τη φάρσα, ή την παρωδία; Πόσες Μπάφρες υπάρχουν στον κόσμο; Γιατί η έκπαγλος ποιμενίς Μαρία είχε τον μέγαν της δάκτυλον εντός του ποτηριού που προσέφερε στον Σουλτάν Σελίμ τον Β', και πώς αντέδρασε αυτός; Αν η Θεσσαλονίκη είναι η πρωτεύουσα των προσφύγων, ποια είναι η συμπρωτεύουσά της; Είχε προφητεύσει την έλευση του ΔΝΤ ο Γεώργιος Σουρής; Το Φροντιστήριον Τραπεζούντος είναι στην Τραπεζούντα ή όχι, και γιατί; Ήταν ο Κώστας Τοπχαράς πρόδρομος του ανίερου σχεδίου υπονόμευσης του αλφαβήτου και βιασμού της ελληνικής γλώσσας έτσι όπως μας παραδόθηκε, με την ετυμολογία της, με την μουσικότητά της και το βασικότερο όλων την σημασιολογία της; Τι καφέ πίνει και τι εσώρουχα φοράει ο Παναγιώτης Εκμεκτσόγλου/ Ψωμιάδης; Τι σόι ποντιακό αγώνα κάνανε οι τουρκόφωνοι ένοπλοι στα βουνά της Κοζάνης τη δεκαετία του 40; Τι γυρεύει η αλεπού στο παρχάρι; Σε αυτά τα φλέγοντα ερωτήματα, και σε δεκάδες άλλα, φιλοδοξεί να δώσει -ή να πάρει- απάντηση το βιβλίο που έχετε στα χέρια σας. Ένα βιβλίο που κάποιες φορές αφηγείται, ή παραθέτει αφηγήσεις, αλλά δεν κάνει λογοτεχνία ούτε ιστορία που επικαλείται σύγχρονους και παλαιότερους στοχαστές, αλλά δεν κάνει φιλοσοφία με τη συμβατική έννοια πάνω απ' όλα προσπαθεί να δει τι κάνουν (/-ουμε) οι άνθρωποι σήμερα όταν επικαλούνται το χθες, ή το προχθές, στο δημόσιο χώρο, ή και στον ιδιωτικό ως μια προέκταση του δημόσιου, ή το αντίστροφο, τι είδους σχέσεις -ή απουσία σχέσεων- θέλουν να εγκαθιδρύσουν μεταξύ τους και με τα φαντάσματά τους, ή με τα φαντάσματα των άλλων. Με αυτή την έννοια, είναι πάνω απ' όλα ένα βιβλίο για την πολιτική, ή, πιο αναλυτικά, για την πολιτική λειτουργία των λεκτικών και άλλων επιτελέσεων: της επιτέλεσης της αρρενωπότητας ή/ και της θηλυκότητας, της ποντιακότητας ή/ και της ελληνικότητας, της αυτοχθονίας ή/ και της μετακίνησης, της κρατικότητας ή του νομαδισμού. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Ο Άκης Γαβριηλίδης γεννήθηκε το 1964 στη Θεσσαλονίκη. Τελείωσε τη Νομική Σχολή του ΑΠΘ και εκπόνησε διδακτορική διατριβή στη φιλοσοφία του δικαίου στην ίδια σχολή. Είναι μέλος της ΣΕ του περιοδικού "Θέσεις", όπου έχει δημοσιεύσει πολλά πρωτότυπα κείμενα και μεταφράσεις. Επίσης, κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά "Οδός Πανός", "Πολίτης", "Αξιολογικά", "Ουτοπία", "Πανοπτικόν", στο ελληνοκυπριακό περιοδικό "Περιπέτειες Ιδεών", σε CD ROM του περιοδικού "Ιστορείν" και στις εφημερίδες "Εποχή", "Αυγή" και "Βαβυλωνία". Επίσης, στο αγγλικό περιοδικό "Liberty", στο βραζιλιάνικο περιοδικό "Cadernos do Direito", στο αμερικανικό ηλεκτρονικό περιοδικό "ZNet" και γενικά στο διαδίκτυο. Από το 1995 ζει στις Βρυξέλλες, όπου ασχολείται επαγγελματικά ως μεταφραστής και ερασιτεχνικά ως ραδιοφωνικός παραγωγός.
Άλλες σκέψεις ρηξικέλευθες, άλλες μονόπλευρες ιστορικά, το "Εμείς οι έποικοι" ως παράφραση του "Εμείς οι πρόσφυγες", προσπαθεί να δώσει την πρώτη από όσο γνωρίζω ανάλυση της ποντιακής ταυτότητας σήμερα με σαφείς επιρροές από την θεωρία της αποδόμησης και ψυχολογικές ερμηνείες συλλογικών υποκειμένων. Το βιβλίο δεν είναι κακογραμμένο και προέρχεται από την γραφή ενός αναγνωρισμένου μεταφραστή, όμως κατά την προσωπική μου γνώμη υπεραναλύει ορισμένα πράγματα που αναπαριστούν απειροελάχιστες ψηφίδες του σύγχρονου ποντιακού πολιτισμού (αφιερώνοντας π.χ. 16 σελίδες στην ανάλυση του τραγουδιού "Λαϊστέρα" του Χάρυ Κλυν, ενός cult τραγουδιού των 80s στην προσπάθειά του να το συνδέσει με την έννοια του queer) και έχει το ιδίωμα της σύγχρονης ελληνικής ακαδημαϊκής γραφής. Γενικά νομίζω ότι πολλές από της αναλογίες που χρησιμοποιούνται έχουν περισσότερο ως στόχο να προκαλέσουν, παρά να κομίσουν ιστορικές εξηγήσεις που μπορούν να βοηθήσουν επιστημολογικά, π.χ. η γενοκτονία χαρακτηρίζεται ως "g-word", η δυναμική διεκδίκηση συλλογικών ποντιακών ζητημάτων "queering", ενώ οι πόντιοι πρόσφυγες χαρακτηρίζονται "έποικοι της Μακεδονίας" με την έννοια ότι το ελληνικό κράτος θέλησε να τους χρησιμοποιήσει για να ομογενοποιήσει εθνικά μία περιοχή που προηγουμένως ήταν πολυεθνική, όπως και οι περισσότερες της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Χωρίς να πεις ότι αυτό δεν υπήρχε στη σκέψη ορισμένων κρατικών αξιωματούχων στην Ελλάδα της εποχής, το να αποδώσεις στους ανθρώπους αυτούς, οι οποίοι είχαν βρεθεί στη Μακεδονία ρακένδυτοι και αποδεκατισμένοι ως πρόσφυγες του ελληνοτουρκικού πολέμου την ταυτότητα του εποίκου, αντίστοιχη με αυτή των Ισραηλινών εποίκων στη λωρίδα της Γάζας, νομίζω ότι αγγίζει τα όρια της προσβολής στη μνήμη τους. Χωρίς να κάνω δίκη προθέσεων, πιστεύω ότι ο Γαβριηλίδης δεν έχει ως (αυτο)σκοπό του αυτή την προσβολή. Από όσο διάβασα και είδα σε συνέντευξή του, είναι και ο ίδιος προσφυγικής καταγωγής και μεγάλωσε στην Καλαμαριά. Νομίζω πως η απόπειρα πλήρους αποδόμησης (ή εν πάση περιπτώσει, ριζικού επαναπροσδιορισμού) της ποντιακής ταυτότητας που επιδιώκει, είναι λόγω του εθνολαϊκιστικού κρεσέντου στο οποίο ένα μεγάλο τμήμα του οργανωμένου ποντιακού χώρου έχει διολισθήσει εδώ και δεκαετίες. Οι "ποντιάρες" που σε συνδυασμό με την προσφυγική τους προέλευση (την τονίζουν όπου σταθούν κι όπου βρεθούν) διογκώνουν την διαφθορά και την πολιτική επιπέδου-δαπέδου, είναι υπαρκτό πρόβλημα της νεοελληνικής κοινωνίας. Επίσης, για να αναφέρω αυτά που θεωρώ προτερήματα του βιβλίου, ο Γαβριηλίδης κάνει πολύ προχωρημένες σκέψεις σε σχέση με το θέμα που πραγματεύεται (σταχυολόγησα μερικές): -Αν ο Τοπχαράς (ο συγγραφέας μίας γραμματικής της ποντιακής διαλέκτου γραμμένης με απλοποιημένη ορθογραφία την σοβιετική εποχή) έγραφε το έργο του σήμερα, θα τον έλεγαν εθνομηδενιστή (και είναι αλήθεια) -Το φαινόμενο ένας άνθρωπος να ζει στην Ελλάδα το 2020 και να αυτοπροσδιορίζεται ως Πόντιος, δηλαδή μίας περιοχής στην οποία δεν γεννήθηκε αλλά πιθανόν να μην έχει επισκεφτεί ποτέ, ούτε ο πατέρας του και ίσως ούτε ο παππούς του (Ο Γαβριηλίδης το ψιλοκριτικάρει αυτό, προσωπικά το θαυμάζω) -Η επίμονη αντίσταση της μεγάλης μάζας των Ποντίων προσφύγων στην πλήρη ενσωμάτωση σε δομές του νεοελληνικού κράτους -Η αμηχανία των Ελλήνων ποντίων σε σχέση με τους πόντιους της σημερινής Τουρκίας
Εκτός από την έννοια εποικισμός, η ανάλυση του Γαβριηλίδη βασίζεται και σε έναν άλλο όρο, τον νομαδισμό. Εν προκειμένω, μία από τις εξηγήσεις τις οποίες προσφέρει για την επίμονη άρνηση των ποντιακών πληθυσμών να ενσωματωθούν ή να εργαλειοποιηθούν, είναι ότι ανήκουν σε μία κουλτούρα νομαδισμού, σκέψη που έχει ενδιαφέρον αλλά προσωπικά δε με έπεισε. Η νομαδικότητα μπορεί να είναι μία εξήγηση, αλλά στους ποντιακούς πληθυσμούς των αρχών του 20ου αυτό δεν μου φαίνεται πως ισχύει. Σε ένα μικρό αλλά υπαρκτό ποσοστό αυτοί οι άνθρωποι ήταν ήδη αστικοποιημένοι, ενώ η πλειοψηφία τους ασκούσε αγροτικές δουλειές στα γύρω βουνά το καλοκαίρι και επανερχόταν τον χειμώνα στην πόλη, όπως γίνεται ακόμη άλλωστε στην περιοχή, είναι μία κατάσταση που υπαγορεύεται πρώτιστα από τις καιρικές συνθήκες και στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να χαρακτηριστεί "ημινομαδική", ενώ σε καμία περίπτωση δε μπορεί να συγκριθεί με αντίστοιχες νομαδικές φυλές των τουρκομάνων της Μ. Ασίας. Αν κρατάει κάτι τους ανθρώπους σφιχτά αγκαλιασμένους με αυτή την ταυτότητα, είναι ακριβώς το δέσιμό τους με τον τόπο, και όχι η έλλειψη ή η αδιαφορία περί αυτού. Πέρα από όλα αυτά, νομίζω ότι γινόμαστε σοφότεροι διαβάζοντας όσα διαφωνούμε παρά όσα συμφωνούμε, και αναγνωρίζω στον Γαβριηλίδη αυτή την προσπάθεια του να εντοπίσει στοιχεία πολιτισμού, να κάνει ενδιαφέροντα ταξίδια στη γενεαλογία και το ταξίδι των λέξεων, να εξηγήσει ζητήματα πολιτικά και κοινωνικά, άσχετα εάν κατά την προσωπική μου γνώμη διολισθαίνει σε ορισμένα μέρη του κειμένου και από την αποδόμηση φτάνει σέ έναν μεταμοντέρνο αντιπροσφυγισμό. Συστήνω το βιβλίο σε όποιον θέλει μία διαφορετική ματιά πάνω στην ποντιακή ταυτότητα σήμερα, και είμαι κατηγορηματικά ενάντια με όσους "τραμπουκίζουν" τον Γαβριηλίδη ή τις απόψεις του. Το πρόβλημα όχι μόνο με την ποντιακή ταυτότητα σήμερα, αλλά και με την νεοελληνική κοινωνία στο σύνολό της, είναι ο ελάχιστος χώρος που παρέχει στις γόνιμες διαφωνίες, ενώ παρέχει άπλετο χώρο στους κοπαδοποιημένους οπαδισμούς κάθε λογής.