Το "οι μπάτσοι δε μπορούν να χορέψουν" είναι μια ιστορία για τα σκοτεινά προάστια της Αθήνας, ίσως για τα ακόμα πιο σκοτεινά προάστια των προαστίων. Για την Αυλίζα, την Αγία Μαύρα -τι ωραίο όνομα-, τη Νέα Ζωή -ακόμα πιο ωραίο όνομα-, την Αριζόνα, την Άνω Λίμνη και τη Νεάπολη. Για αυτούς που "το μεγάλο κεφάλαιο τους έχει καταδικάσει να ζούνε μέσα σε ένα λάκκο με σκατά, ακριβώς για να αγοράζουν και να πουλάνε εκεί μέσα τα εμπορεύματα που δεν μπορούν να φαίνονται στο φως της μέρας"...
Το σύγχρονο πολιτικό νουαρ έτσι όπως θα έπρεπε να είναι. Λιτό και αιχμηρό σαν αχινός που τα αγκάθια της κοινωνικής πραγματικότητας που περιγράφει να μην αφήνουν περιθώρια για πολλά πολλά.
Αθηναϊκό neo-polar. Μπάτσοι, τσιγγάνοι, μαφίες, φασίστες, διεφθαρμένοι χούλιγκανς από την μία και χιούμορ, βία, σχέσεις, δράση από την άλλη. Ο Φαζαρντί θα ήταν περήφανος.
Η κόλαση είναι άδεια και όλοι οι διάβολοι είναι εδώ Τρικυμία / Σαίξπηρ
Ο Φώτης Γ. μου είναι άγνωστος. Ένας συμπαθής άγνωστος που όμως στοιχηματίζω όσο όσο, ότι είναι λάτρης του νεο-πόλαρ των Φαζαρντί και Μανσέτ όπως επίσης και θαυμαστής του σκοτεινού Τζιμ Τόμσον.
Ο Φώτης Γ. "το έχει".
Το «Οι μπάτσοι δεν μπορούν να χορέψουν» είναι μια εκρηκτική σε ρυθμό και ζοφερή σε ατμόσφαιρα νουβέλα, με συνεχείς εναλλαγές σκηνών και προσώπων, κοφτή και αιχμηρή γλώσσα και ολίγον από Σαίξπηρ. Ίσως και με ολίγη από Κάφκα καθώς ο κύριος Χ. θυμίζει όλο και πιο πολύ τον κύριο Γιόζεφ Κ. όσο εξελίσσεται η ιστορία, έστω και αν φαινομενικά οι ρόλοι έχουν αρχικά αντιστραφεί.
Η πιο μεγάλη της επιτυχία όμως, είναι η έντονη πεποίθηση που σου δημιουργεί ότι πρόκειται πιθανόν για μια αληθινή ιστορία.
Κοπιάστε λοιπόν, αξίζει τον κόπο. Ο Φώτης Γ. δημιουργεί ένα σύνθετο και απόλυτα ρεαλιστικό ψηφιδωτό της σκοτεινής πλευράς της σύγχρονης Αθήνας, χρησιμοποιώντας όλα τα απαραίτητα υλικά μιας καλής αστυνομικής ιστορίας, αφήνοντας πάντως έντονη την εσάνς ότι δεν πρόκειται για έναν απλό αφηγητή, αλλά για μέρος του. 4.5/5
Αθηναϊκό νεο-πολάρ. Παρότι ήταν ωραία γραμμένο και σε απορροφούσε, στο τέλος της ημέρας με άφησε να θέλω περισσότερα, τόσο αφηγηματικά όσο και συγγραφικά.
Με κεφάλαια μικρά, σαν (μπόμπες) σφηνάκια από κωλόμπαρο στις Αχαρνές, ο Φώτης Γ. σε βάζει εξαιρετικά στον (υπό)κόσμο του, ένα καζάνι που βράζει: Το Μενίδι, ο πόλεμος ανάμεσα σε Τσιγγάνους και Ρωσοπόντιους, οι νεοναζί, οι ναρκέμποροι με τα τσιράκια τους και οι διεφθαρμένοι μπάτσοι, που δεν μπορούν να χορέψουν. Ταραντινικά σκηνικά αλλά και ρεαλισμός, στην περιγραφή ενός αστικού γκέτο που οι περισσότεροι ή δεν το ξέρουμε ή δεν θέλουμε να το βλέπουμε.
Καταιγιστικός ρυθμός στα πρότυπα του Φαζαρντί και του Μανσέτ. Ένας ανώτερος κρατικός υπάλληλος που θέλει να ελέγξει θέματα διαφθοράς σε αστυνομικό τμήμα του Μενιδίου. Αντίπαλες συμμορίες, Ρωσοπόντιοι, Τσιγγάνοι, νεοναζί, διεφθαρμένοι αξιωματούχοι σε ένα εκρηκτικό μείγμα. Η σκοτεινή πλευρά της Αθήνας, γειτονιές υποβαθμισμένες που η εγκληματικότητα ανθεί. Και με ένα φοβερό χιούμορ.
Καταιγιστική δράση κι ωραίος κοφτός λόγος. Δεν το αφήνεις από τα χέρια για να το συνεχίσεις αργότερα! Θα πρότεινα στον συγγραφέα να ασχοληθεί και με ένα prequel. Πώς οδηγήθηκε ο Χ. να γίνει κρατικός υπάλληλος.
Ατμόσφαιρα ταινιών Οικονομίδη και νουάρ πρόζα, εξαιρετικός ρυθμός και άψογη αφηγηματική οικονομία, απολύτως αληθινό μέσα στο γκροτεσκο σκηνικό, βιωματικά ρουφηγμένο ύφος από την ακάνθινη πλευρά της πόλης. Οι φανς του Μαλαφέκα ας προσέλθουν για προσκύνημα.