Κάποτε ο Αλέκος ρωτούσε τη μητέρα του γιατί η αυτοκτονία είναι αμαρτία. Πλέον αποφεύγει να μιλήσει για οτιδήποτε. Το σχολείο έχει μετατραπεί σε κόλαση και οι συμμαθητές του σε βασανιστές. Κρατά κατάλογο με τις αποτυχίες του, και δεν τολμά να μιλήσει ούτε στη Στέλλα, το κορίτσι που του αρέσει.
Ώσπου στην πρώτη λυκείου κάθεται στο ίδιο θρανίο με τον Ροκ, τον πιο δημοφιλή συμμαθητή του, αστέρι στην μπάλα και φημισμένο για τους καβγάδες του. Θα παραμείνει ο Αλέκος στόχος των νταήδων ή θα τους μοιάσει; Θα αλλάξει από θύμα σε θύτη; Και με τι κόστος;
Απρόβλεπτες καταστάσεις και απανωτά λάθη θα τον φέρουν αντιμέτωπο με συμμαθητές, καθηγητές, γονείς και την αστυνομία.
Μυθιστόρημα μιας βίαιης ενηλικίωσης, το Μετά Βίας είναι η σκληρή ιστορία ενός εφήβου με φόντο την ελληνική επαρχία του '90, τις καταλήψεις, τις εκδρομές, τις φάρσες και τις σχολικές περιπέτειες, πριν η λέξη bullying μπει στην καθημερινότητά μας.
(Το πέμπτο αστεράκι που λείπει δεν αφαιρεί τίποτα από την αναγνωστική απόλαυση.) Ένα εξαιρετικά ελκυστικό έργο, φαινομενικά απλό στη γραφή του, με τολμηρή τεχνοτροπία αφήγησης αλλά πολύ ξεκούραστο στην ανάγνωση, και συγχρόνως βαθύ, με λεπτές αποχρώσεις στους γκρίζους χαρακτήρες του, με σημαντικά ερωτήματα, χωρίς διδακτισμό ή εύκολες λύσεις. Το βιβλίο τρέχει. Δεν κουράζει πουθενά, δεν κάνει κοιλιές. Μαζί του τρέχουν και οι δύσκολες καταστάσεις, η ελληνική κοινωνία, και κυρίως η ροή του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα. Είναι τόσο εύκολο να γίνεις ο Αλέκος, επειδή ο υψηλός βαθμός αληθοφάνειας σε βυθίζει στη επαρχία της δεκαετίας του ’90, περιφέροντάς σε με την ίδια άνεση από το θρανίο, στο σαλόνι, στο ουφάδικο, στο Τμήμα. Ο συγγραφέας δεν κολώνει πουθενά. Η επιλογή του σωστού, απενοχοποιημένου λεξιλογίου είναι πάντα ένα αλάνθαστο σημάδι ωριμότητας, και ο Πάσχος, εκτός από φυσικούς, λειτουργικούς διαλόγους, ξέρει πότε να γράψει “αιδοίο” και πότε “μουνί”, ακόμα κι αν αυτά απέχουν ελάχιστες σελίδες μεταξύ τους. Αν και υπάρχουν ακόμα πολλά καλά να ειπωθούν γι’ αυτό το βιβλίο, όπως ότι σε καμία περίπτωση δεν εξαντλείται στους εφηβικούς χαρακτήρες, και κυρίως ότι, παρά το πολύ ευαίσθητο θέμα του (σχολικός εκφοβισμός) δεν περιέχει ούτε μία λέξη διδακτισμού, θα σταθώ μόνο σε ένα τεχνικό θέμα: Αυτό που κάνει με τις οπτικές γωνίες και τους χρόνους πρέπει να το δείτε. Όχι επειδή είναι εντυπωσιακό, ακριβώς για τον αντίθετο λόγο. Επειδή καταλαβαίνεις τις αλλαγές αφού έχεις ήδη χωθεί για σελίδες μέσα τους, τόσο φυσική, αβίαστη και ταιριαστή είναι η συνύφανση της αφήγησης με την ιστορία. Έχει πέσει πολλή δουλειά εδώ και το καλύτερο είναι πως δεν φαίνονται οι ραφές. Συστήνεται ανεπιφύλακτα.
[Το πέμπτο αστεράκι το τρώει η προσωπική μου φιλία με τον Αντώνη και η τελειομανία του για μελλοντική βελτίωση.]
Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να τελειώσεις ένα βιβλίο μέσα σε ένα 24ωρο.
Η δυνατή πλοκή, ο γρήγορος ρυθμός, οι πειστικοί χαρακτήρες, η ατμοσφαιρική αναπαράσταση. Πολλοί.
Στο "Μετά Βίας" μπορεί να συμβαίνουν όλα τα παραπάνω. Μπορεί και τίποτα. Ο βασικός λόγος, για εμένα, ήταν γιατί σχεδόν σε κάθε σελίδα ένιωθα ότι όλα αυτά "τα έχω ζήσει". Ή τα έχω δει. Ή τα έχω ακούσει. Κάπου, κάποιος, κάποτε, τα είχε κάνει. Τα είχε δεχθεί. Τα διαβάσαμε μετά στις εφημερίδες, τα ακούσαμε από κάποιον παρουσιαστή στις ειδήσεις.
Είναι τόσο αληθινό που καταντάει τρομακτικό. Και δεν ξέρεις αν είναι λογοτεχνία ή πραγματικότητα. Ή και τα δύο μαζί.
Μετα βίας λοιπόν δεν του βάζω 5 αστεράκια. Όχι γιατί δεν τα αξίζει. Γιατί ξέρω ότι ο συγγραφέας δεν γουστάρει κανακέματα. Ναι, σε κάποια σημεία ίσως ένιωθα λίγο χαμένος με την αλλαγή ΟΓ για την αφήγηση. Σε κάποια άλλα ένιωσα μία περιττή αυτοσυγκράτηση.
Αλλά η αξία του βιβλίου δεν μειώνεται ούτε στο ελάχιστο. Και σίγουρα είναι ένα ανάγνωσμα που ενώ όλοι θα πουν "να το βάλω στην to read list" ελάχιστοι θα καταλάβουν πόσο έπρεπε να είναι ήδη "already read" αφού το διαβάσουν. Και γιατί θα πρέπει να το συστήσουν στον επόμενο. Γιατί τέτοια βιβλία πρέπει να διαδίδονται. Σαν τις φήμες σε ένα επαρχιακό λύκειο. Κι ελπίζουμε να νικήσει ο καλύτερος.
Θα πω, αρχικά, πως είναι 3.5 αστέρια, αλλά - για μένα, τουλάχιστον - πιο κοντά στα 4 απ' ό,τι στα 3. Ίσως, συγκρίνοντάς τον με άλλους εγχώριους συγγραφείς, να μην πρέπει να του στερήσω αυτό το πέμπτο αστεράκι. Αλλά θα το κάνω γιατί συγκρίνω τον Πάσχο μόνο με τον καλύτερο Πάσχο που έχω διαβάσει.
Η γλώσσα του βιβλίου και η απόδοση της χρονικής περιόδου είναι αριστοτεχνικές. Κάπως έτσι θυμάμαι κι εγώ τη δεκαετία του '90, ειδικά στην επαρχία όπου περνούσα τα καλοκαίρια μου. Έξυπνα, θαρρώ, ο συγγραφέας επιλέγει να μην πατήσει πάνω στη μόδα της νοσταλγίας που θέλει αυτές τις δεκαετίες ωραιοποιημένες και να κουβαλάνε μια αύρα ρομαντισμού. Αντίθετα, παρουσιάζει μια ρεαλιστική εικόνα της εποχής και, ιδιαίτερα, της εφηβείας της εποχής και παραμένει αμέτοχος, χωρίς να λάβει θέση ούτε νοσταλγού ούτε διδασκάλου. Το ΄90 του "Μετά Βίας" είναι απλώς αυτό που είναι - αυτό που ήταν.
Οι οπτικές γωνίες και οι αφηγηματικές τεχνικές εναλλάσσονται σωστά και παραμένουν συνεπείς, ωστόσο οφείλω να ομολογήσω ότι δεν ενθουσιάζομαι με τις εναλλαγές. Αυτό είναι μάλλον προσωπική προτίμηση, ωστόσο, παρά μειονέκτημα του ίδιου του βιβλίου, που καταφέρνει να φέρει βόλτα τριτοπρόσωπες και πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις και παντογνώστες αφηγητές χωρίς καν να ιδρώσει. Επίδοξοι συγγραφείς μπορούν να μάθουν πολλά από το πώς χειρίζεται ο Πάσχος τις οπτικές γωνίες - είπα για τη συνέπειά του, δεν είπα;
Οι χαρακτήρες είναι άνθρωποι που έχουμε γνωρίσει, που κάποιος γνωστός μας ξέρει, που έχουμε υπάρξει. Η επιθυμία τους για ειλικρινή, ανθρώπινη επαφή, για αποδοχή, για μαγκιά, έχει υπάρξει και δική μας στο παρελθόν. Ενήλικες και παιδιά είναι πρόσωπα τρισδιάστατα και πειστικά στην ανάπτυξή τους.
Λιγότερο πειστική είναι η πλοκή και εδώ είναι που έρχομαι να στερήσω το 1 αστέρι. Ενώ μέχρι σχεδόν το τέλος πάνε όλα εξαιρετικά, η κορύφωση του βιβλίου στηρίζεται, επί της ουσίας, αποκλειστικά σε μια σειρά περιστατικών που και δεν πείθουν ιδιαίτερα και ακυρώνουν όλες τις δυνατές υποσχέσεις της αρχής. Δεν ξέρω το κοινό στο οποίο απευθύνεται το "Μετά Βίας", ίσως να είναι εφηβικό και αυτό να δικαιολογεί σε μεγάλο βαθμό την ατολμία που χαρακτηρίζει αυτό το τελευταίο μέρος και που σίγουρα δεν χαρακτηρίζει τον συγγραφέα. Αλλά, φτάνοντας στο τέλος, ένιωσα πως μου είχε τάξει πράγματα και, όχι μόνο μου τα στέρησε, αλλά μου έκανε και "νια νια νια".
Ωστόσο, κανένα βιβλίο δεν είναι μόνο το τέλος του και, γι' αυτό, το "Μετά Βίας" παραμένει ένα πολύ καλό μυθιστόρημα, προσεγμένο και καλογραμμένο, με δυνατούς χαρακτήρες, ρεαλιστικούς διαλόγους και φοβερά προτερήματα, που θα πρότεινα σε οποιονδήποτε. Απλώς, δεν είναι ο καλύτερος Πάσχος που έχω διαβάσει.
Ο Αλέκος Παπαδόπουλος επιτέλους θα πάει στην πρώτη λυκείου, να αλλάξει περιβάλλον και να κάνει νέες γνωριμίες, δυστυχώς όμως αυτή η μετάβαση θα είναι ένα μεγάλο άλμα προς την ενηλικίωση με συνθήκες που δεν τις ήθελε κανείς και με τρόπο αναπάντεχο. Θα γνωρίσει τον νταή του σχολείου, τον Ροκ και θα μπλέξει σε ιστορίες που θα τον οδηγήσουν ως την Αστυνομία. Τι συμβαίνει στην ψυχή του Αλέκου; Πόσο καλοδεχούμενες είναι οι νέες οδοί που του ανοίγει ο Ροκ; Τι θέλει να δείξει στον εαυτό του και τι να αποδείξει στους γύρω του; Φταίνε οι γονείς ή το σχολείο για τους επικίνδυνους δρόμους της εφηβείας;
Το «Μετά βίας» είναι πραγματικά μια γροθιά στο στομάχι, με καταιγιστική δράση, σκηνές γεμάτες ρεαλισμό, ωμή καταγραφή των γεγονότων και ενδελεχή ψυχολογική ενδοσκόπηση. Ο συγγραφέας, σ’ ένα δυνατό ντεμπούτο, καταγράφει τη ζωή ενός παιδιού που μεγαλώνει σε μια επαρχιακή πόλη κοντά στη Θεσσαλονίκη με τον εργολάβο πατέρα του και τη συγγραφέα μητέρα του, με σχετική ελευθερία κινήσεων και τεράστια εσωστρέφεια. Είναι ένα παιδί που από νωρίς ρωτάει τη μητέρα του για την αυτοκτονία και στο σχολείο τρώει φάπες και κοροϊδία, απόλυτα συνεσταλμένος και κλεισμένος στον εαυτό του. Μόνη του διέξοδος η λίστα με τις γκάφες ή αργότερα με τα κατορθώματά του, κάποια πρωτόλεια κείμενα που τον βάζει η μάνα του να γράφει, γενικώς οτιδήποτε σχεδόν αυτιστικό που θα τον κρατήσει μακριά από την καθημερινότητά του.
Στο μυθιστόρημα ο πρωταγωνιστής ζει απανωτά σχεδόν περιστατικά που αποτελούν σημεία καμπής και τον ωθούν προς συγκεκριμένες πράξεις και αντιδράσεις, δίνοντας στο κείμενο πρωτοφανή ταχύτητα και φρενήρεις εξελίξεις. Η ανάπτυξη ενός χαρακτήρα θέλει τον χρόνο της κι ο μέσος αναγνώστης, προετοιμασμένος για ένα εφηβικό μυθιστόρημα αγωνίας κι όχι για ένα, έστω και καλογραμμένο, κοινωνικό, εδώ θα βρει το ιδανικό σύνολο ενδελεχούς ψυχοσκόπησης και αναπάντεχων συμπεριφορών. Ο συγγραφέας έχει καταλάβει πως έχει στη διάθεσή του ελάχιστο χρόνο για να κεντρίσει το ενδιαφέρον κι έτσι προτιμά να φωτίσει τα περιστατικά που θα σφίξουν το στομάχι και θα αφήσουν το στόμα ανοιχτό παρά να παραθέσει μια σειρά από γεγονότα που θα οδηγήσουν βαθμιαία στην επόμενη αλλαγή. Η πλοκή είναι σαν καρδιογράφημα: μικρές κοφτές ευθείες που θα φέρουν τις επόμενες μεγάλες καμπύλες, ξανά ευθείες και πάλι καμπύλες ως τη μεγάλη στιγ��ή της ενιαίας ευθείας του τέλους.
Η αλλαγή του Αλέκου από φλώρος σε ψευτόμαγκας είναι θεαματική κι απόλυτα συνεπής απέναντι στις εξελίξεις μα κυρίως στην ψυχοσύνθεση του παιδιού. Το αστακουδάκι που το φροντίζει η μαμά του με δημοκρατικές παιδαγωγικές μεθόδους (συζήτηση και πρωτοβουλίες) γίνεται στόχος ξύλου και πειραγμάτων, κουμπώνεται και κλείνεται στον εαυτό του, με τις ελάχιστες χαρές που δικαιούται να απολαύσει να μετανιώνει γι’ αυτές αργότερα. Τα βήματα που θα τον οδηγήσουν στην καταστροφή είναι μετρημένα και δε φταίει απόλυτα ο Ροκ γι’ αυτό. Η δεξιότητα του συγγραφέα είναι υποδειγματική γιατί καταφέρνει να παραμένει στον πυρήνα της νοοτροπίας του παιδιού και να μην ξεφεύγει από μια προδιαγεγραμμένη πορεία, δεν πήρε δηλαδή τον Αλέκο από συνεσταλμένο παιδάκι να τον κάνει υπεράνθρωπο αλλά φρόντισε κάθε πειραματισμό να τον περνάει από χίλιες σκέψεις για να καταλήξει αν του αρέσει ή του ταιριάζει αυτό που διέπραξε για να προχωρήσει στο επόμενο (λάθος) βήμα. Ξεκινάμε από το λεξιλόγιο και τη συμπεριφορά, περνάμε στο νταηλίκι σε άλλα αδύναμα παιδιά, στη σπατάλη του χαρτζιλικιού, στις μάγκικες μικροκλοπές και πριν το καταλάβεις τα πράγματα σοβαρεύουν επικίνδυνα. Το γεγονός πως η δράση εκτυλίσσεται πριν την επέλαση των κινητών, κάπου δηλαδή στη δεκαετία του 1990, έχει ένα διπλό όφελος: βοηθάει να παρακολουθήσουμε ατόφια την αγωνία του γονιού που δεν ξέρει πού είναι το παιδί του και το ψάχνει σε σταθερά τηλέφωνα άλλων γονιών κι αποφεύγει τον εύκολο και γνωστό σκόπελο της ηλεκτρονικής βίας και απειλής που έρχεται με το facebook και τις άσεμνες φωτογραφίες. Ακόμη και το λεξιλόγιο είναι προσεγμένο, με διαχρονικές μάγκικες εκφράσεις και όχι παρωχημένες ή αναχρονιστικές λέξεις και ηχητικά σύμβολα.
Το μυθιστόρημα ξεκινάει σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, μέσω του ημερολογίου του Αλέκου και συνεχίζεται κατά μεγάλο ποσοστό σε τριτοπρόσωπη για να καταλήξει στις σημειώσεις της μητέρας του παιδιού, με τη δύσκολη χρήση του αφηγηματικού μέλλοντα. Ο Ροκ, ο Βαγγέλης, ο Γιώργος, η Τζίνα, η Στέλλα αλλά και οι γονείς, ο υπαστυνόμος Τελόγλου, η αιθεροβάμων Ελίνα, ο απόμακρος Μίλτος, η χήρα (και πόρνη κατ’ άλλους) Μαίρη, η γειτόνισσα κυρία Τούλα, ο λυκειάρχης είναι άνθρωποι που φταίνε λίγο ή πολύ για τις δυσάρεστες εξελίξεις, χωρίς όμως να απομακρυνόμαστε από τον κατεξοχήν ένοχο, τον ίδιο τον Αλέκο. Οι αλληλεπιδράσεις των παιδιών μεταξύ τους, με κορύφωση κάποια τραγικά γεγονότα που θα φέρουν την αστυνομία στην πόρτα τους, είναι άριστα οργανωμένες και άψογα καταγραμμένες. Ο συγγραφέας βρίσκει τον χώρο να κάνει την έκπληξη ακόμη και σε απρόσμενα σημεία της πλοκής ενώ δείχνει συμπυκνωμένα πολλά από τα οικογενειακά υπόβαθρα που οδήγησαν την κατάσταση στο μη περαιτέρω. Η κοπέλα που φιλούσε ο θείος της, το αγόρι που έδερνε ο πατέρας του, η μάνα που ένιωθε περήφανη για όσα κατάφερε μόνο και μόνο για να κατεδαφιστεί μπροστά της όλη αυτή η ευπρεπισμένη πανοπλία όταν μαθαίνει για τα καμώματα του παιδιού της, ο αστυνομικός που κάνει κατάχρηση εξουσίας χωρίς δεύτερη σκέψη συνιστούν μια κοινωνία σάπια και υπαίτια κατά το μισό ποσοστό για όσα διαδραματίζονται στο κείμενο κι είναι τόσο συμπυκνωμένα και μεστά που θα ήθελα να τους δοθεί χώρος (και κεφάλαια) για να αναπνεύσουν περισσότερο. Επίσης καλό θα ήταν σε κάποια σημεία να υπήρχαν πιο ευδιάκριτοι διαχωρισμοί, μιας και μερικές αλλαγές σκηνών ήταν απανωτές ως συνέχεια προηγούμενης παραγράφου και για δευτερόλεπτα μπερδευόμουν.
Η αφήγηση της μάνας του Αλέκου φυσικά είναι το πιο συγκινητικό κομμάτι του βιβλίου, ακριβώς γιατί ο συγγραφέας, και πάλι με έξυπνο τρόπο, δεν καταφεύγει σε δακρύβρεχτες υστερικές κραυγές και υποκειμενικά αναθέματα αλλά γιατί δείχνει πάνω απ’ όλα τη γυναίκα Ελίνα, αυτήν που αιθεροβατεί βυθισμένη στα βιβλία που γράφει, που δε διστάζει να παρατηρεί τον γιο της ώστε να γράψει για τη σχολική βία, που πιστεύει στην εκδημοκρατισμένη διαπαιδαγώγηση και η πτώση της θα είναι σκληρή, που αγνοεί τις υποψίες για ερωμένη μόνο και μόνο για να μη διαταραχτεί η οικογενειακή γαλήνη και ισορροπία. Με πόσο μεγάλη απογοήτευση παραδέχεται πως ο καθωσπρεπισμός τους έφτασε ως εδώ κι αναγκάζεται να ξεκατινιαστεί ρωτώντας πλέον τον γιο της πού πηγαίνει. Ο Αλέκος δεν ορρωδεί να πετάξει όσα του προσφέρουν οι γονείς του στον καιάδα της εφηβείας και οι μαγκιές του χαρίζουν κρυφά χαμόγελα στον πατέρα του που είναι περήφανος για τον αντρισμό του γιου του, χαμόγελα που θα πετρώσουν όμως όταν μια τραγική σκευωρία και στη συνέχεια μια φάρσα θα τον φέρουν κι αυτόν στα όριά του. Δε θα ξεχάσω την αγωνία της μάνας όταν κατάλαβε πως στην αγκαλιά της έτρεμε ο άντρας της κι όχι αυτήν!
Δεν έχω καταλάβει ακόμη αν ο συγγραφέας αγάπησε τους ήρωές του ή όχι. Δεν πρόδωσε ούτε κορόιδεψε τα πιστεύω και την ψυχοσύνθεσή τους ούτε όμως τους φέρθηκε και με το γάντι. Από την άλλη δεν είναι μονόπλευρος στις κατηγορίες του, μιας και δείχνει με τον τρόπο του πως φταίνε όλα: η άτολμη προσωπικότητα του Αλέκου, η μικρή κοινωνία της πόλης, η ενδοοικογενειακή βία που νομοτελειακά πάντα θα φέρνει βία, η αδιαφορία του σχολείου, το μίσος που δε βρίσκει διέξοδο, όλα. Και μέσα σε αυτό το χάος κάπου εμφιλοχωρούν όμορφες λέξεις που λειαίνουν τις γωνίες, όπως: «… τέτοια ήταν η φορά του ποταμιού της οργής στο σπίτι μου: πήγαζε από τις αγκυλώσεις του πατέρα μου, ξεσπούσε βίαια στο κορμί μου, σωρευόταν αφρίζοντας στη λίμνη των απωθημένων μου, για να σταλάξει, όξινη ψιχάλα σαρκασμού, στη δύσμοιρη μάνα μου» (σελ. 303). Ναι, φυσικά κι αυτά τα «γλυκανάλατα» κυριαρχούν στις εξομολογήσεις της μητέρας, είναι όμως απαραίτητα μιας και το μυθιστόρημα βρίθει βίας και έντασης για να ξεφύγουμε λίγο και να πάρουμε μια βαθιά ανάσα πριν τη συνέχιση της βουτιάς στο κενό.
«Μετά βίας» αντέχει το στομάχι να διαβάσει ως το τέλος, «Μετά βίας» είναι λάθος να νομίζει κάποιος πως μπορεί να κυριαρχήσει στη ζωή, «Μετά βίας» άφηνα το βιβλίο για να συνεχίσω τη δική μου καθημερινότητα. Πρόκειται για ένα σκληρό και ακριβοδίκαιο μυθιστόρημα που καταγράφει με ρεαλισμό και χωρίς κολακείες τι πραγματικά συμβαίνει μέσα και έξω από το σχολείο κι ως πού μπορεί να φτάσει κάποιος αν πειραματίζεται, δοκιμάζεται, νιώθει βαρεμάρα ή μοναξιά, ή αφήνεται πολύ λάσκα στο οικογενειακό του περιβάλλον.
Και μόνο για την τρομερά πειστική απεικόνιση της πραγματικότητας των σχολικών χρόνων, της γλώσσας των μαθητών, της δεκαετίας 1990 αξίζει τα 5 αστέρια. Συν του ότι η ιστορία δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με ιδιαιτέρως ειδεχθή και φρικιαστικά εγκλήματα, αλλά κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη παραμένοντας σε γεγονότα καθημερινά, αναγνωρίσιμα, που τα βλέπουμε ίσως κάθε μέρα, αλλά τα έχουμε συνηθίσει και δε διαμαρτυρόμαστε. Κατά τα άλλα, πολύ προσγειωμένη γλώσσα, χωρίς καθόλου, μα καθόλου, ατάκες και ποιητικές εκφράσεις (εκτός από το τελευταίο κεφάλαιο, που δεν ήταν το αγαπημένο μου, αν και καλοδουλεμένο). Πολύ καλό που το τέλος δεν είναι καθόλου συγγραφική ευκολία, δεν ξεπετάει με τίποτα κλισέ τα εκκρεμή ζητήματα. Και μπράβο για το ότι το βιβλίο βάζει ένα στόχο μετριοπαθή και τον πετυχαίνει, αντί να προσπαθεί (όπως πολλοί ματαιόδοξοι συγγραφείς) να μιλήσει για τα πάντα, να φέρει το σύμπαν τούμπα με την επαναστατική του ιδεολογία κλπ κλπ και να αποτυχαίνει. Δε νομίζω ότι λέει τίποτα που δεν το ξέραμε για το σχολικό εκφοβισμό. Αλλά προσφέρει μια πάρα μα πάρα πολύ ειλικρινή και προσγειωμένη ματιά στο θέμα και αυτό νομίζω ότι θα το χρειαζόταν πολύς κόσμος.
Bulling συνηθίζεται να λέγεται τα τελευταία χρόνια ο εκφοβισμός στη σωματική και ψυχολογική κακοποίηση ή τη μείωση ασθενέστερων ατόμων μέσα σε μια ομάδα. Μια κοινωνική ομάδα όπου είναι έκδηλο το bulling είναι το σχολείο όπου αρκετοί μαθητές δέχονται καθημερινά πειράγματα από συμμαθητές τους ή από μεγαλύτερα παιδιά. Ή πέφτουν θύματα σωματικής κακοποίησης επειδή σε κάποιους άλλους δεν αρέσει η φάτσα τους, τα ρούχα που φοράνε, το στυλ που κουρεύονται, τα γυαλιά που φοράνε. Εκείνος που θα ασκήσει εκφοβισμό θα βρει ακόμα και το πιο μικρό που δεν θα του κάτσει καλά στο μάτι προκειμένου να το μεγεθύνθει σε τέτοιο βαθμό ώστε να μειώσει μπροστά στους φίλους του έναν άλλο μαθητή, ένα άλλο παιδί μόνο και μόνο για να κάνει το κομμάτι του. Το βιβλίο του Αντώνη Πάσχου «Μετά βίας» αναφέρεται στον σχολικό εκφοβισμό την εποχή που ακόμα δεν είχε πάρει την ονομασία bulling ούτε γίνονταν εκστρατείες για την αποφυγή του.
Το «Μετά βίας» κινείται τη δεκαετία του ’90 σε μια μικρή πόλη της επαρχίας με πρωταγωνιστή τον 15χρονο Αλέκο όπου ζει καθημερινά μέσα στο φόβο. Είναι κλεισμένος στο καβούκι του και η κάθε του μέρα είναι σαν ένα βάρος που κρέμεται στο λαιμό του. Ένας μαθητής που δεν θέλει να σηκώνεται το πρωί για να πηγαίνει σχολείο, που κρύβεται στις σκιές των διαδρόμων ώστε να μην γίνει αντιληπτός από τους άλλους. Γιατί οι άλλοι τον φωνάζουν φλώρο, γελάνε εις βάρος του, τον βασανίζουν μετατρέποντας τις σχολικές ώρες σε κόλαση. Οι νταήδες του σχολείου τα έχουν βάλει μαζί του γιατί είναι ένα παιδί μαζεμένο, ευγενικό που δεν τολμά να σηκώσει το ανάστημα του, που έχει φτάσει στο σημείο να κρατάει κατάλογο με τις αποτυχίες του και σκέφτεται μέχρι και την αυτοκτονία.
Κάποτε ρωτούσε τη μητέρα του τι άποψη έχει για την αυτοκτονία και εκείνη του έλεγε ότι είναι η εύκολη λύση και ότι δεν θα έπρεπε να το βάζει κάτω με την παραμικρή ήττα. Και αυτό που θέλει είναι να τον αφήσουν στην ησυχία του, να μην συμβαίνει όλο αυτό, να μην είναι το θύμα κάθε φορά, ο φλώρος που κρύβεται στις σκιές. Μέχρι που στην πρώτη λυκείου θα καθίσει δίπλα στον Ροκ. Ο Ροκ είναι το πιο δημοφιλές αγόρι στο σχολείο, εξαιρετικός μπαλαδόρος και πολύ καυγατζής. Η γνωριμία του Αλέκου με τον Ροκ θα τον επηρεάσει βαθιά με αποτέλεσμα να θέλει την εύνοια του. Όμως όλο αυτό θα του κοστίσει. Και μάλιστα πολύ ακριβά. Θα έρθει αντιμέτωπος με τους συμμαθητές του, με τους καθηγητές, με την οικογένεια του αλλά και με την αστυνομία.
Όσοι έχουμε ζήσει σχολικά χρόνια τη δεκαετία του ’90 σίγουρα θα ταυτιστούμε απόλυτα με αυτό το βιβλίο. Και ακόμα περισσότερο όσοι έχουμε υποστεί εκφοβισμό, κοροϊδία ή ακόμα και σωματική κακοποίηση από συμμαθητές μας ή από μεγαλύτερα παιδιά. Θα μπούμε στο πετσί του Αλέκου και θα τον κατανοήσουμε απόλυτα ως ένα βαθμό. Τα παιδιά μπορούν να γίνουν πολύ σκληρά απέναντι σε συνομηλίκους τους και η περίοδος της εφηβείας είναι μια δύσκολη εποχή για εκείνα.
Το «Μετά βίας» είναι η ιστορία μιας σκληρής ενηλικίωσης. Ο νεαρός Αλέκος ίσως είναι το alter ego του συγγραφέα Αντώνη Πάσχου καθώς το βιβλίο του και όσα αφηγείται με το στόμα του ανήλικου ήρωα του αποτελούν προσωπικά του βιώματα που αποτέλεσαν τη βάση ώστε να αναπτύξει την ιστορία του «Μετά βίας». Η γλώσσα του είναι σκληρή, πολλές φορές κυνική αλλά πάνω από όλα αληθινή. Χωρίς επιτηδευμένες εκφράσεις περνάει στους αναγνώστες τι μπορεί να προκαλέσει η εφηβική βία σε παιδιά που είναι εσωστρεφή, άτολμα και μυστικοπαθή από τη φύση τους.
Ο Αλέκος είναι ένας τέτοιος χαρακτήρας. Του αρέσει να κάθεται στο δωμάτιο του και να αφήνει ελεύθερο το λογισμό του. Είναι μια αίσθηση ιδιωτικής θαλπωρής που μόνο αυτός ο χώρος του προσφέρει και εκεί μέσα μπορεί να κάνει τα πάντα. Μέχρι και να βγει στο μπαλκόνι και να πηδήξει στον ακάλυπτο. Αλλά για εκείνον αυτή η πράξη δεν είναι γενναιότητα αλλά δειλία, η εύκολη λύση όπως του έχει πει η μητέρα του. Οπότε παραμένει και προσπαθεί να βγάλει εις πέρας την κάθε μέρα που έρχεται.
Μέχρι ποιο σημείο είμαστε έτοιμοι να φτάσουμε προκειμένου να γίνουμε αποδεκτοί στα μάτια των άλλων; Εμείς ως ενήλικες ίσως μπορέσουμε να διακρίνουμε τι είναι αυτό που μας διαφοροποιεί από τους υπόλοιπους και μας κάνει ξεχωριστούς. Ένα παιδί στην εφηβεία όμως που εκείνη την περίοδο αρχίζει να ξεφεύγει από την παιδική ηλικία και να οδεύει σταδιακά προς την ενήλικη ζωή πιθανόν να μην μπορεί να ξεχωρίσει αυτές τις λεπτές ισορροπίες. Αγωνιζόμενο, λοιπόν, να βρει πρώτα από όλα τον εαυτό του παλεύει σκληρά ώστε να γίνει αρεστός στους συνομηλίκους του. Η εφηβεία είναι μια δύσκολη περίοδος για τα παιδιά όπου καλούνται να αφήσουν πίσω την ανέμελη παιδική τους ηλικία και να θέσουν τις βάσεις για την ένταξη τους στην κοινωνία. Και σε αυτή την δύσκολη περίοδο χρειάζονται στήριξη και κατανόηση από όλους.
Το βιβλίο του Αντώνη Πάσχου «Μετά βίας» είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται κυρίως σε ενήλικες αλλά σίγουρα είναι μια ιστορία που αφορά και εφήβους. Ο σχολικός εκφοβισμός βασικά είναι ένα φαινόμενο που μας αφορά όλους. Γονείς, εκπαιδευτικούς, παιδιά. Είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που ορισμένες φορές λαμβάνει τεράστιες διαστάσεις και τις όποιες συνέπειες του τις πληρώνουν όλοι όσοι εμπλέκονται. Θύτες, θύματα και το παράπλευρο οικογενειακό, σχολικό και φιλικό περιβάλλον τους. Σαν γονείς οφείλουμε να στεκόμαστε δίπλα στα παιδιά μας, να τα συμβουλεύουμε, να τα μάθουμε να σέβονται τη διαφορετικότητα μα πάνω από όλα να τους εμφυσήσουμε ότι όλοι είμαστε ίσοι παρ’ όλες τις διαφορές μας. Και φυσικά να αφουγκραζόμαστε τις όποιες ανησυχίες τους. Δεν είναι κάτι εύκολο οφείλω να ομολογήσω, ως γονιός και εγώ με παιδιά στην εφηβεία, και πολλές φορές μας διαφεύγουν κάποια σημάδια που μπορεί να μην κρούουν τόσο έντονα τον κώδωνα του κινδύνου μέσα μας.
Και κάπως έτσι, καθώς διαβάζουμε το «Μετά βίας», ζώντας την βασανιστική καθημερινότητα του Αλέκου θα μας κατακλύσουν λίγο πριν το τέλος τα συναισθήματα της μητέρας του η οποία παίρνει το λόγο και δίνει εκείνη την δραματική πινελιά που χρειαζόταν το βιβλίο για να εντείνει ακόμα περισσότερο τη συγκίνηση των αναγνωστών μεταφέροντας τους στη θέση εκείνων των γονιών. Το βιβλίο του Αντώνη Πάσχου θα λέγαμε ότι δίνει μαθήματα ζωής όχι μόνο σε εφήβους αλλά και σε ενήλικες προκειμένου να καταφέρουν να ξεπεράσουν όσο γίνεται πιο αναίμακτα μια δύσκολη κατάσταση σαν αυτή που περιγράφεται στις σελίδες του. Η επαρχία της δεκαετίας του ’90 ξεδιπλώνεται μπροστά μας λοιπόν. Μια εποχή όπου όλα υποτίθεται ότι ήταν πιο αγνά αλλά μάλλον όποιος δεν έχει ζήσει εκείνη την περίοδο δεν μπορεί να καταλάβει πως ήταν να είσαι μαθητής μέσα σε ένα μπουλούκι παιδιών που έκαναν φάρσες και πειράγματα κάπως σκληρά ορισμένες φορές. Με τις καταλήψεις και τις σχολικές εκδρομές πριν ακόμα η λέξη bulling και οι κάμερες των κινητών μπουν στην καθημερινότητα μας.
Το «Μετά βίας» είναι ένα βιβλίο που συνιστώ να διαβαστεί από όλους μας. Γονείς, εκπαιδευτικούς και παιδιά. Θίγει το θέμα του σχολικού εκφοβισμού το οποίο δεν έχει πάψει ποτέ να είναι επίκαιρο και ακόμα και σήμερα απασχολεί την κοινωνία μας. Η ιστορία του Αλέκου κάλλιστα θα μπορούσε να είναι η ιστορία του δικού μας παιδιού, του παιδιού της διπλανής πόρτας που ίσως δούμε ξαφνικά μπροστά μας μέσα από ένα δελτίο ειδήσεων ή το ακούσουμε στις μεταξύ μας συζητήσεις. Πάνω από όλα όμως είναι ένα βιβλίο που αφυπνίζει συνειδήσεις, που ξυπνά μέσα μας το αίσθημα της ενσυναίσθησης όχι μόνο για τα θύματα αλλά και για τους θύτες. Μην το προσπεράσετε.
Ένα βιβλίο που δεν μπορείς να ακουμπήσεις κάτω έτσι και ξεκινήσεις να το διαβάζεις. Μέσα από την καθημερινή ζωή των μαθητών και των οικογενειών τους στη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, αναδύονται όλες οι επιθυμίες, όλες οι αγωνίες και όλες οι συγκρούσεις του σχολικού μικρόκοσμου. Ολοκληρωμένοι χαρακτήρες και πολύ καλή -εξαιρετική- διείσδυση στις προσωπικότητες των εφήβων και στα γεγονότα που τις διαμορφώνουν. Για την ιστορία μπορεί να πει κανείς πολλά και σίγουρα θα ειπωθούν πολλά. Εγώ θα μείνω μόνο στο ότι είναι όσο σκληρή είναι και η πραγματικότητα και όσο ενδιαφέρουσα είναι και η ίδια η ζωή. Το επιπλέον εντυπωσιακό σημείο είναι ο μαεστρικός τρόπος που χειρίζεται ο Αντώνης Πάσχος τη γραφή, χρησιμοποιώντας διαφορετικές οπτικές γωνίες, μια μάλιστα, προς το τέλος, όχι μόνο ιδιαίτερη αλλά και πολύ καλά προοικονομημένη ώστε να έρθει και να δέσει ομαλά με τα προηγούμενα.
Ένα βιβλίο που φωνάζει επίσης σε όποιον έχει να κάνει με παιδιά ότι πρέπει να έχει ανοιχτά τα μάτια και τ' αυτιά του. Πολλά πράγματα είναι βαθύτερα και πολύ διαφορετικά απ' ό,τι δείχνουν.
Το συγκεκριμένο βιβλίο το διάβασα σε μια μόλις μέρα. Ένα βιβλίο σκληρό, συγκινητικό με ιδιαίτερη γραφή. Γραμμένο μέσα από τα μάτια ενός εφήβου την δεκαετία του '90. Ένα βιβλίο διαφορετικό, ξεχωριστό που όμως διαπραγματεύεται ένα θέμα γνωστό και και πάντα επίκαιρο. Αυτό του σχολικού εκφοβισμού. Όλοι ήμασταν παιδιά. Όλοι λίγο πολύ είχαμε δει ή ήμασταν θύματα σχολικού εκφοβισμού. Το βιβλίο αυτό με πήγε πίσω στα δικά μου σχολικά χρόνια. Στα χρόνια που πραγματικά είχα ξεχάσει ή ήθελα να μην θυμαμαι. Μου θύμισε τις σχολικές εκδρομές, τα πειράγματα μεταξύ συμμαθητών, τα μπουγέλα στο τέλος κάθε σχολικής χρονιάς, τις καταλήψεις, τους πρώτους σχολικούς έρωτες και τις φάρσες που κάποιες φορές γίνονταν σκληρές και είχαν σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχολογία κάποιων παιδιών. Παρότι όμως που οι εποχές έχουν αλλάξει, παρόλο που τα περισσότερα παιδιά μιλούν σήμερα στους γονείς τους σχεδόν για τα πάντα, το θέμα του σχολικού εκφοβισμού η αν θέλετε του bulling, πάντα θα υπάρχει να μας αποδεικνύει ότι τα παιδιά μπορούν να γίνουν πολύ σκληρά.
Γρήγορο, συγκλονιστικό σε μια εποχή με ουφάδικα, κρυφά τσιγάρα, ανέγερση οικοδομών σαν μια μορφή επιδημίας, χωρίς κινητά τηλέφωνα, υπολογιστές και κ��θε μορφή τεχνολογίας οι αντοχές του ήρωα δοκιμάζονται και περνάει μέσα από τις εκφάνσεις της ανθρώπινης ύπαρξης οργή, μίσος, έρωτας, προδοσία. Ενα δριμύ "κατηγορώ" σε μια εποχή που ο εκφοβισμός, το bullying, όπως συνηθίζουμε σήμερα να λέμε δεν υπήρχε καν στο λεξιλόγιο των ανθρώπων. Ενα βιβλίο που σε κάνει να αναλογιστείς τι πάει λάθος στην κοινωνία τελικά, μήπως έχουμε και εμείς κάποιο μερίδιο ευθύνης; Λατρεύω την αμεσότητα της πρωτοπρόσωπης γραφής αλλά τελικά το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του είναι η αφήγηση.
��να πραγματικά αξιόλογο βιβλίο. Πέρα από τα καλά του κειμένου, που φαίνονται θέλοντας και μη (ρυθμός, ταιριαστή με το θέμα γλώσσα και μετατροπή του ύφους κατά περίπτωση), το βιβλίο είχε μερικά ακόμη, πολύ σημαντικά στοιχεία:
- ΑΛΗΘΟΦΑΝΕΙΑ σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της ιστορίας (από τους χαρακτήρες και τα κίνητρά τους, μέχρι την ατμόσφαιρα και τα ήθη/έθιμα της επαρχίας των 90s) και - Καλά δομημένο αφηγηματικό πλαίσιο (Η ιδιότητα της μητέρας δικαιολογεί την ολοκλήρωση της ιστορίας, το ξέφρενο πρώτο πρόσωπο και η απότομη διακοπή του πρώτου μέρους δικαιολογούνται από τα γεγονότα, κλπ)
Δεν είχα διαβάσει τίποτα από τον Αντώνη Πάσχο στο παρελθόν, οπότε το 'Μετά Βίας' ήταν μια αναπάντεχη αναγνωστική έκπληξη.
Άλλο ένα πολύ αργοπορημένο review, για ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί, γραμμένο από έναν άνθρωπο που όχι μόνο είναι ταλαντούχος στην αφήγηση, αλλά κυρίως είναι έτοιμος συγγραφέας. Ο λόγος για το “Μετά Βίας” του Αντώνη Πάσχου από τις εκδόσεις BELL. Πρώτα από όλα να πω πως τον Αντώνη τον γνωρίζω προσωπικά αλλά όχι τόσο στενά ώστε να έχω παρακολουθήσει από κοντά την πορεία του στη γραφή. Γνωρίζω όμως από κοινούς μας φίλους πως η εξέλιξη του στο γράψιμο είναι εντυπωσιακή. Αυτό που εγώ μπορώ να επιβεβαιώσω λαμβάνοντας υπόψη το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, είναι πως ο Αντώνης είναι πια ένας άνθρωπος που όχι μόνο μπορεί να γράψει, αλλά μπορεί να γράψει πολύ καλά. Και παρόλο που γνωρίζω την αγάπη του για τη λογοτεχνία του φανταστικού (ένα είδος που έχει ενώσει πολλούς από εμάς), μου έκανε τρομερά θετική εντύπωση που το βιβλίο του δεν έχει καμία σχέση με τη λογοτεχνία του φανταστικού αλλά είναι ένα ρεαλιστικό (σκληρά ρεαλιστικό ορισμένες φορές) μυθιστόρημα. Το θέμα του βιβλίου-όπως ίσως φαίνεται και από τον τίτλο του-ασχολείται με τη βία και ειδικά με τη σχολική βία ή bulling, όπως την αποκαλούμε πλέων. Είναι από τη φύση του ένα θέμα διαχρονικό και πάντα επίκαιρο που έχει πολύ λογοτεχνικό ψωμί. Ο Αντώνης επιλέγει να το διαχειριστεί κυρίως από την ψυχοκοινωνική του πλευρά, κάτι που σε μεγάλο βαθμό επιβάλλει στο κείμενο μια βαθιά πίκρα. Αυτό είναι κάτι που μπορεί κάποιοι αναγνώστες να το αντέξουν και κάποιοι όχι. Τι εννοώ: στους περισσότερους από εμάς, η ενδοσχολική βία, η παιδική και εφηβική βία (λεκτική ή φυσική) μας είναι πολύ γνώριμη και οικεία. Σε κάποιους από εμάς και πολύ τραυματική. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, όλοι μας υπήρξαμε σε εκείνες τις ηλικίες, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, θύτες και θύματα αυτού του είδους βίας. Οπότε ίσως πολλοί από εμάς δεν είμαστε και διατεθειμένοι να έρθουμε ενώπιος ενωπίω με εκείνες τις αναμνήσεις. Κάποιοι δηλαδή μπορεί να πιάσουν τον εαυτό τους λίγο απρόθυμο να συνεχίσουν το βιβλίο του Αντώνη, κάτι που κατά τη γνώμη μου είναι μεγάλο λάθος καθώς ειδικά το τελευταίο μέρος είναι εξαιρετικό. Και ναι δεν είναι ανάγκη πάντα και όλα να τα πασπαλίζουμε με ζάχαρη για να μπορέσουμε να τα αντιμετωπίσουμε. Γεγονός είναι πάντως, πως αν ο Αντώνης είχε επιλέξει να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο θέμα μέσα από την πρόφαση μια πιο σφιχτής και “συναρπαστικής” πλοκής το βιβλίο θα ήταν πιο εύπεπτο και πολύ εμπορικό. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν εννοώ πως το βιβλίο στερείται πλοκής, αλλά πως η πλοκή του είναι βραδύκαυστη και συναισθηματικά βαριά. Αν το ίδιο θέμα το είχε διαπραγματευτεί ο Αντώνης, για παράδειγμα, στα πλαίσια μιας αστυνομικής πλοκής, είμαι σίγουρος πως το βιβλίο θα ήταν μεγάλο εμπορικό “σουξέ”. Τεχνικά δεν βρήκα κανένα λάθος. Η γραφή του Αντώνη ρέει και σε κάποια σημεία, ειδικά στο τελευταίο κομμάτι ήταν εντυπωσιακή. Το μόνο που με χάλασε λιγάκι ήταν η απότομη αλλαγή οπτικής. Το βιβλίο έχει έναν βασικό πρωταγωνιστή, τον Αλέκο, αλλά εξίσου σημαντικοί είναι και όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες. Ακριβώς επειδή ο Αντώνης (όπως κι εγώ) δεν πιστεύει στον απόλυτα “κακό” και απόλυτα “καλό” χαρακτήρα, θέλει να δείξει πως η ενδοσχολική βία και η βία γενικότερα βασίζεται σε έναν φαύλο κύκλο γονιού θύτη και παιδιού θύματος, που επαναλαμβάνεται με διαφορετικούς τρόπους. Θέλει να δείξει πως όλοι είναι ικανοί να γίνουν θύτες και θύματα ταυτόχρονα. Ή μάλλον να γίνουν θύτες επειδή υπήρξαν θύματα και ίδιοι. Για να το δείξει λοιπόν αυτό επιλέγει να αλλάζει συχνά οπτική από τον ένα χαρακτήρα στον άλλο. Δεν έχω πρόβλημα με αυτό, εκτός από όταν γίνεται απότομα μέσα στη μέση ενός κεφαλαίου. Αν η αλλαγή γινόταν ανά κεφάλαιο με κάποιο τρόπο, δεν θα μου χτυπούσε καθόλου. Συνολικά είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο που θα σας αγγίξει σίγουρα (αν και ίσως με ενοχλητικό τρόπο αλλά χρειάζεται και αυτός που και που) με φανταστικό και γρήγορο τελευταίο μέρος που ολοκληρώνει με μια ωραία ανατροπή την ιστορία. Συστήνεται ανεπιφύλακτα και πραγματικά αναμένω τα επόμενα του Αντώνη. Εύγε!
Αν κάτι αγαπώ περισσότερο απ´ όλα στη λογοτεχνία είναι οι ήρωες. Οι καλά δουλεμένοι, ανάγλυφοι ήρωες. Αυτοί αναδεικνείουν τα θέματα, τις αιτίες τους, τις συνέπειες τους. Οι ήρωες εδώ, οι οικογένειες τους, το κοινωνικό τους περιβάλλον, ψυχογραφουνται και αναδεικνειουν ένα τόσο υπαρκτό μα παραμελημένο ζήτημα. Τη σχολική βία. Οι ήρωες εδώ δεν είναι καλοί ή κακοί. Είναι παιδιά, το καθένα με το δικό του οικογενειακό περιβάλλον και τις δικές του ανάγκες, παιδιά που πρέπει να συνυπάρξουν σε ένα σχολικό όχι αγγελικά πλασμένο περιβάλλον. Λιτή γλώσσα, εναλλαγή αφηγητών και οπτικών, κορύφωση στο τέλος με τη σπαρακτική αφήγηση της μάνας.
Ένα φοβερό μυθιστόρημα για το τι μπορεί να περνάει ένας έφηβος, τοποθετημένο στην Ελλάδα του '90. Οι συγκλονιστικές περιγραφές, η καλοδουλεμένη αφήγηση, μαζί με την αρκετά εκ βαθέων ενδοσκόπηση της μητέρας συνθέτουν ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί!
This entire review has been hidden because of spoilers.
Βιβλίο το οποίο το ξεκινάς και δεν το αφήνεις! Καταπληκτικές περιγραφές, σου μεταφέρει άμεσα την ατμόσφαιρα των '90s και εξίσου φυσικοί διάλογοι. Πραγματεύεται θέματα όπως το bullying, το αίσθημα της αποδοχής, τα οποία πάντοτε θα είναι επίκαιρα. Το συνιστώ σίγουρα!