Αέλια. Γνώρισε για πρώτη φορά τον πατέρα της στην ηλικία των έξι ετών κι εκείνος την πήρε μακριά, στο Γουίνιπεγκ του Καναδά, ξεριζώνοντάς την από την Ελλάδα, από τις παιδικές μνήμες της και από την αγκαλιά της μανούλας της, της Μάικας.
Νεκταρία. Στα επτά της χρόνια βίωσε το οδυνηρό διαζύγιο των γονιών της. Δεν έμαθε τους λόγους που τους μεταμόρφωσαν από παράφορα ερωτευμένους σε θανάσιμους εχθρούς, μα η ψυχή της ξέρει πως ο ζυγός της ευθύνης γέρνει αμείλικτα προς την πλευρά της μάνας της, της Λιάνας.
Δεκαέξι χρόνια μετά, μια ανώνυμη επιστολή παγιδεύει τα δύο ενήλικα πια κορίτσια στο ναρκοπέδιο του χθες και τα παρασύρει στο Φισκάρδο της Κεφαλλονιάς. Εκεί, τις περιμένει ο ένοχος για τις κλεμμένες λιακάδες της ζωής τους. Μα δεν είναι μόνος...
Ένας ανίερος έρωτας. Μια ιερή φιλία. Και η αέναη μάχη ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι. Ποιός θα νικήσει; Και με ποιό τίμημα;
Από τη Μαρία Παναγοπούλου, συγγραφέα του μπεστ σέλερ «Είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου» Υποψήφιο για Βραβείο Βιβλίου Public 2018.
Η ΜΑΡΙΑ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά. Το πραγματικό της επίθετο είναι Παναγοηλιοπούλου, αλλά σε ηλικία 19 ετών, όταν ξεκίνησε να εργάζεται ως ρεπόρτερ στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ, αναγκάστηκε να το περικόψει αφού ήταν γλωσσοδέτης για τους παραγωγούς των εκπομπών. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Έχει εργαστεί στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, σε περιοδικά και εφημερίδες, αλλά και στον χώρο των δημοσίων σχέσεων και της επικοινωνίας. Πρόσφατα ολοκλήρωσε ένα πρόγραμμα Εφαρμοσμένης Εγκληματολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και τώρα φοιτά στο πρόγραμμα Θετικής Ψυχολογίας.
Η πρώτη μου επαφή με τη γραφή της Μαρίας Παναγοπούλου έγινε με το βιβλίο της «Είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου» το οποίο ήταν ένα μυθιστόρημα που πάταγε πάνω σε μια αληθινή ιστορία από εκείνες που σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν όντως συμβαίνουν όσα διαβάζεις στις σελίδες του. Στο δεύτερο βιβλίο της που φέρει τον τίτλο «Κλεμμένες λιακάδες» η συγγραφέας ένιωσε την ανάγκη να γράψει όχι ακριβώς τη συνέχεια του πρώτου της βιβλίου αλλά μια αυτοτελή ιστορία με τους ήρωες που γνωρίσαμε στο προηγούμενο βιβλίο να συνεχίζουν τις ζωές τους. Ζωές που είναι σημαδεμένες από το παρελθόν όπως αναφέρει και η ίδια η συγγραφέας στο ευχαριστήριο σημείωμα της.
Παρ’ όλα αυτά όλοι οι ήρωες, και κάποιοι καινούργιοι που προστέθηκαν χάριν της μυθοπλασίας, που αγαπήσαμε στο πρώτο βιβλίο παίρνουν ξανά σάρκα και οστά μπροστά στα μάτια μας αναζητώντας τη λύτρωση για εκείνα τα λάθη του παρελθόντος που στιγμάτισαν τις ζωές τους.
Η Αέλια και η Νεκταρία θα βρεθούν αντιμέτωπες με τους ίδιους τους εαυτούς τους σε ένα ταξίδι στο παρελθόν παλεύοντας με τα κύματα της ψυχής τους που δεν λένε να ησυχάσουν. Η Αέλια, στα έξι της χρόνια, ξεριζώθηκε βίαια από την τρυφερή αγκαλιά της μάνας της, της Μάικας, όταν ο πατέρας της την πήρε μαζί του στον Καναδά ενώ η Νεκταρία βίωσε τον πολύ άσχημο χωρισμό των γονιών της χωρίς να μάθει ποτέ τους λόγους που οδήγησαν δύο ανθρώπους που ήταν παράφορα ερωτευμένοι να μισούν θανάσιμα ο ένας τον άλλον. Η μοίρα όμως μετά από δεκαέξι χρόνια θα τις φέρει κοντά στο Φισκάρδο της Κεφαλλονιάς μέσα από μια πανομοιότυπη ανώνυμη επιστολή που θα λάβουν. Εκεί θα ανακαλύψουν τα καλά κρυμμένα μυστικά του παρελθόντος αλλά θα πέσουν και στα δίχτυα εκείνου που ευθύνεται για τις κλεμμένες λιακάδες της ζωής τους.
Όταν ένας συγγραφέας καταπιάνεται με αληθινές ιστορίες που προσπαθεί να τις μεταφέρει στο χαρτί είναι κάτι που εγώ προσωπικά θα το χαρακτήριζα ως πολύ δύσκολο στο να αποδοθεί με μια σχετική αληθοφάνεια. Γιατί σίγουρα θα υπάρχει και αρκετή δόση μυθοπλασίας μέσα στις σελίδες του ώστε να στηριχθεί ακόμα καλύτερα η ιστορία που έχει πλάσει στο μυαλό του ο συγγραφέας. Και ενώ το «Είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου» είναι μια ιστορία γεμάτη μυστήριο που δημιουργεί πολύ έντονα συναισθήματα στους αναγνώστες με συνεχείς ανατροπές δεν μπορώ να πω ότι ένιωσα το ίδιο και για τις «Κλεμμένες λιακάδες». Τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου σε βάζουν τόσο δυνατά στην ιστορία της Αέλιας που ξεκινάς να διαβάζεις έχοντας μεγάλες προσδοκίες για αυτό που θα ακολουθήσει. Αλλά μετά από λίγο ανακαλύπτεις ότι είναι τόσα πολλά αυτά που δίνει η συγγραφέας που απλά «μπουκώνει» πολύ το βιβλίο με στοιχεία και εξελίξεις στην πλοκή που αγγίζει τα όρια της υπερβολής χάνοντας στην πορεία την ρεαλιστικότητα του.
Οι «Κλεμμένες λιακάδες» ξεκινούν και τελειώνουν πολύ δυναμικά και παρ’ όλο που κρατούν τους αναγνώστες με τη γλαφυρή γραφή της συγγραφέως που γνωρίσαμε και στο πρώτο βιβλίο κάπου στη μέση, και για μεγάλο διάστημα, κάνουν μια μεγάλη κοιλιά που αν δεν ήταν οι υπέροχες περιγραφές του νησιού της Κεφαλλονιάς και της ιστορίας του ίσως να το άφηνα στην άκρη. Στο δικό μου μακρινό παρελθόν έχω επισκεφθεί το Φισκάρδο και γνωρίζω σχετικά καλά το μέρος για να ταξιδέψω νοερά μέχρι εκεί και να κάνω εικόνες μέσα στο μυαλό μου με τη γραφικότητα του. Ένα άλλο ατού του βιβλίου είναι η ντοπιολαλιά που χρησιμοποιεί η Μαρία Παναγοπούλου στους διαλόγους των κατοίκων του Φισκάρδου μεταφέροντας σου λίγο από το Κεφαλλονήτικο άρωμα του. Γιατί το βιβλίο κυριολεκτικά μυρίζει Κεφαλλονιά και αισθάνεσαι στο δέρμα σου την αλμύρα της θάλασσας.
Για άλλη μια φορά η μυθοπλασία μπλέκεται με την πραγματικότητα και σε αυτό το βιβλίο της Μαρίας Παναγοπούλου και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που ο αναγνώστης δεν μπορεί να διακρίνει τι είναι πραγματικό και τι όχι. Η συγγραφέας ξεδιπλώνει στις σελίδες του βιβλίου αίσθημα, μυστήριο, μεταφυσική δράση, τραγικότητα, ερωτισμό με στοιχεία αστυνομικού και ψυχολογικού θρίλερ με κοινωνικές προεκτάσεις και με πρωταγωνιστές ανθρώπους που κουβαλάνε μέσα στην ψυχή τους ένα μεγάλο βάρος. Ο καθένας τους ξεχωριστά έχει παίξει τον δικό του ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας δεκαέξι χρόνια μετά όπου καλούνται πλέον να έρθουν αντιμέτωποι με τα λάθη του παρελθόντος που τους στοιχειώνουν και να λυτρωθούν από αυτά συμφιλιωμένοι πια με τον εαυτό τους.
Οι «Κλεμμένες λιακάδες» είναι από εκείνα τα βιβλία που διαβάζονται με γρήγορους ρυθμούς και αν έλειπαν και τα μικρά λαθάκια που εντόπισα στην επιμέλεια αλλά και οι υπερβολές στην αφήγηση που αναφέρθηκαν παραπάνω θα ήταν σίγουρα ένα καταπληκτικό page turner μυθιστόρημα γεμάτο αγωνία για την κατάληξη του.
Το δεύτερο πόνημα της Μ.Παναγοπούλου "κλεμμένες λιακάδες" μου "έκλεψε" την καρδιά από τις πρώτες κιόλας σελίδες του. Μετά το λατρεμένο για μένα και ταυτόχρονα εξαιρετικό για εσάς "είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου" η συγγραφέας έκανε δυναμική επιστροφή στα συγγραφικά δρώμενα. Η αλήθεια είναι πως από τη στιγμή που τελείωσα πέρυσι την ανάγνωση του πρώτου της μυθιστορήματος την ρωτούσα συνεχώς για τη συνέχεια. Το περίμενα πώς και πώς με τη σιγουριά πως δε θα με απογοητεύσει. Ναι. Έτσι συνέβη. Το νέο αυτό βιβλίο της είμαι σίγουρη πως θα αγαπηθεί πάρα πολύ . Οι λόγοι είναι προφανείς. Η Παναγοπούλου " κεντά" και στη γραφή και στην πλοκή. Με λόγο χειμαρρώδη και παραστατικό παρουσιάζει τους ήρωες του πρώτου της βιβλίου δεκαέξι χρόνια μετά. Αυτός είναι ο σκελετός της πλοκής. Παρακολουθούμε αν και κατά πόσο προχώρησαν τις ζωές τους μετά από όσα λάβωσαν τις ψυχές τους. Τα δυο μικρά κορίτσια, η Αέλια και η Νεκταρία , παρασύρονται από μια αγνώστου αποστολέα επιστολή, στο Φισκάρδο. Κάποιος τους κυνηγά για το παρελθόν. Για ποιο λόγο ,όμως ,δυο κορίτσια που δεκάξι χρόνια πριν ήταν μικρά και αθώα πρέπει σήμερα να λογοδοτήσουν; Ποιος τις δικάζει; Ποιος δεν τα έχει βρει με τον εαυτό του και θέλει να γίνει τιμωρός; Ένας ανίερος έρωτας, μια δυνατή φιλία και η αέναη μάχη ανάμεσα στο καλό και στο κακό θα παρελάσουν μπροστά σας σε ένα μυθιστόρημα που δε θα αφήνετε από τα χέρια σας. Αν δεν έχετε διαβάσει το πρώτο δε θα υπάρξει πρόβλημα. Η συγγραφέας συνδέει τα γεγονότα αβίαστα και χωρίς ανούσιες επαναλήψεις. Από την αρχή θα σας κεντρίσει το ενδιαφέρον και όσο προχωρά η σφιχτοδεμένη πλοκή η αδρεναλίνη σας θα εκτοξεύεται στα ύψη. Τα γεγονότα και οι ανατροπές είναι ακατάπαυστα με κινηματογραφικούς ρυθμούς και η πλοκή καθηλώνει. Άρτια δομημένη η τελευταία σε κάνει να βρεις βήμα βήμα την άκρη του νήματος και οι εξελίξεις είναι αμείωτης έντασης. Για μένα είναι ένα άριστα δουλεμένο θρίλερ αγωνίας με κοινωνικές προεκτάσεις σχετικά με τα άδυτα του ανθρώπινου μυαλού και τις λάθος επιλογές των ανθρώπων που έχουν κόστος ακόμα και σε όσους δε φέρουν μερίδιο ευθύνης. Θα σας προβληματίσει σε αρκετά σημεία το μυθιστόρημα με κάποιες συμπεριφορές και επιλογές των ηρώων του. Δε θέλω να επεκταθώ περαιτέρω στην πλοκή , γιατί φοβάμαι μη σας χαλάσω τη μαγεία. Συνήθως τα βιβλία που έχουν συνέχεια δεν τα επιλέγω , γιατί τα περισσότερα με απογοήτευσαν από όσα διάβασα ως τώρα. Επαναλήψεις για να γεμίζουν σελίδες και πλοκή στερημένη από έμπνευση τα παραδείγματα που μου έρχονται στο νου. Εδώ όμως τα πραγματα είναι όλοτελα διαφορετικά. Είναι από τις ελάχιστες φορές που το δεύτερο μου φάνηκε ισάξιο του πρώτου. Για τη γραφή έχω να επισημάνω πως είναι άκρως ενδιαφέρουσα και συνάμα παραστατική. Σε μεταφέρει άψογα στο χώρο και χρόνο δράσης των ηρώων και στα άδυτα του νου τους. Έχοντας στη φαρέτρα της έναν δυνατό συγγραφικό λόγο η Παναγοπούλου παρέδωσε στους αναγνώστες ένα μυθιστόρημα δυναμίτη. Χωρίς καμία διάθεση υπερβολής θα σας συνεπάρει. Και κάτι τελευταίο. Τη Μαρία είναι φίλη μου . Λόγοι δικοί μας ,μας έφεραν κοντά. Την εκτίμησα που εξαρχής ήταν ευθύς και ντόμπρος ανθρωπος και τόσο αληθινή. Και πάντα με κερδίζουν οι άνθρωποι που εκτός από ταλέντο και ομορφιά διαθέτουν αυτοσαρκασμό και μετριοφροσύνη. Μαρία μου , περιμένω με αγωνία το επόμενο. Μην αργήσεις...!!
Πολλές φορές η μυθοπλασία και η συγγραφική σύλληψη δεν είναι αρκετές για να προσεγγίσουν την πραγματική ζωή, σε όλες της τις εκφάνσεις, ευχάριστες ή δυσάρεστες και αυτό γιατί η ανθρώπινη φύση είναι πολύ συχνά απρόβλεπτη, επηρεαζόμενη από ποικίλους παράγοντες και συχνά ανεξάρτητους της θελήσεως μας, αφού ουδείς μπορεί να αγνοεί το κοινωνικό περιβάλλον εντός του οποίου καλείται να ζήσει. Διαβάζοντας το πρώτο βιβλίο της Μαρίας Παναγοπούλου με τον πρωτότυπο τίτλο, δεν περίμενα ότι θα με εντυπωσίαζε τόσο πολύ και ότι, στη συνέχεια θα περίμενα με ανυπομονησία και το δεύτερο βιβλίο της τις «Κλεμμένες Λιακάδες» (ακόμα και αν μπορεί να διαβαστεί αυτοτελώς, προσωπικά θεωρώ ότι αποτελεί σύνολο αδιάσπαστο με το «Είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου»). Με το πρώτο της βιβλίο (θα το χαρακτηρίσω page turner, τον αγγλικό όρο αφού δεν σε αφήνει να το αφήσεις, από την πρώτη έως την τελευταία του σελίδα), με την αφήγηση της μοναδικής ιστορίας της Μάικας, η Μαρία Παναγοπούλου με τον άμεσο τρόπο γραφής της, την ευαισθησία και τον τρόπο που προσεγγίζει τις ψυχικές προθέσεις, διαθέσεις και εναλλαγές των βασικών χαρακτήρων του έργου, την μεστή και στέρεη σκιαγράφηση της προσωπικότητας εκάστου/ης εξ αυτών, χωρίς μελοδραματισμούς ή υπερβολές, με επιτυχημένη ισορροπία μεταξύ ρεαλισμού και δραματικότητας, όπου αυτή η τελευταία απαιτείτο σε σημεία που η ένταση κορυφώνεται, μου απέδειξε ως αναγνώστρια ότι δικαίως και επάξια, θεωρείται μία από τις πολλά υποσχόμενες νέες συγγραφείς. Διότι για να καταφέρεις να αποδώσεις συγγραφικά και να μεταφέρεις πλήθος συναισθημάτων που συνδέονται με μία τόσο περίπλοκη αληθινή ιστορία, σαφώς πρέπει να έχεις και έμπνευση και ταλέντο. Με το δεύτερο βιβλίο της τις «Κλεμμένες Λιακάδες», (ομολογώ ότι είμαι πολύ επιφυλακτική στις «συνέχειες» των επιτυχημένων βιβλίων και πάντα με τον φόβο της απογοήτευσης) εξεπλάγην ακόμα πιο πολύ, αφού, η κ. Παναγοπούλου, σε δεύτερο χρόνο και παραθέτοντας με παραστατικότητα, αγωνία και μυστήριο την ιστορία της Νεκταρίας και της Αέλιας μας παρέδωσε ένα ισάξιο του πρώτου, νέο έργο της. Και δεν θα το επετύγχανε αυτό, ασφαλώς, αφού η δυναμική της γραφής της, η ευρηματικότητά της, η ικανότητά της να αναπαριστά και να εντρυφεί στον δύσκολο, αρκετές φορές ψυχικά ταραγμένο και πολύπλοκο συναισθηματικό κόσμο των χαρακτήρων της, να συνδέει το έντονο και ταραχώδες παρόν με το οδυνηρό παρελθόν χωρίς να κουράζει ή να προκαλεί κατά κάποιον τρόπο δυσφορία στον αποδέκτη του έργου της, κατέστησε και τις «Κλεμμένες Λιακάδες» εξίσου αξιόλογο και ενδιαφέρον έργο με το πρώτο. Και είναι δύσκολο πολύ, νομίζω, να ανταποκρίνεται ο δημιουργός στις αναγνωστικές προσδοκίες, ιδιαίτερα αν είναι αυξημένες μετά την πρώτη συγγραφική και επιτυχημένη προσπάθεια. Η κ. Παναγοπούλου έως και σήμερα δεν με έχει απογοητεύσει ολοσδιόλου, αντιθέτως με έχει γοητεύσει και με έχει κερδίσει, και δεν θα είναι υπερβολή να πω, ότι την περιμένω και στο επόμενο έργο της να ξεπεράσει τον εαυτό της.
https://lovebooksloveread.blogspot.co... LOVE BOOKS-LOVE READ ΚΛΕΜΜΕΝΕΣ ΛΙΑΚΑΔΕΣ ΜΑΡΙΑ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΕΑΝΟΣ Μετά το καταιγιστικό "είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου" η συγγραφέας επιστρέφει με τη συνέχεια της ιστορίας, τις κλεμμένες λιακάδες. Οι κλεμμένες λιακάδες μπορούν να διαβαστούν και ανεξάρτητα από το πρώτο βιβλίο, αλλά για μένα θα ήταν πιο σωστό να ξεκινήσετε από την αρχή..... Κλεμμένες Λιακάδες λοιπόν και: Οι παλιοί και νέοι γνώριμοι... Η συνέχεια της ζωής τους δεκαέξι χρόνια μετά... Αέλια, Μάικα , Νεκταρία, Δέσποινα. Μεταφερόμαστε στο Φισκάρδο. Μια ανώνυμη επιστολή και ένα τηλεφώνημα θα φέρει τρελή αναστάτωση και θα αλλάξουν πολλά ! Ένας σκοτεινός εχθρός απειλεί να καταστρέψει τα πάντα .. Σκοτεινά μυστικά αναβλύζουν στην επιφάνεια. Η αλήθεια όπως την λαμβάνουν κάποιοι έχει πολλά και διαφορετικά πρόσωπα.. Η συγγραφέας έστησε ένα εξαιρετικό σκηνικό, γεμάτο από επικίνδυνα και πρωτόγνωρα συναισθήματα. Ο Λαβύρινθος του έρωτα και της αγωνίας , ο συσσωρευμένος θυμός,το αβυσσαλέο μίσος, το αδιέξοδο, η προδοσία! Η διατήρηση ορίων και ο εκτροχιασμός τους που καταλήγει σε συγκλονιστικές αποκαλύψεις... Συναρπαστικοί χαρακτήρες και απρόβλεπτη πλοκή... Τα πάθη φουντώνουν, οι μάσκες πέφτουν, οι σχέσεις δυαλλύονται! Ο τρόπος που αναλύεται η απίστευτη ιστορία είναι άμεσος , δεν υπάρχει ούτε μια περιττή σελίδα στο κείμενο, η αγωνία χτυπά κόκκινο , και η μία σελίδα φεύγει μετά την άλλη! Δεν έχεις καταλάβει πότε ξεκίνησες και πότε έφτασες στην ολοκλήρωση του βιβλίου. Το γιατί ,το πως και το πότε, αναδεικνύεται με τρόπο μοναδικό . Ένας απολαυστικός εθισμός βρίσκεται στα χέρια σας!
Δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε όπως το "Είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου". Γρήγορο και αγωνιώδες προσπαθεί να συνδυάσει το αστυνομικό, ερωτικό, κοινωνικό και μεταφυσικό στοιχείο, αλλά, κατά τη γνώμη μου, σε μπουκώνει. Πολλά δεδομένα δοσμένα με πολύ γρήγορο τρόπο και στην προσπάθεια να θυμηθώ το πρώτο βιβλίο (που το είχα σχεδόν ξεχάσει) με κούρασε. Θα έπρεπε να γίνεται μια αναφορά στην περίληψη του 1ου βιβλίου κατευθείαν στην αρχή του 2ου. Η γραφή της κ. Παναγοπούλου σε καθηλώνει και νομίζω ότι αποτελεί το μεγαλύτερο ατού του βιβλίου.
Οι ‘Κλεμμένες λιακάδες’, το νέο βιβλίο της Μαρίας Παναγοπούλου, από τις εκδόσεις Ωκεανός, αποτελεί το απόλυτο ανάγνωσμα του φετινού καλοκαιριού και όχι μόνο. Η συγγραφέας, μετά την τεράστια επιτυχία του ‘Είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου’, επανέρχεται με την συνέχεια της συγκλονιστικά ανατρεπτικής ιστορίας, η οποία καθήλωσε το αναγνωστικό κοινό και προκάλεσε μεγάλη αδημονία για την εξέλιξή της. Οι ήρωες στις ‘Κλεμμένες λιακάδες’, επανέρχονται δυναμικά και αποφασιστικά να διεκδικήσουν αυτά που η μοίρα τους στέρησε και ο καταιγισμός των συμπτώσεων τους εγκλώβισε. Ένας βασανιστικός εγκλωβισμός σε σκιές και ερινύες, έχοντας ως αντίκτυπο αθώες ψυχές που πλήρωσαν και ταυτόχρονα αναγεννήθηκαν από τα συντρίμμια των συναισθημάτων τους. Δεκαέξι χρόνια μετά ένας τιμωρός που ζει με μοναδικό σκοπό την εκδίκηση, εμφανίζεται αποφασισμένος να οδηγήσει αυτούς που προκάλεσαν πληγές και πόνο, άθελά τους, σε έναν κυκεώνα σπαρακτικών γεγονότων και τους παρασέρνει στη δίνη των λαθών του παρελθόντος, κάνοντας τους έρμαια σε μια σκακιέρα για δυνατούς παίχτες και σκοτεινά μυαλά. ‘ …Είναι άτιμο πράγμα η καρδιά, θολώνει το νου καλύτερα κι από σουπιά που εκσφενδονίζει το μελάνι της για να προστατευθεί.’ ( σελ. 168 ). Αγγίζοντας τα όρια του ψυχολογικού θρίλερ, η Μαρία Παναγοπούλου, αποδίδει με γοητευτική μαεστρία την ψυχοσύνθεση των ηρώων, οι πράξεις των οποίων, απειλούν τους συναισθηματικούς πυλώνες και δικαιολογεί με εύστοχες εξηγήσεις την κάθε ακραία σκέψη, συμπεριφορά και αντίδραση. ‘ …Τις μισώ τις δεύτερες σκέψεις, τις ώριμες, τις ψύχραιμες, εκείνες που όλη μου τη ζωή με καταδυναστεύουν δηλητηριάζοντας τις ελάχιστες στιγμές ευτυχίας μου.’ ( σελ. 464 ). ‘Ήρωες που μάχονται με το χθες και το σήμερα, που παλεύουν να ισορροπήσουν σε ένα τεντωμένο σχοινί και κάθε βήμα τους καταλήγει σε κρήμνισμα της αλήθειας, των ονείρων και της ρευστής πραγματικότητας, στην οποία ζουν και για την οποία συγκρούονται, ώστε να διατηρήσουν. ‘ … Είσαι η ανάσα των ονείρων μου’ ( σελ. 465 ). Ο έρωτας, το πάθος, η λαγνεία, αλλά και το μίσος, ένα πλέγμα συναισθημάτων που καθορίζουν ζωές και μέλλον. Πόσο εφικτό μπορεί να είναι, ένα τηλεφώνημα 58 δευτερολέπτων ν’ αλλάξει τη ροή μια ολόκληρης ζωής και να την οδηγήσει στην ευτυχία; Ένα ρίσκο, που μόνο δυνατοί άνθρωποι που εκτιμούν την αξία του μέσα τους, τολμούν να επιχειρήσουν. Όπως ακριβώς η Αέλια… ‘ … Στη ζωή, όπως και στην αληθινή αγάπη δεν υπάρχουν αδιέξοδα, λιακάδα μου. Υπάρχουν μόνο άνθρωποι που δεν τολμούν’. ( σελ. 477 ). Γιατί στη ζωή το κρεσέντο του κάθε δράματος, συνεπάγεται μιας ολόφωτης και λαμπερής λιακάδας. Είναι στο χέρι του κάθε ανθρώπου να δεχθεί αυτό το φως και να δώσει στη ψυχή του την ευκαιρία να συγχωρέσει και να αποδεχτεί το καινούριο. Αυτό που θα κάνει την ψυχή να λάμψει και τον ίδιο τον άνθρωπο να αγγίξει την πληρότητα. Μήνυμα ξεκάθαρο που το ανακαλύπτει ο αναγνώστης ταξιδεύοντας με τις ‘Κλεμμένες λιακάδες’.
Αποφασίζοντας να ξεφύγω λίγο από τα αγαπημένα αστυνομικά είπα να διαβάσω κάτι πιο χαλαρό για τα δικά μου γούστα.
Το βιβλιο μου το δανείσε μια φίλη και είπα να δώσω μια ευκαιρία.
Το ξεκινήσα μην περιμένοντας πολλά αλλα μπορώ να πω ότι με αιφνιδίασε ευχάριστα η αρχή του βιβλίου. Μου άρεσε δηλαδή η αρχή και το τέλος κάπου στη μέση άρχισε να κάνει μια κοιλια και να είναι τόσο φορτωμένο με εξελίξεις που χανόταν η μαγεία του. Εκεί μπορώ να πω ότι άρχισα να κουράζομαι. Ίσως φταίει ακόμη ο λυρισμος που πιστεύω ότι δε ταιριάζει σε όλα τα βιβλία. Και εδώ για μενα δε ταιριάζει. Κάπου γινόταν υπερβολικό και η τραγικοτητα των ηρώων με κούρασε ώσπου έφτασε κοντά στο τέλος και άρχισε να μου αρέσει παλι. Λάτρεψα τη Νεκταρία. Τη ντοπιολαλιά των ανθρώπων του νησιού. Την ιστορία της δέσποινας και της κόρης της. Όμως με την Αελια δε τα πήγαμε καλα. Ένιωθα σαν να έπρεπε σώνει και ντε να την λυπηθώ.
Η γραφή άλλαζε κατά διαστήματα. Στη αρχή κόλλησα γιατί ο τρόπος Εκφράσεων κάτι μου θύμιζε από αλλα βιβλία . Μετά άλλαξε παλι και στο τέλος ξανά η ίδια γραφή. Σε γενικές γραμμές ήταν ωραίο. Απλα για μενα είχε παραπάνω τραγική υπερβολή από όσο μπορώ να διαχειριστώ σαν αναγνωστρια.
Ήταν όμως και πολύ «μπουκωμένο» Αισθήμα. Μυστηριο Αστυνομικό. Υπέρ φυσικο Ψυχολογικό Δε χωράνε όλα τα είδη σε ένα μονο βιβλιο κατά τη δικη μου κρίση πάντα.
Στα θετικά ειναι οι πληροφορίες για το νησί που δε τις γνώριζα. 😊
ΜΕΣΟ...ΤΕΧΝΗΣ!! Λίτσα Κοντογιάννη Αυτό το βιβλίο μπορούμε να πούμε πως αποτελεί μια φυσική συνέχεια του πρώτου βιβλίου της κυρίας Παναγοπούλου «Είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου», αλλά κατά κάποιον τρόπο μπορούν να διαβαστούν και ανεξάρτητα. Κι αυτό γιατί πρόκειται για δύο αυτοτελής ιστορίες, οι δε «Κλεμμένες λιακάδες» όμως είναι βαθιά σημαδεμένες από το προηγούμενο βιβλίο, αν και η ιστορία διαδραματίζεται 16 χρόνια μετά, και χωρικά μας μεταφέρει από τον παγωμένο Καναδά στο μαγευτικό Φισκάρδο της Κεφαλονιάς. Η περιγραφή της όλης περιοχής γίνεται από την συγγραφέα με έναν απόλυτα μαγικό και παραστατικό τρόπο και είναι σαν να βλέπουμε τα τοπία με τα ίδια μας τα μάτια. Χωρίς υπερβολές η αφήγηση είναι πολύ δεμένη, και δεν δημιουργεί στον αναγνώστη δυσφορία ή βαρεμάρα. Ίσα ίσα που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του, έτσι ώστε να προσπαθεί εναγωνίως να μάθει τι συμβαίνει στη συνέχεια. Μια δυναμική και καθηλωτική πλοκή όπου δεν λείπουν οι εντάσεις και οι συνεχής ανατροπές. Η συγγραφέας με τη μοναδική της γραφή μπορεί και μπαίνει μέσα στη ψυχοσύνθεση του εκάστοτε ήρωα αλλά και στα άδυτα ενός ταραγμένου μυαλού. Οι ήρωες της ιστορίας είναι απόλυτα αληθινοί, με τις αδυναμίες τους, και δεν είναι άμοιροι ευθυνών για όσα συμβαίνουν. Όλοι είναι απόλυτα συνδεμένοι μεταξύ τους. Όλο αυτό το σκηνικό συνθέτει ένα εκπληκτικό κοινωνικό και ψυχολογικό θρίλερ με κάποια αστυνομικά στοιχεία. Η αφήγηση περιέχει πολλά στοιχεία όπως τη φιλιά, τον έρωτα, παλιά λάθη που οδηγούν σε απωθημένα και στη πορεία σε νοσηρές καταστάσεις, στη δίψα για εκδίκηση και μια ίσως «περίεργη» απόδοση της δικαιοσύνης. Το κύριο θέμα είναι αν τελικά θα μπορέσουν να ξεπεράσουν οι ήρωές μας τα λάθη του παρελθόντος, για τα οποία δεν φταίνε μόνο οι ίδιοι, και να μπορέσουν επιτέλους να τραβήξουν στη ζωή τους μπροστά, να πάνε παρακάτω, αφήνοντας τις μελανές μνήμες τους αλλά και να επουλώσουν τις όποιες πληγές τους, όπως ακριβώς αγωνιζόμαστε όλοι μας να κάνουμε στη καθημερινή μας ζωή. Αυτό όμως προϋποθέτει να έχουν μπει όλα στη θέση τους και όλοι να έχουν τη νηφαλιότητα να θέσουν τα πάντα σε νέες βάσεις για να μπορούν να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα.