Ένα ταξίδι που αρκετοί έχουμε κάνει: Αθήνα – Θεσσαλονίκη με το τρένο των εννιά. Ένας φτωχός πλην τίμιος συγγραφέας συναντά την ιδανική ηρωίδα για το επόμενο βιβλίο του. Έτσι το ήθελε η μοίρα, κι έτσι έγινε. Εκείνη του αφηγείται ιστορίες γεμάτες φόνους, τρόμο και παράνοια, κι εκείνος αρχίζει να φαντάζεται το πολυπόθητο best seller του. Όταν το ταξίδι τελειώνει, ο συγγραφέας κάνει ένα μοιραίο λάθος και κινδυνεύει να γίνει και ο ίδιος πρωταγωνιστής των ιστοριών της. Οι «Φόνοι στην Κρυστάλλη» είναι μια άκρως σουρεαλιστική ιστορία που ακροβατεί ανάμεσα στη λογική και στη φαντασία.
Θέλω τόσο πολύ να ξεκινήσω το rant για αυτό το βιβλίο, αλλά πιστεύω ότι οφείλω να πω μερικά λόγια για την υπόθεση.
Well, η ιστορία μας ξεκινά σε ένα τρένο. Ο αφηγητής μας, ετοιμάζεται να ταξιδέψει για τη Θεσσαλονίκη. Μέσα στο τρένο όμως, συναντά μια γυναίκα που του τραβά την προσοχή. Η γυναίκα αυτή, λες και καταλαβαίνει το πόσο έχει συνεπάρει τον αφηγητή, τού πιάνει την κουβέντα και του εξιστορεί σιγά σιγά την ιστορία της ζωής της. Έλα όμως που η "ιστορία της ζωής της" είναι μπηχτές πως έχει σκοτώσει την οικογένειά της και μια σειρά από φριχτές ζωοκτονίες! And that's it, that's the plot...
Από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, μού δόθηκε να καταλάβω πως πρόκειται για μια "εύπεπτη" ιστορία (κι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό παιδιά μου, δεν χρειάζεται ό,τι διαβάζουμε να είναι το Έγκλημα και Τιμωρία!) με έντονες δόσεις μαύρου χιούμορ και δεν ήμουν αντίθετη στο να διαβάσω κάτι τέτοιο. Στη συνέχεια όμως, κατάλαβα πως η γραφή, δεν είναι τόσο έξυπνη όσο θα έπρεπε να είναι.
Οι χαρακτήρες είναι δυστυχώς μονοδιάστατοι, και οι διάλογοι μοιάζουν λες κι έχουν γραφτεί από edgy έφηβο, που όμως δεν έχει επίγνωση του πόσο cringe είναι. Ακόμα, δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι αυτό πέρασε από επεξεργασία πριν εκδοθεί, δεδομένου τις τρύπες στην πλοκή και το timeline που δεν βγάζει κανένα νόημα. Όχι αγάπη μου, δεν γίνεται η πρωταγωνίστρια τη μια να είναι ζάπλουτη, την άλλη φτωχάντζα και ο άντρας της, τη μία παράλυτος, την άλλη χωρίς πόδια! Και όχι, το έχω κάνει το ταξίδι Αθήνα - Θεσσαλονίκη με τρένο, δεν είναι τόσο σύντομο όσο θες να μας κάνεις να πιστέψουμε!
Όσο αφορά την υπόθεση, είναι όπως καταλαβαίνετε, αρκετά βαριά, ειδικά από τη στιγμή που διαβάζουμε αναλυτικά για μια βλαμμένη που σκοτώνει ζωάκια. Αλλά είναι κυρίως αυτό. Torture porn αλλά με ζώα. Είναι ζωοκτονία, πίσω από ζωοκτονία, πίσω από ζωοκτονία. Ξεκάθαρα φτιαγμένο έτσι απλά για να σοκάρει. Αλλά shock value και καλή ιστορία δεν πάνε απαραίτητα μαζί. Αυτό συμβαίνει μόνο αν έχεις ταλέντο.
Και δεν λέω, γενικά δεν μού αρέσει να διαβάζω/βλέπω ιστορίες όπου πεθαίνουν ζώα, αλλά ξέρετε τι; Ίσως δεν θα με ενοχλούσε (αν και σίγουρα θα με στεναχωρούσε) άμα μιλάγαμε για μια καλή ιστορία στο σύνολό της. Π.χ. η σειρά Midnight Mass, έχει στο πρώτο επεισόδιο να πεθαίνουν γατιά και στο δεύτερο να πεθαίνει ένας σκύλος. Κι όμως, τη θεωρώ τρομερή σειρά. Γιατί έχει πολυδιάστατους χαρακτήρες, υπόθεση που σε βάζει στη διαδικασία να σκεφτείς τι θα γίνει στη συνέχεια και έντονη δράση, όσο πλησιάζουμε στην κορύφωση. Αλλά σε αυτό το βιβλίο, όλα αυτά έλειπαν.
Με ενόχλησε επίσης, το πόσο ανόητοι ήταν οι χαρακτήρες. Και ξεκάθαρα ήταν βλάκες επειδή εξυπηρετούσε την πλοκή. Η κατά συρροή δολοφόνος πρωταγωνίστρια, ποτέ δεν κάνει καμία απόπειρα να καλύψει τα εγκλήματά της. Αντιθέτως, τα ομολογεί στον αφηγητή. Συν πως αναφέρεται σε έρευνες της αστυνομίας για τους θανάτους των συγγενών της, με αποτελέσματα που οδηγούν στην ίδια. Κι όμως παραμένει έξω. Γιατί; Γιατί έτσι, έχει λέει "¨ταλέντο να μην την πιάνουν." Πες μου ότι δεν ήξερες τι να γράψεις εδώ, χωρίς να μου πεις ότι δεν ήξερες τι να γράψεις εδώ.
Αλλά και ο αφηγητής, που είναι ξεκάθαρο self insert του συγγραφέα, δεν πάει πίσω! Από την αηδία που του προκαλεί η αφήγηση/εξομολόγηση της τύπισσας στο τρένο, το τζιμάνι, αποφασίζει να μην κατέβει Θεσσαλονίκη - που ήταν ο αρχικός του προορισμός - αλλά να ξαναπάρει καπάκι, το τρένο για την Αθήνα. Γυρνώντας στην Αθήνα, παίρνει μια φίλη του και οπλισμένοι, μπουκάρουν στο σπίτι της serial killer (μη ρωτάτε πού ήξερε το σπίτι της, απλά το ήξερε!) Κι εκεί, τους πιάνει στα πράσα η άλλη. Οπλισμένοι αυτοί, άοπλη εκείνη, κι όμως, καταφέρει με απειλές να τους κάνει να μην της κάνουν κακό. Και τα ζωάδια που μπούκαραν, όχι μόνο δεν την πυροβολούν, αλλά κάθονται και σούζα σε ό,τι τους λέει.
Και φυσικά, τι έλειπε από αυτό το βιβλίο; Το ρομάντζο. Ναι, το ρομάντζο κυρίες και κύριοι!
Γιατί μετά από όλες αυτές τις μαλακίες που προηγήθηκαν, είναι πολύ πιστευτό το ότι οι δύο πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες θα ερωτευτούν #not. Κι όμως! Η serial killer, ζητά από τον αφηγητή να μείνει στο σπίτι της. Υπόσχεται πως δεν θα τον πειράξει, εκείνος θα πάρει έμπνευση από εκείνη για το καινούργιο του βιβλίο, και θα κρατάνε συντροφιά ο ένας στον άλλον. Και το χαϊβάνι, προφανώς και δέχεται. Μερικά κεφάλαια προς το τέλος, είναι με αυτούς τους δύο να ζουν σαν ζευγάρι. Συν ότι έχουμε και αλλαγή του POV και για λίγο, όσο οι δυο τους είναι σε αυτή τη φάση, οπότε περνάμε και λίγο χρόνο στο μυαλό της serial killer. Το κομμάτι αυτό, ειδικά το κομμάτι με το POV της τύπισσας, μοιάζουν να μην ανήκουν καθόλου στο συγκεκριμένο βιβλίο. Έλα όμως που το βιβλίο, δεν έχει τελειώσει με το να μας προσφέρει "ανατροπές".
Ίσως εδώ να έβαζα ένα 'spoiler alert' αλλά αμφιβάλω ότι θα κάτσει όντως κάποιος και θα το διαβάσει αυτό το βιβλίο. Και δεν εννοώ λόγω της κριτικής μου, αλλά καταλαβαίνω ότι γενικά, πέρασε στην αφάνεια. Συν ότι, δεν με ενδιαφέρει κιόλας που θα "μαρτυρήσω" το τέλος...
Στο τελευταίο κεφάλαιο λοιπόν παιδιά μου, βλέπουμε ότι ο πρωταγωνιστής, έχοντας ολοκληρώσει το βιβλίο του, πάει να χαρίσει ένα αντίτυπο στη serial animal killer της καρδιάς του. Την πόρτα όμως του ανοίγει ένα κορίτσι που έχει το ίδιο όνομα με αυτή. Και του λέει ότι η γυναίκα που ψάχνει, είναι η γιαγιά της, που πέθανε πριν εκείνη γεννηθεί. Και μένουμε λοιπόν με αυτό το ερώτημα: Ήταν η γυναίκα αυτή πραγματική, ή ήταν απλά ένα φάντασμα;
Θα σας απαντήσω εγώ: Δεν με νοιάζει. Αυτό που θα ήθελα να μην είναι πραγματικό, είναι το πόσο χάλια είναι αυτό το βιβλίο.
Κάπου είδα επίσης, να γίνεται συζήτηση για το αν είναι αστυνομικό ή τρόμου. Θα σας απαντήσω και σε αυτό: Δεν έχει σημασία, γιατί αποτυγχάνει και σαν αστυνομικό και σαν βιβλίο τρόμου. Είναι προχειρογραμμένο, καθόλου έξυπνο όσο αφορά την πλοκή και τους χαρακτήρες και ακόμα και το μαύρο χιούμορ που εντόπισα στις πρώτες σελίδες και ήλπιζα να με κρατήσει, δεν αργεί να 'σαπίσει΄.
Σίγουρα δεν το διάβασα με σκοπό να γράψω έπειτα μια αρνητική κριτική, αλλά μιλάμε για ένα βιβλίο με μηδέν redeeming qualities, οπότε, καταλαβαίνετε και τους λόγους που του δίνω τη βαθμολογία που του δίνω.
If you made it this far, congratulations! 'Til next time, take care :) :) :)
Ο Κωνσταντίνος Ιωακειμίδης τα έχει όλα σε υπερθετικό βαθμό: φαντασία, ταλέντο, χιούμορ, δυνατή ενσυναίσθηση και φυσικά καταπληκτική πένα και για ακόμα μια φορά μας το αποδεικνύει μέσα από το βιβλίο του. Η ιστορία ξεκινάει με δύο συνταξιδιώτες, τον συγγραφέα και την Μαρία (την έμπνευση του) μια δυναμική γυναίκα με ... δολοφονικό παρελθόν. Την ιστορία της ζωής της αποφασίζει του την διηγηθεί ώστε να πραγματοποιήσει το όνειρο κάθε συγγραφέα, να δει το βιβλίο του να γίνεται best seller, μόνο που η κατάσταση κάπως ξεφεύγει και ο συγγραφέας βρίσκεται σε μια τραγελαφική κατάσταση. Ο Κωνσταντίνος πλέκει αριστοτεχνικά το χιούμορ με τον τρόμο, το φυσικό και το υπερφυσικό σε μια ιστορία γεμάτη μυστήριο με πολλές ανατροπές. Ο αναγνώστης θα διασκεδάσει μα και θα προβληματιστεί με ένα βιβλίο αρκετά διαφορετικό από όλα τα υπόλοιπα καθώς ο συγγραφέας (ο Κωνσταντίνος δηλαδή) δεν μπλέκει με συγγραφικές νόρμες αντιθέτως μας προσφέρει ένα ανάγνωσμα όπου δεν σε αφήνει να το αφήσεις μέχρι τελευταίας σελίδας. Ένα βιβλίο που όσο εύκολα θα σε κάνει να δακρύσεις από τα γέλια το ίδιο εύκολα θα σε κάνει να κλάψεις με την ζωή της Μαρίας μιας αρκετά τραγικής ζωής θα λέγαμε η οποία χρησιμοποιεί ένα από τα πιο δυνατά όπλα απέναντι στον πόνο, το χιούμορ. Θεωρώ δε πως το συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι μόνο για όσους διαβάζουν αστυνομικά ή λογοτεχνία του τρόμου αλλά για κάθε αναγνώστη με υψηλές απαιτήσεις!
Ένας συγγραφέας που πάντα θα αναζητά έμπνευση και ιστορίες, μια μυστηριώδης επιβάτισσα στο τρένο για Θεσσαλονίκη, κάποιες ζωοκτονίες στην Κρυστάλλη αποτελούν τους θεματικούς άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η πιο σουρεαλιστική ιστορία που διάβασα ποτέ. Τι συμβαίνει και τα κατοικίδια της Μαρίας ψοφάνε το ένα πίσω από το άλλο; Ποια είναι η μυστηριώδης γυναίκα που θα συναντήσει ο Αλέξανδρος στο τρένο; Είναι αλήθεια τα όσα του περιγράφει; Πώς θα καταφέρει ο συγγραφέας να ξεφύγει από αυτό τον φαύλο κύκλο, μέσα στον οποίο ίσως έφερε ο ίδιος τελικά τον εαυτό του;
Η αφήγηση είναι γρήγορη και κυλάει με πυρετώδεις ρυθμούς. Πρωτοπρόσωπη, στην αρχή διασκεδαστικά ασυνάρτητη, να δείχνει τον πανικό του συγγραφέα που μας αφηγείται την ιστορία για το πώς θα απαγκιστρωθεί από το φασαριόζικο περιβάλλον του ώστε να επικεντρωθεί στην ηρωίδα του και στις αφηγήσεις που του εκμυστηρεύεται. Χιο��μορ και έξυπνες ατάκες συγκροτούν μια απίθανη ιστορία, με πρωταγωνίστρια μια γυναίκα που έκατσε στο διπλανό κάθισμα μιας επιβατικής αμαξοστοιχίας. Ομολογώ πως οι ζωοκτονίες είναι ανατριχιαστικά ρεαλιστικές κι αφθονούν, σε τέτοιο βαθμό που αναρωτήθηκα για τη χρησιμότητά τους, σύντομα όμως η πλοκή αλλάζει κι αρχίζει το ενδιαφέρον παιχνίδι μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας με το απρόσμενο τέλος.
Οι «Φόνοι στην Κρυστάλλη» είναι ένα ενδιαφέρον πείραμα του Κωνσταντίνου Ιωακειμίδη, που ήδη μας χάρισε ένα τρυφερό και κοινωνικό μυθιστόρημα (τη «Γριά βαλίτσα») και ένα συναρπαστικό αφήγημα («Η φωνή μέσα μου»). Ακροβατεί ανάμεσα στον τρόμο, το χιούμορ και τη φαντασία κι έχει ενδιαφέροντα θετικά χαρακτηριστικά.
Είναι το δεύτερο βιβλίο του συγγραφέα που διαβάζω και έχω να δηλώσω πως που άρεσε πολύ. Η γραφή είναι σύγχρονη, μοντέρνα και ρέει αβίαστα. Υπάρχει έντονο χιούμορ, αυτοσαρκασμός, προβληματισμοί και ένας υπέροχος σουρεαλισμός. Τα ηθικά διδάγματα πολλά και οι αναφορές σε διάφορα θέματα που μαστίζουν την κοινωνία μας είναι αμέτρητες, όπως λόγου χάρη η κακομεταχείριση των ζώων, η μοναξιά, ο φόβος και άλλα πολλά. Θα συναντήσει κανείς αλληγορίες και θα συσχετίσει τα παράλογα με τα λογικά. Οι περισσότεροι συγγραφείς στην αρχή δημιουργούν ήρωες, ύστερα αυτοί οι ήρωες σα να παίρνουν σάρκα και οστά και τους γίνονται οικείοι. Κατά τη διάρκεια στης συγγραφής συμβαίνει πολλές φορές η πραγματικότητα να μπερδεύεται με τη φαντασία και μια περίπου τέτοια υπόθεση έχουμε εδώ. Η ηρωίδα γίνεται περισσότερο ενεργή από ό,τι θα ήθελε ο συγγραφέας και πράττει πράγματα που δεν του αρέσουν ή που ενδόμυχα παρακαλούσε να συμβούν. Τα διλλήματα είναι πολλά και ο καθένας θα κατευθυνθεί εκεί που θέλει. Είναι μια ιστορία που μιλάει για τη μοναξιά, για την φιλία, την ανιδιοτελή αγάπη και τους δεσμούς της οικογένειας. Εντόπισα το σύνδρομο της Στοκχόλμης, όπου αντιστρέφονται αρκετές φορές οι ρόλοι και χάρηκα υπερβολικά με το τέλος το οποίο με συγκίνησε.