Εδώ απλώνεται η εγκαταλειμμένη πόλη των πύργων. Κατάξερη, σαν δέρμα ζώου που πέθανε στην έρημο. Χάρτης θεμελίων χωρίς κανένα υπόμνημα, καρφωμένος πάνω σε ανεξήγητα σημάδια. Μ' ένα ελάχιστο βήμα γκρεμίζεται ακόμη ένα πηγάδι, θρυμματίζεται άλλη μια πύλη. Ο χάρτης βουλιάζει αργά, πέτρες και χώματα σκεπάζουν τη μισοφωτισμένη του μνήμη. Νεογέννητα φιδάκια σέρνονται μέσα στα χάσματα. Τυφλά σαρκοφάγα ζώα οσμίζονται τον σταματημένο αέρα. Εδώ σαπίζουν ιστορίες που δεν ειπώθηκαν ποτέ, κείτονται άταφες στις αυλές του χρόνου, αιώνες και χρόνια στοιβαγμένες στις κρύπτες των πανικόβλητων τοκογλύφων, στις σκοτεινές στοές της αρένας.
Η Μελανία Δαμιανού ζει στην Αθήνα, όπου σπούδασε ζωγραφική και φωτογραφία στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Έχει ασχοληθεί με την εικονογράφηση. Η Λιτανεία του χρόνου είναι το πρώτο της βιβλίο.
Κάπου, κάποτε, μια πόλη (;) καταστρέφεται ολοσχερώς από τους εχθρούς. Όσοι επέζησαν, περιφέρονται σαν ζόμπι, ανάμεσα στα συντρίμμια – τάφους, καταδικασμένοι να ζουν ξανά και ξανά τη σφαγή.
Ένα - το λες και - μεταποκαλυπτικό σκηνικό, με σκηνές βίας, ξεδιπλώνεται στις σύντομες ιστορίες της Δαμιανού, οι οποίες δείχνουν – ή μάλλον αποτυπώνουν μια κραυγή για – για ένα δυστοπικό μέλλον με ζωντανούς – νεκρούς, χωρίς φως, χωρίς μουσική, χωρίς βιβλία.
"Αν σταματήσω να γράφω, θα ξεχάσω ποια είμαι", βλέπεις κάπου. Ευτυχώς, η Δαμιανού δεν αφήνει να ξεχαστούν «όλα αυτά που δεν θα τα μάθει κανείς», όσο σκληρά και αν είναι. Για το χθες, το σήμερα, το αύριο.
Ένα μικρό βιβλίο, βαρύ, πηχτό, κρυπτικό, ζωγραφισμένο με χρώματα μελανά. Δεν είναι τυχαία η επιλογή της λέξης «ζωγραφισμένο» αντί γραμμένο, γιατί σου δίνεται διαρκώς η αίσθηση πως αντικρίζεις προσχέδια ενός χιμαιρικού πίνακα του Μπος. Η αέναη κυκλικότητα της ζωής, η αιώνια επανάληψη ερώτων και λαθών, πόθων και παθών είναι διαρκώς παρούσα. Ένα βιβλίο για τον ατελείωτο χειμώνα της ύπαρξης.
"Μέσα στον αόρατο καταρράχτη πέφτουν παφλάζοντας στο κενό ιστορίες ιερών σπηλαίων και θανατηφόρων σχέσεων, βίοι γυναικών που λιθοβολούσαν τα σκοτάδια, ανώνυμοι στρατιώτες που ξεχάστηκαν στις άκρες των μαχών. Πέφτουν κι ανακατώνονται μες στις χωματερές του χρόνου ονόματα, ενδύματα, συνήθειες καθημερινές και φράσεις σπάνιες, αόρατα και ορατά υπολείμματα του ανερμήνευτου παρελθόντος. Ζωές ατάκτως ερριμμένες διακόπτονται βίαια κι άλλες μόλις αρχίζουν να ξεπροβάλλουν, σαν επιτύμβιες στήλες. Κι ο χρόνος σημαδεύει τα θηράματα, δένει βαθύ κόκκινο νήμα στους αστραγάλους τους, για να μπορεί να ξεχωρίζει ποιους θα σπρώξει μέσα στο χαντάκι και ποιους θ' αφήσει λίγο ακόμη να ξεγελαστούν".