Το γυφτόπουλο έπαιζε µε σκέρτσο και κάπου κάπου, εκεί που έπρεπε, βάραγε δυνατά, ντουµ, ντουµ,ντουµ, ξεχώριζε το ντέφι. Άλλες φορές πάλι πήγαινε γρήγορα µπροστά από τους άλλους και αυτοί έτρεχαν, και άλλες καθυστερούσε και πήγαινε το τραγούδι σε βαρύ πωγώνι. Του ’ριχναν αγριεµένες µατιές, αυτό έκανε τον αδιάφορο, µόνο ο ακορντεονίστας το κοιτούσε µε χαµόγελο και το σκούνταγε στην πλάτη. Στο τέλος τούς κάνει κι ένα γερό µπέρδεµα, έλεγες βαράει στον γάµο του Καραγκιόζη, αλλά πώς το ’πλασε, πώς το πήγε, βρέθηκαν σε λιγάκι όλοι µαζί σε µια δεµένη µουσική που αγάλλιασε τις καρδιές. «Γεια σας, καµάρια», φώναξε ο Μενέλης.
Ο Σωτήρης Δημητρίου (1955-) γεννήθηκε στην Πόβλα Θεσπρωτίας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Το έργο του έχει τιμηθεί με το βραβείο διηγήματος της εφημερίδος "Τα Νέα" (1987), δύο φορές με το βραβείο διηγήματος του περιοδικού "Διαβάζω" (η τελευταία το 2002 για το βιβλίο του "Η βραδυπορία του καλού"), μία φορά με το βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2013), ενώ το μυθιστόρημά του "Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου" ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας. Κείμενά του έχουν μεταφερθεί πολλές φορές στον κινηματογράφο, σε ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους ("Αμέρικα" του Σάββα Καρύδα, "Απ' το χιόνι" του Σωτήρη Γκορίτσα, "Τα οπωροφόρα της Αθήνας" του Νίκου Παναγιωτόπουλου, κ.ά.)
Η γλώσσα δεν είναι αρκετή για να καλύψει την απουσία πλοκής και τη δυσκολία να ξεχωρίσει ο αναγνώστης τους διαφορετικούς χαρακτήρες.. Κάποιες από τις ιστορίες όμως, αφοπλιστικά αληθινές. Συμπαθές αλλά το κλείνεις το ξεχνάς, κι ας έχει πρωταγωνιστές από τα μέρη του πατέρα μου (Πυρσογιαννίτης).
Χωρίς πλοκή, χωρίς καλά-καλά να καταλαβαίνω ποιος είναι ποιος. Αλλά σημασία έχουν οι ιστορίες πίσω από τα πρόσωπα και πίσω από τα λόγια. Κι αυτές είναι πάντα αληθινές.