Τη στιγμή που η Δαναή χάνεται στη γέννα, ο άντρας της ο Γιώργης, μαγνητισμένος από την Κίρκη του Κάστρου και από τις χάρες της, αμελεί να γυρίσει και μόλις που διαφεύγει από τη σφαγή των χριστιανών από τους Τουρκοκρητικούς στο μεγάλο Κάστρο, τον Αύγουστο του 1898. Είναι η στιγμή όπου γεννιέται ο ήρωας ενός ολόκληρου κόσμου. Και μαζί του η Κρητική Πολιτεία, που λίγα χρόνια αργότερα θα οδηγήσει στην Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Αυτός είναι ο αιώνας του ζωγράφου, του Ανέστη, κι η ιστορία του είναι η διαδρομή πολλών ανθρώπων, που έζησαν και πέθαναν μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου. Δεν είναι μόνο ο Ανέστης που παρασύρει τον αναγνώστη στις ατραπούς μιας ανεξήγητης μοίρας, είναι κι εκείνοι που συνδέονται μαζί του με δεσμούς αίματος –ο παππούς Λεωνίδας, η θεια-Λουλουδιά, η Μυρσίνη–, αλλά κι εκείνοι με τους οποίους μοιράζεται εμπειρίες, πάθη, οράματα, η κυρα-Ευτέρπη, η Χριστίνα, η Ισιδώρα και προπαντός ο Μικέλε. Είναι και οι τόποι, η Κρήτη, ο Πειραιάς, η Μακεδονία, που παραδομένοι στις φλόγες και στα καπρίτσια της μεγάλης Ιστορίας δημιουργούν μια υποβλητική ατμόσφαιρα από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα.
Στο μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα, ο άνθρωπος γίνεται έρωτας, γίνεται πόλεμος, γίνεται θάνατος, γίνεται τέχνη, ώσπου να ξαναγίνει άνθρωπος.
Πόσο ωραία γραφή, λυρική αλλά μεστή, χωρίς εξάρσεις και υπερβολές, αλλά με λόγο που περνάει μήνυμα απευθείας στην καρδιά και το μυαλό δημιουργώντας εικόνες και συναισθήματα! Το βιβλίο πραγματεύεται τη φρίκη του πολέμου, την πάλη του ανθρώπου με τους δαίμονές του (τις "σκιές" του τίτλου), την προσπάθεια για εξιλέωση και συγχώρεση. Και όλα αυτά στο περιβάλλον της Κρήτης και μέσα στη δίνη της θυσίας της Κρήτης για την ένωσή της με την Ελλάδα και χρονικό πλαίσιο τους πρώτους βαλκανικούς πολέμους! Εξαιρετική η περιγραφή της κατάστασης στο μέτωπο, της ψυχικής κατάστασης των στρατιωτών και των τραυμάτων και ουλών που αφήνει ο πόλεμος στην ψυχή του ανθρώπου. Επίσης εξαιρετική η περιγραφή του εσωτερικού πολέμου του ανθρώπου με ιδιαίτερα ταλέντα που όμως δεν θεωρούνται τέτοια στο περιβάλλον που ζει και της πορείας προς τα βήματα της πραγματοποίησης του ονείρου / πεπρωμένου. Θα ψάξω και τα υπόλοιπα βιβλία της συγγραφέως και ελπίζω να μου αφήσουν αντίστοιχη ευχάριστη επίγευση.
Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές. Αποτύπωνε στον καμβά του τη ζωή, τον πόλεμο, τις μάχες, τη φλόγα, μα πάνω απ’ όλα εκείνη! Γεννήθηκε την ημέρα της σφαγής στο Ηράκλειο το 1898, οδηγώντας τη μάνα του στον θάνατο και τον πατέρα του στην απόγνωση. Μεγάλωσε, πάλεψε με τον φόβο, πίστεψε στα όνειρά του. Έγινε ζωγράφος, ξέφυγε, σπούδασε. Κι όμως ένα ανομολόγητο μυστικό τον κυνηγά από τότε που πάλεψε στα χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου κι από τότε που μύρισε τη γυναικεία σάρκα. Είναι ο Ανέστης Σταυρογιαννάκης κι αυτή είναι η ζωή του.
Η Τέσυ Μπάιλα άπλωσε στις σελίδες του νέου της βιβλίου όλα τα καλά υλικά που μάζεψε και κράτησε μέσα της όλα αυτά τα χρόνια που γράφει και διαβάζει και συγκρότησε ένα άρτιο, ξεχωριστό κι εντελώς προσωπικό μυθιστόρημα που με ταξίδεψε από το Ηράκλειο και τα Χανιά των τελών του 19ου αιώνα ως τον Πειραιά των αρχών του 20ού, στα χαρακώματα του μακεδονικού μετώπου κι από κει στην Αθήνα και πίσω στην Αμμουδάρα. Ένα δύσκολο ταξίδι από πόλη σε πόλη κι από εμπειρία σε εμπειρία, που αντρειώνει τον πρωταγωνιστή, του συστήνει τα τερτίπια αλλά και τα χαμόγελα της ζωής, τον ωριμάζει, τον τραυματίζει ψυχικά, τον δοκιμάζει, τον κάνει άνθρωπο με σάρκα και οστά, αποκολλώντας τον έτσι από τις άψυχες χάρτινες σελίδες.
Ποικίλα βιώματα, νέοι κάθε τόσο συνταξιδιώτες στο τρένο που λέγεται ζωή, σημεία αναφοράς στα οποία επιστρέφει η σκέψη όταν το επιβάλλει η ανάγκη, ιστορικά γεγονότα που επηρεάζουν όχι μόνο τις εξελίξεις αλλά και τον ψυχισμό των χαρακτήρων. Γενναίος, αυτοδύναμος, στιβαρός, απαιτητικός φέρελπις νέος μετατρέπεται σε πληγωμένο, πονεμένο, αμίλητο, κουρελιασμένο σαρκίο όταν γεύεται του πολέμου το αίμα και της οδύνης το χάδι. Τι του συνέβη; Γιατί χάθηκε το χαμόγελο από τα χείλη; Πώς θα επιστρέψει στη ζωή του, πώς θα συνηθίσει το κυνήγι της σκέψης που δεν παύει να του φέρνει στον νου εκείνη, τη μία και μοναδική, όχι τις άλλες που γνώρισε κι αγάπησε αλλά την ίδια τη φωτιά, τη Γυναίκα;
Η πλοκή είναι απρόβλεπτη και δεν μπόρεσα πουθενά να μαντέψω πώς θα εξελιχθούν τα γεγονότα, τι θα απογίνουν οι επιλεγμένοι χαρακτήρες και πώς θα τελειώσει αυτό το υπέροχο οδοιπορικό ψυχής. Μακριά από τις σειρήνες της ευκολίας και τη γλύκα του στερεότυπου, η συγγραφέας πλάθει με τη δική της συνταγή ένα κείμενο μέσα από το οποίο ξεπηδούν χιλιάδες πανανθρώπινα και διαχρονικά μηνύματα: η σημασία της τέχνης για τη διατήρηση της μνήμης και του κάλλους, η δύναμη που πρέπει να έχουμε όλοι ώστε να πιστέψουμε αλλά και να εμπιστευτούμε τα όνειρά μας, το πώς πρέπει να φερθείς στις τύψεις που κουβαλάς και με ποιον τρόπο ν’ αλαφρώσεις απ’ αυτές, μιας και οι συνέπειές τους είναι δυσβάσταχτες για την ψυχική και σωματική υγεία, να ακολουθείς τα όνειρά σου και να ακούς πάντα την καρδιά σου, να μη σταματάς στα εμπόδια και να ζεις τη δική σου αλήθεια, αυτήν που έχουμε όλοι μέσα μας και πάρα πολλά άλλα.
Χάρη στους παραστατικούς διαλόγους και τις συναρπαστικές, σχεδόν κινηματογραφικές σκηνές, έζησα από κοντά όλη τη ζωή του πρωταγωνιστή και με γέμισαν πολλά αντιφατικά συναισθήματα κατά την πορεία του στη ζωή, εμπνευσμένα από τη συμπεριφορά του ίδιου ή των ανθρώπων που συναναστράφηκε όσο μεγάλωνε κι ανακάλυπτε το ταλέντο του και τις δικές του επιθυμίες. Δε θα ξεχάσω όμως ποτέ το πώς απέναντι στην τρέλα και το παράλογο του πολέμου ο Ανέστης πρότασσε τους πίνακές του, ξέφευγε δηλαδή από τη βρώμα και τις κακουχίες σχεδιάζοντας με κάρβουνο ελπίδες, όνειρα και ψυχές. Πόσο πιο τρανταχτό το μήνυμα για την απαραίτητη ύπαρξη της τέχνης στη ζωή μας, ένα καταφύγιο που όλοι χρειαζόμαστε όταν τα πάντα γύρω μας καταρρέουν;
Το μυθιστόρημα ξεκινάει με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός μυστηριώδους άντρα που επιστρέφει στο σπίτι όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Ανέστης. Η δική του ματιά και οι σκληρές περιγραφές ενός τώρα ερημωμένου σπιτιού με έβαλαν από την αρχή στο κλίμα και το πνεύμα της αφήγησης που θα ακολουθήσει. Δωμάτιο προς δωμάτιο, γωνία με γωνία, σκιαγραφήθηκαν τα πρώτα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της οικογένειας του ανθρώπου που «έπαιζε με τις σκιές» ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόμουν ποιος είναι αυτός που επέστρεψε στο σπίτι και ανακαλύπτει τους πίνακες του καλλιτέχνη. Ο άντρας αυτός, ποτισμένος από την ιστορία του Ανέστη, κάθεται και την καταγράφει σ’ ένα τετράδιο κι έτσι το βιβλίο από τη δεκαετία του 1970 γυρίζει στο μακρινό 1898, την ημέρα της σφαγής του Ηρακλείου. Ο άγνωστος αφηγητής δεν εμφανίζεται συχνά, αποφεύγοντας έτσι τον κίνδυνο να αποσυντονίσει τον αναγνώστη, παρά μόνο τρεις φορές συνολικά, οπότε χάρη σε αυτό το τέχνασμα λύνεται και το εμπόδιο του πώς να αφηγηθείς το πέρασμα τόσων χρόνων χωρίς να κουράσεις τον αναγνώστη. Μέσα από τη ματιά του αγνώστου λοιπόν, τους συλλογισμούς του, την επιθυμία του να αποτυπώσει στο χαρτί τον βίο του σημαντικού αυτού ζωγράφου, φεύγουν σαν πουλιά τα χρόνια που δεν είχαν γεγονότα ν’ αφηγηθούν κι από τον ειδυλλιακό Πειραιά και τα πρώτα βήματα του Ανέστη στο Σχολείο των Τεχνών πέφτουμε απότομα στα χαρακώματα του πολέμου κι όταν πια η ιστορία κοντεύει στο τέλος της κι αχνοφαίνεται το πρώτο δάκρυ, στο τελευταίο κεφάλαιο δίνονται οι απαραίτητες εξηγήσεις κι ολοκληρώνεται τρυφερά και συγκινητικά μια πραγματικά δυνατή ιστορία.
Ο Ανέστης λοιπόν, ορφανός από μάνα ήδη από τη γέννησή του, είναι ένα παιδί που μεγαλώνει γεμάτο αγάπη από τον παππού του, Λεωνίδα, και τη θεία του, Λουλουδιά, αλλά ποτίζεται κι από μίσος για τον μέθυσο, σκληρό, αυταρχικό πατέρα του, που θεωρεί το παιδί αιτία να χάσει την αγαπημένη του γυναίκα. Η σφαγή στο Ηράκλειο, η βάναυση δηλαδή επίθεση των Τουρκοκρητικών στους χριστιανούς της πόλης με αφορμή την παράδοση των διοικητικών αρχών σε χέρια επιτέλους ελληνικά, έχει ως αποτέλεσμα να φανεί για λίγο η καλοσυνάτη καρδιά του πατέρα που φέρνει στο σπίτι τη Μυρσίνη, ένα μικρό κορίτσι που έχασε τη λαλιά της όταν είδε τη μάνα της σφαγμένη. Ο Ανέστης μεγάλωσε παρατηρώντας τα μαστορέματα του μαραγκού παππού του, ο οποίος επιπλέον δεν έχανε ευκαιρία να του εξιστορεί τα παθήματα της Κρήτης και γενικότερα της Ελλάδας, που ήταν έρμαιο των νιτερέσων των Μεγάλων Δυνάμεων. Με πόση συγκίνηση και γλαφυρότητα μάλιστα ζωντάνεψε την Επανάσταση του Θέρισου (1905)! Το χρώμα διείσδυσε σταδιακά στη ζωή του Ανέστη. Ο κακότροπος και αψίκορος πατέρας του τον ξυλοφόρτωνε για να μην καταντήσει τεμπέλης ζωγράφος και τσακωνόταν με τους δικούς του για τον αέρα με τον οποίο γέμιζαν τα μυαλά του παιδιού. Την 1η Δεκεμβρίου του 1913 εκμεταλλεύτηκε ο Ανέστης τους εορτασμούς της Ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα για να ξεκινήσει το δικό του ταξίδι μακριά από την τοξικότητα του πατέρα του και με πόνο ψυχής που άφηνε πίσω του αγαπημένα πρόσωπα.
Από κει και πέρα η ιστορία, το «ματωμένο παραμύθι», έχει πάρα πολλές εκπλήξεις και αναπάντεχα γεγονότα που θα αφήσω τον αναγνώστη να τα ανακαλύψει μόνος του, μιας και το μυθιστόρημα είναι ένα εξαιρετικό ψυχογράφημα, που αξίζει κανείς να ταξιδέψει μαζί του με τον δικό του τρόπο και ρυθμό. Θα σταθώ απλώς στον διασκεδαστικό, ελαφρόμυαλο λάτρη του ποδόγυρου, Μικέλε Γκαλιάτζο, απόγονο Ιταλού που παντρεύτηκε Κρητικιά. Είναι ένας αγαπημένος χαρακτήρας γιατί αποτελεί ένα ταιριαστό κοντράστ στην ήρεμη, προσγειωμένη, οργανωμένη ζωή του Ανέστη. Οι περιπέτειές του με τις γυναίκες, οι απόψεις του για τη ζωή, το χαμόγελό του, ακόμη τα είχα στο κεφάλι μου αρκετές ώρες αφού είχα τελειώσει την ανάγνωση. Ένα γλυκό, αισιόδοξο παιδί, αχώριστος φίλος του ζωγράφου, που βουτήχτηκε κι αυτό στη λαίλαπα του πολέμου, πάντα στο πλάι του Ανέστη κι από τότε άλλαξαν τα πάντα. Επίσης μου άρεσε η Χριστίνα, μοντέλο στο Σχολείο των Τεχνών, ανεξάρτητη, δυναμική, χωρίς να σκύβει το κεφάλι, γιατί δεν αποζητούσε έναν άντρα να κουρνιάσει κι ένα σπίτι για να κλειστεί μέσα του όπως τόσες γυναίκες της εποχής, αντίθετα, χάραζε τον δικό της δρόμο και φερόταν ακριβώς σαν τη «Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» του Ιάκωβου Καμπανέλλη.
Τρία είναι κυρίως τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα που επηρεάζουν τις εξελίξεις του μυθιστορήματος: το Ηράκλειο του 1898, ο Εθνικός Διχασμός και ο Παγκόσμιος πόλεμος. «Και σε όλη αυτή την πολυεπίπεδη και σύνθετη ιστορική συγκυρία, ένας ζωγράφος προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του και να ζωγραφίσει την ομορφιά του κόσμου, όταν η ομορφιά λιώνει στις φλόγες του πολέμου» (σελ. 268). Δόξα τω Θεώ έχουν αναλυθεί σε χιλιάδες μυθιστορήματα κι έχουν επηρεάσει ουκ ολίγες πλοκές τα ανωτέρω. Εδώ όμως, σε συνδυασμό με την τόλμη της Τέσυς Μπάιλα να καταγράφει με αφοπλιστική απλότητα αυτά που θέλει να χαρίσει στον αναγνώστη και την απαξίωσή της να βρει σχοινοτενείς συνδέσεις βαρετών γεγονότων, εδώ λοιπόν η Ιστορία συμβαίνει, γίνεται κι οι ήρωες αλλάζουν ρότα, δε ζουν δηλαδή αυτές τις εξελίξεις, αν εξαιρέσεις τα γεγονότα στο μέτωπο του Πολέμου, απλώς ο απόηχός τους φτάνει ως την πόρτα τους και τους ωθεί να κάνουν κάτι άλλο απ’ ό,τι σχεδιάζανε, γάμο, σπουδές, ταξίδι κλπ.
Πόσες φορές έχω συναντήσει κείμενα γεμάτα αγωνία να ενώσουν τον κενό χρόνο μεταξύ των βασικών γεγονότων της πλοκής, με αποτέλεσμα μια «κοιλιά» που επηρεάζει το σφίξιμο της δράσης και των εξελίξεων και συνεπώς μια αχρείαστη χαλάρωση! Αυτά δεν έχουν θέση στο έργο ενός πεπειραμένου συγγραφέα. «Ξέρω τι θέλω να πω και πού να το τοποθετήσω», είναι σα να σκέφτεται η Τέσυ Μπάιλα. Έτσι, δεν έπαψα στιγμή να αναρωτιέμαι για τη συνέχεια της πλοκής, δε σταμάτησα να πέφτω από τα ψηλά στα χαμηλά και πότε ν’ απολαμβάνω τις γιορτές και τους ζωγραφικούς πίνακες ή να κρυφοκοιτάω τα ερωτικά παιχνίδια του Μικέλε και του Ανέστη και πότε να κλείνω τα μάτια μπροστά στη φρίκη του χυμένου αίματος και των αναίτιων ακροτήτων κι όλα αυτά συντροφιά με τη γλαφυρότητα, τη δυνατή παραστατικότητα και τη ρεαλιστική απεικόνιση που μου χάρισε η δοκιμασμένη γραφή. Αν δεν είναι αρκετά τα ανωτέρω για να προεξοφλήσουν τη συμπάθεια ενός υποψήφιου αναγνώστη, σκεφτείτε πως σε αρκετές περιπτώσεις η δράση σταματάει σε καίριο σημείο για να συνεχιστεί αργότερα, μέσα από την αφήγηση αυτοπτών μαρτύρων που ζουν κάποια χρόνια αργότερα από εκείνη τη στιγμή. Σφιχτοί δεσμοί, πρωθύστερο, ρεαλισμός και λυρικότητα, όλα εξυπηρετούν μια δυνατή ιστορία που γίνεται ακόμη καλύτερη!
Το μόνο που με ξένισε ήταν η επιμονή της συγγραφέως να καταγράψει με κάθε δυνατή λεπτομέρεια τις απάνθρωπες ακρότητες της σφαγής στο Ηράκλειο και τις δυσκολίες στο μέτωπο του Πολέμου. Βιασμοί, ωμές περιγραφές χυμένων εντοσθίων, αιματοκυλισμένα κρανία που τσιμπολογάγανε τα σκυλιά, τσαλαπατήματα και ακρωτηριασμοί επέστρεψαν δριμύτερα ως περιγραφές στο μέτωπο, όπου έχουμε περιγραφές κομμένων άκρων, αιμοπτύσεις φυματικών, σουβλίσματα αρουραίων και πολλά άλλα. Καταλαβαίνω πως ο πόλεμος δεν είναι «απογευματινό τέιον», πιστεύω όμως πως θα μπορούσαν να παραλειφθούν αρκετές δευτερεύουσες σκηνές, χωρίς να χαθεί αυτό το δύσοσμο, δυσοίωνο περιβάλλον που θέλει η Τέσυ Μπάιλα να αντιδιαστείλει με τις αρετές της ζωγραφικής, το φως του έρωτα και τη γιορτή της φύσης, με τις χιλιάδες εναλλαγές της.
Και τι όμορφα κι απλόχερα που σκορπίζει τις λέξεις που έπλασε, ανακάλυψε ή προσάρμοσε στις ανάγκες της και τις κάλεσε κοντά της να τη συντροφέψουν σε αυτό το όμορφο βιβλίο! Ο ουρανός, η θάλασσα, τα βράχια, η φύση όλη, προσωποποιούνται και τους αποδίδονται ανθρώπινα χαρακτηριστικά, δημιουργώντας υψηλής αισθητικής μεταφορές και παρομοιώσεις! Παραδείγματα σαν αυτά: «Η μοναξιά είναι πάντοτε δύσκολη όταν θυμάσαι το χαμόγελο της ζωής» (σελ. 16) ή «Εισχωρούσε από παντού στο σώμα της ημέρας, σαν μαχαίρι χωμένο βαθιά σε εύσαρκο φρούτο» (σελ. 18) είναι ολοζώντανες πινελιές σ’ έναν καμβά που αποκτά αργά και σταδιακά μορφή, χρώμα και σχήμα.
Η Τέσυ Μπάιλα ωσαύτως είναι μια ασταμάτητη και ακούραστη φωτογραφική μηχανή, που αποτυπώνει στο φιλμ του λεξιλογίου της κάθε εικόνα που προσέχει για να της δώσει ένα πρωτόγνωρο φως: «Ο ήχος της θάλασσας δε μοιάζει με κανέναν. Ούτε με εκείνον των ανέμων στους κατηφορικούς ελαιώνες, ούτε με τον άλλον της άδειας εκκλησιάς, ούτε με τον ήχο της μοναξιάς στο άδειο σπίτι. Στο ακρογιάλι ο ήχος είναι κρυστάλλινος, ρυθμικά επαναλαμβανόμενος. Σπάει πάνω στα βράχια με την ορμή του αγέρα και τα κύματα φέρνουν με γρήγορες, βίαιες ανάσες τη μυρωδιά του» (σελ. 182). Επίσης, προς τιμήν της, η συγγραφέας, την εμπειρία που έχει τρυγήσει πετώντας τόσα χρόνια στους λογοτεχνικούς λειμώνες, την παραδίνει με χαρά μέσα από στοχαστικές φράσεις και σημαντικές διαχρονικές αλήθειες, χωρίς να δείχνει απόμακρη ή δυσπρόσιτη, αντίθετα, αγκαλιάζει με αγάπη τους ήρωές της εξίσου με τους αναγνώστες της και θέλει να φροντίσει για όλους, γι’ αυτό καλοδέχτηκα με χαρά χωρία όπως αυτό:
«Αν θες να ζωγραφίσεις ετούτο τον κόσμο, πρέπει να τον γνωρίσεις. Οι ζωγραφιές σου πρέπει να έχουν αίμα μέσα τους και το αίμα να ρέει καυτό πάνω στα χέρια σου… Αν δεν περάσεις από την κόλαση τούτου του κόσμου και δεν αγγίξεις με τα χέρια σου τα καζάνια της, παράδεισο δε φτιάχνεις. Πάει και τέλειωσε. Κι αν θαρρείς ότι τον έφτιαξες, γελασμένος θα είσαι. Μισός θα είναι και δε θα το λογίζεις. Μόνο σαν τον νιώσεις στο δικό σου το πετσί, τότε θα τον ζωγραφίσεις έτσι που να μιλά στον κόσμο» (σελ. 188).
Ακόμη κι αυτό:
«Κι έτσι η ζωή, ανελέητη για όλα όσα άφηνε πίσω της, για όλα όσα είχε συνθλίψει στο πέρασμά της, θα τραβούσε τον δρόμο της προσπερνώντας τις απώλειες. Με τεράστιες, αλματώδεις δρασκελιές. Όπως ακριβώς έκανε πάντα» (σελ. 321).
Επιπλέον, η ντοπιολαλιά στους διαλόγους, με το πλούσιο κρητικό λεξιλόγιο, δίνει ζωντάνια και ρεαλισμό. Πόσο όμορφα αντιδιαστέλλεται αυτό το ιδίωμα με τη δημώδη ελληνική, ειδικά όταν ο Ανέστης συναντά ξανά τους ανθρώπους του παρελθόντος του όμως η αποδημία του έχει σβήσει από το λαρύγγι του αυτά τα ηχοχρώματα!
«Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» και δημιουργούσε κόσμους φανταστικούς που αποτύπωνε στο χαρτί. Σκιά τεράστια όμως είναι κι ο φόβος και «μοναχά όταν περπατήσει κανείς καταπάνω της μπορεί να τη δει να μικραίνει και τελικά να σβήνει» (σελ. 132). Έτσι αυτά τα δυο τελικά ενώνονται και σχηματίζουν τον τίτλο: «Τις νύχτες παίζω με τις σκιές των φόβων μου, για να τους ξεπεράσω» (σελ. 279). Είναι ένα μυθιστόρημα χρωμάτων και σκότους, πινέλου και φαλτσέτας, προδοσίας και αγάπης, ποτισμένο από το κόκκινο του αίματος και το ρόδινο του έρωτα. Παραστατικές σκηνές, τρισδιάστατοι χαρακτήρες, συναρπαστικές εξελίξεις, ανομολόγητα μυστικά και ενοχές, όλα κρυμμένα πίσω από τον πίνακα του Κλωντ Μονέ που κοσμεί το εξώφυλλο, περιμένουν τον αναγνώστη να τα ανακαλύψει.
Η Τέσυ Μπάιλα είναι από τους συγγραφείς που δεν βγάζουν βιβλίο κάθε χρόνο. Έτσι κάθε φορά ο χρόνος που μεσολαβεί για να πάρω στα χέρια μου το καινούργιο δημιούργημα της, με κάνει να αδημονώ και να το περιμένω με μεγάλη λαχτάρα. Είμαι λάτρης της γραφής της και της εξαιρετικής θεματολογίας που κάθε φορά επιλέγει να εντάξει στα κείμενα της,
Τις νύχτες έπαιζε με της σκιές είναι ένα ιστορικό-κοινωνικό μυθιστόρημα με κέντρο τον άνθρωπο και την τέχνη, Με κινητήριο μοχλό τις περιστάσεις, αλλά και τις προσωπικές επιλογές σκιαγραφεί έναν εξαιρετικά ευαίσθητο και εύθραυστο ήρωα που ορίζει την ζωή του και τα βιώματα του μέσα από την τέχνη του, την ζωγραφική. Ο Ανέστης είναι ο κεντρικός πρωταγωνιστής. Δίπλα στον Ανέστη όμως ξεχωριστοί δευτεραγωνιστές σημαδεύουν την ζωή του, σημαντικά και ανεξίτηλα. Δίνουν στην μορφή του την ουσία ενός διδακτικού και ολοκληρωτικού περάσματος σε έναν κόσμο με πολλά ψεγάδια και ελαττώματα. Με πολλά όμως παράλληλα δυνατά και σπουδαία ιδανικά που σκεπάζουν κάθε ίχνος ασχήμιας. Αυτό είναι το μεγαλείο του συγκεκριμένου βιβλίου, Η εναλλαγή ανάμεσα στο άσχημο και το όμορφο, το αληθινό και το ψεύτικο, την ειρήνη και τον πόλεμο. Τον ηρωισμό και την προδοσία, Το πείσμα και την παραίτηση. Στην ουσία καθρεπτίζεται ολόκληρη η ανθρώπινη φύση μέσα από ένα ιδιόμορφο μυθιστόρημα που έχει πολλές προεκτάσεις, αλλά και πολλές ερμηνείες,
Η ιστορία ξεκινάει με μια αύρα μυστηρίου καθώς ένας άντρας επισκέπτεται το πέτρινο ερημωμένο σπίτι στο οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Ανέστης, Με μια εκπληκτικά παραστατική αντανάκλαση φανερώνεται η φθορά του χρόνου πάνω τόσο στα πρόσωπα, όσο και στα αντικείμενα. Ο Χρόνος χάνεται, γίνεται ένας ανάλαφρος ίσκιος και φωτίζει τις περιφερόμενες σκιές εκείνων που έζησαν σε αυτό το πέτρινο σπίτι. Με έναν περίτεχνο λογοτεχνικό λόγο που περικλείει σε μια και μόνο εικόνα ταυτόχρονα την ευτυχία και την δυστυχία, η συγγραφέας μας μεταφέρει στην απόλυτη αλήθεια μιας πραγματικότητας που διχάζεται σε αντιφατικές εκδοχές και εικασίες.
"Στο χέρι της έλαμπε ακόμα το δακτυλίδι του γάμου της, ομολογώντας έναν έρωτα- ή την ανελέητη έλλειψη του -ποιος ξέρει." "Πάντα με εντυπωσίαζαν τα ντουβάρια στα παλιά σπίτια. Τα συγκεκριμένα θα πρέπει να ξεπερνούσαν σε πάχος τους ογδόντα πόντους. Σχημάτιζαν μεγάλα περβάζια και έκαναν το σπίτι να μοιάζει με απάτητο φρούριο, μπροστά στην θάλασσα. Λες και χρειαζόταν τόσο πάχος για να περιορίσει την ηθική των ενοίκων του- ή μήπως για να φυλακίσει την ψυχή τους;
Μέσα στις τεντωμένες αναμνήσεις και τις δυνατές επισκέψεις πίσω στον χρόνο αρχίζουμε να μαθαίνουμε για τις στιγμές της ζωής του Ανέστη. Μέσα από τον άγνωστο αφηγητή αρχίζει να ξετυλίγεται το κουβάρι του βίου ενός ζωγράφου που έμαθε να μιλά με τους καμβάδες του. Τις μπογιές και τα πινέλα του. Γεννήθηκε την ημέρα της μεγάλης Σφαγής του Μεγάλου Κάστρου στις 25 Αυγούστου του 1898. Η μητέρα του Δανάη πέθανε στην γέννα και ο πατέρας του ο Γιώργη��. του χρεώνει την ευθύνη για τον θάνατο της γυναίκας του. Με αυτή την σκιά της πατρικής απόρριψης θα ανατραφεί και θα μεγαλώσει, Την ανατροφή του ουσιαστικά την αναλαμβάνει ο παππούς του Λεωνίδας και η θεία του Λουλουδιά. Μαζί του μεγαλώνει σαν αδερφή του και ένα κορίτσι η Μυρσίνη, που σώθηκε την ημέρα της σφαγής απο τον πατέρα του. Η στιβαρή, αγέρωχη και εμβληματική μορφή του παππού Λεωνίδα θα αγκαλιάσει τον μικρό Ανέστη, Στην σοφίτα του Πέτρινου σπιτιού ο παππούς θα τον φέρει σε επαφή με την τέχνη της ξυλουργικής και μέσα από αυτή την τέχνη θα ανακαλύψει την κλίση του και την αγάπη του για τα χρώματα και την ζωγραφική. Από την στιγμή που ανακαλύπτει την αγάπη του για την ζωγραφική έχει σαν σκοπό να μπορέσει να πάει στην Αθήνα και να σπουδάσει την τέχνη του. Κάτι που τελικά θα πραγματοποιήσει με πρώτο βήμα την φυγή του από το πατρικό του σπίτι. Στα δεκαπέντε του, μέσα στην νύχτα, θα φύγει για να κυνηγήσει το όνειρο του, αλλά και να ξεφύγει από την σκιά του πατέρα του.
Στον δρόμο του θα βρεθεί ο Μικέλε, ένας άντρας γεμάτος ζωή και χαρά, Ένας άντρας που θα του σταθεί σαν φίλος, σαν αδερφός σαν το δεύτερο μισό του ίδιου του, του εαυτού. Τα δυο χρόνια που θα ζήσει φιλοξενούμενος στο σπίτι της οικογένειας του Μικέλε, θα τον φέρον αντιμέτωπο με νέα δεδομένα και με ένα μοναδικό καινούργιο συναίσθημα, τον έρωτα. Έχοντας πάντα μαζί του τις σκιές του. Τις σκιές του φόβου, τις σκιές των τύψεων, Τις σκιές μιας παρουσίας που τον δένει με τα δεσμά του έρωτα. Τις σκιές της αγωνίας για το πως συνεχίζουν την δικιά τους ζωή τα αγαπημένα του πρόσωπα. Ο παππούς του Λεωνίδας, η θεία του Λουλουδιά, η σαν αδερφή του Μυρσίνη. Αλλά και η μεγάλη σκιά για την τύχη του πατέρα του, που τον κυκλώνει με μια μεγάλη και σκοτεινή ενοχή.
Όταν τελικά φτάνει στην Αθήνα και μπαίνει στην σχολή καλών τεχνών, το όνειρο του δείχνει να παίρνει ουσιαστικά σάρκα και οστά. Ο Α Παγκόσμιος πόλεμος όμως και ο Εθνικός διχασμός βάζει σε μια εφιαλτική τροχιά το όμορφο παραμύθι του, Το ζοφερό άγγιγμα του πολέμου, θα δοκιμάσει τις αντοχές του, και θα ορίσει τον ουσιαστικό προορισμό του, κάνοντας τον βίαια να υπακούσει σε ένα απροσδόκητο πεπρωμένο.
Μέσα από την συγκλονιστική ζωή του ζωγράφου αποτυπώνονται καταπληκτικά -χωρίς να γίνονται κουραστικές με πολλές λεπτομέρειες- ιστορικές στιγμές που καθόρισαν την ιστορία του τόπου μας, Η τελευταία μεγάλη σφαγή του 1898 των Κρητών απο τους Τούρκους. Η δημιουργία της Κρητικής Πολιτείας, η Επανάσταση στο Θέρισσο το 1905. Η Ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα. Και τέλος ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Διχασμός, ο πόλεμος των χαρακωμάτων στα πολύπαθα εδάφη της Μακεδονίας.
Ένα ταξίδι δια πυρός και σιδήρου ανάμεσα στην ζωή, στον θάνατο και την Τέχνη. Την νίκη και την ήττα της Ανθρώπινης σάρκας και της Ανθρώπινης ψυχής απέναντι στους φανερούς και κρυφούς πόθους, Στα απροσδόκητα και μη αναστρέψιμα γεγονότα που όρισαν και ορίζουν την ζωή μέσα στην βρώμικη λογική ενός πολέμου.
Άψογη η εναλλαγή των εικόνων στην ειρήνη και στον πόλεμο. Η δυνατή φιλία, ο σιωπηλός έρωτας. Η αποτύπωση της ανθρώπινης υπόστασης μέσα στις ζωγραφιές του Ανέστη. Ο θυμός του, η απελπισία του, άλλα κυρίως η εξιλέωση του απέναντι σε ένα πεπρωμένο που τον έφερε αντιμέτωπο με την φρίκη και την οδυνηρή επιλογή. Η απελευθέρωση του από το βαρύ φορτίο της ανάγκης να ακολουθήσει κάτι βίαια και άμεσα. Η τέχνη του, τον απεγκλωβίζει και τον εξαγνίζει. Του δίνει την διέξοδο που δεν μπορεί να του δώσει κανένα άλλο μέσον επάνω σε αυτόν τον κόσμο. Όσα δεν μπορεί να αρθρώσει σε λέξεις, τα σχηματίζει σε εικόνες.
Ζωγραφίζει για να μην ξεχάσει. Ζωγραφίζει για να δώσει ανάσα και πνοή στις σκιές των φόβων του και των προσδοκιών του. Να δώσει μορφή στην ουσία και τον σκοπό της ανθρώπινης περιπέτειας. Μέσα από τον πόλεμο, τον έρωτα και την γυναίκα διασώζει την μνήμη μιας δυνατής και ισχυρής φιλίας , αλλά κυρίως δυναμιτίζει συθέμελα την ουσία της ίδιας της τέχνης που σκοπός της δεν είναι να δείχνει μόνο τις ομορφιές του κόσμου τον καιρό της ειρήνης, Αλλά κυρίως την φρίκη και την τραγικότητα του πολέμου στις στιγμές του ολέθρου.
Είναι ένα βιβλίο που σε καταπίνει σιγά σιγά και ασυναίσθητα στην σαγήνη των συναισθημάτων του. Που σε καθηλώνει με την δύναμη της εικόνας και του λόγου που καλύπτει αποστομωτικά, απόλυτα και εμφατικά κάθε κενό, Ο λόγος παραστατικός και γλαφυρός. Ρεαλιστικός και απόλυτα ωμός μερικές φορές. Σε προσγειώνει σε μια πραγματικότητα που είναι η αληθινή και πραγματική εικόνα μιας όμορφης ή μιας άσχημης πράξης. Από το φως μπορεί να γεννηθεί το σκοτάδι, αλλά και από το σκοτάδι να ξεπεταχτεί το φως. Οι πράξεις των ηρώων το αποδεικνύουν αυτό με τις μικρές ή μεγάλες πράξεις τους. Με το θετικό ή το αρνητικό πρόσημο των κινήσεων τους, που έχει σαν βάση το φθαρτό και αναλώσιμο σχήμα της ανθρώπινης φύσης. Η Τέσυ Μπάιλα δεν φτιάχνει υπεράνθρωπους ήρωες φτιάχνει τους ήρωες της από χώμα και νερό, ευπρόσβλητους στα πάθη τους αλλά και έτοιμους να αποδεκτούν το μέγεθος της αμαρτίας τους. Επιρρεπείς στα λάθη, αλλά ταυτόχρονα και γενναιόδωροι στην απόδοση των ευθυνών τους.
"Οι άνθρωποι όταν φύγουν αφήνουν το ίχνος τους στην ζωή, για να τους ακολουθήσει όποιος το θελήσει. Και το ίχνος αυτό παίρνει το μπόι της ανθρωπιάς τους." https://vivlionerga.blogspot.com/2019...
Ένα οδοιπορικό ψυχής με τέχνη και ζωγραφική και όπου ο αναγνώστης ταυτίζεται με ορισμένα κομμάτια του.ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΕΠΑΙΖΕ ΜΕ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ.Τίτλος που κέντρισε από την πρώτη στιγμή την περιέργειά μου.Ποιος άραγε δεν παίζει και δεν μας κυνηγούν οι οποιαδήποτε σκιές?Σκιές φόβου,τύψεων,απόρριψης,προσώπων και πολλές άλλες.Έτσι και ο ήρωας μας(ρομαντικός, και συναισθηματικά ευαίσθητος) με τις εκάστοτε αναδρομές στο παρελθόν ,τον ακολουθούν σκιές που σκοτεινιάζουν τον ήλιο,τον κυνηγούν σαν εφιάλτες,τον κυνηγούν στα όνειρά του και επηρεάζουν το μυαλό του και την ζωή του.Είναι πάντα δίπλα του σαν μανδύας σκοτεινός που σκεπάζει την πλάτη του και βαραίνει τις σκέψεις του.Αλλά νομίζω ότι ενδόμυχα τις αγαπά και ας πονά.Μπορούσε να βγει στο φως,αλλά δεν το επέλεξε και ίσως δεν ήθελε.Ζει μέσω αυτών ,είτε προσώπων είτε διαφόρων καταστάσεων οι οποίες βέβαια τον σημάδεψαν ανεξίτηλα.Και για να είμαι ειλικρινής θύμωσα μαζί του ενώ αντιθέτως αγάπησα τον Μικέλε που δίνει νότα αισιοδοξίας ζώντας το παρόν και λάτρης της ζωής που τις περισσότερες φορές είναι άδικη και σκληρή. Η συγγραφέας επιλέγοντας μία υπόθεση αξιοσημείωτη ,δίνει ένα κοινωνικό – ιστορικό μυθιστόρημα όπου κυριαρχεί ο Άνθρωπος – η Τέχνη – η Συνείδηση και το χειρίζεται τόσο έξοχα όπως(εξάλλου έχει δώσει δείγματα εξαιρετικά)γνωρίζουμε από άλλα της έργα.Με άριστη ικανότητα μανουβράρει όλους τους ήρωες όπως πρέπει,θίγοντας άμεμπτα τα ιστορικά γεγονότα (Σφαγή Κρητών,Ένωση Κρήτης-Ελλάδας,Α΄Παγκόσμιος Πόλεμος,Μακεδονικό)της εποχής που διαδραματίζεται η ιστορία,την δυνατή φιλία,τον έρωτα (έστω και απραγματοποίητος) και που στην προκειμένη περίπτωση αναδεικνύεται σχεδόν σ’όλα τα έργα τέχνης του ήρωα.Υπέροχες εναλλαγές εικόνων και με μία γραφή παραστατική, ποιητική,γλαφυρή και με εκτίμηση προς τον αναγνώστη,χαρίζοντας έτσι έντονους παλμούς σφρίγους.
"Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές" είναι ένα βιβλίο γεμάτο εικόνες και δράση. Ο ήρωας του δεν σ' αφήνει να ξεφύγεις, διαβάζοντας το νιώθεις ότι είσαι κομμάτι του, γίνεσαι ένα με την ζωή του. Η συγγραφέας μας δίνει ένα βιβλίο γεμάτο συναισθήματα που σίγουρα αξίζει να διαβαστεί απ' όλους.
" Ε, φίλε, βανε το καλά στο νου σου. Αν δεν περάσεις από την κόλαση τουτου του κόσμου και δεν αγγίξεις με τα χέρια σου τα καζάνια της, παράδεισο δεν φτιάχνεις. Πάει και τελείωσε. Kι αν Θαρρείς ότι τον έφτιαξες, γελασμένος θα είσαι. Μισός θα είναι και δεν θα τον λογιζεις. Μόνο σαν το νιώσεις στο δικό σου το πετσί, τότε θα τον ζωγραφισεις έτσι που να μιλάς στον κόσμο• Γιατί αν μιλά μόνο σε σένα τι νόημα έχει•
Σαν παραμύθι τα λόγια, σαν ζωγραφιά οι εικόνες, σαν γλυκό του κουταλιού αγαπημένο τα συναισθήματα. Λυρισμό που γαληνεύει μα και φουρτουνιαζει την ψυχή σου οι λέξεις
Αλήθειές ποτισμενες με εμπειρίες, φόβους και ελπίδες ανθρώπων. Ήρωες της ζωής μα και της διπλανης εκείνης εποχής που μαρτυρούν σαν ψίθυροι στο φεγγάρι την ζωή τους.
Μοναξιά ο ηχος της ζωής. Χρωματα οι αναμνήσεις και ένας χορός απο ξεχασμένα, βαμμένα με αιμα της καρδιάς αρωματα ξεκινα να αφηγείται το βιβλίο στον αναγνώστη. Περνούν απο τα μάτια του Εικόνες τοσο ζωντανές που αν κάνεις ενα βήμα της φτάνεις μα πρόσεχε Γιατί θα σε κάψουν. Χάδι θέλουνε και αγάπη. Άγγιγμα γλυκό συμπάθειας και κατανόησής. Να της αφήσεις να σου μιλήσουν, να ακουμπήσουν την ψυχή σου. Να σου γλυκοψυθιρισουν τις αγωνίες τούς, τα πάθη τους, τα δακρυα τους να σκουπίσεις. Να τους χαμογελάσεις με κατανόηση. Να μην τις διώξεις μακρυά. Να αισθανθείς το πόνο που κρύβουν μέσα Τους απο την ώρα Που το πρώτο φως της ζωης τους αντίκρισαν εως και το τελευταίο πριν τελεψει η ζωη τους. Και τοτε και εσυ άφησε τη ψυχή σου Λευτέρη και κλάψε για οσα ακούσεις. Μην τις κρίνεις αδικα, μην τις κακοκαρδισεις. Ασε τις να βγάλουν το πόνο τους να ημερεψουν.
Και ο ζωγράφος θα είναι εκεί στο τέλος με ενα χαμόγελο και με μια αγωνία στα μάτια να σε κοιτα για να δει αν εστω εσύ βρηκες λιγη ευτυχία, λίγη αγάπη στην ζωη του. Να νιώσει ενα ψήγμα κατανόησης. Το χει ανάγκη η ψυχή Του. Και εσύ αναγνώστη να του χαμογελάσεις γιατι οι ανθρώπινες αδυναμίες κρύβονται πίσω απο δυνατές ψυχες και ο Ανέστης ηταν μια δυνατή ψυχή Που ηρωικά μερικές φορες λιγοψυχισε.
Η Συγγραφέας ερχεται δυναμικά με ενα βιβλίο γεμάτο λυρισμό στη γράφη να μας ταξιδέψει στη Κρήτη, στην Αθήνα, στο Πειραιά και το μέτωπο. Με εικόνες ζωντανές αφηγείται τη ζωη των ηρωων της. Ένα βιβλίο γεμάτο αγάπη. Αδελφική. Ερωτική. Την αγάπη της θυμησης και της θέλησης μα πανω απο ολα εκείνη την αγάπη της μεγάλης ερωμένης του ανθρώπου, την μοναξιά.
Ένα υπέροχο βιβλίο που δίνει μαθήματα ανθρωπιάς και ζωης.
Ενα βιβλίο που σα αγκάθι σε ροδοπέταλα σε τρύπα στη ψυχή και σαν αίμα Σου αφήνει σημασία. Ενα βιβλίο Που το μελίσσι των στιγμων και των εικόνων, των λέξεων και των συναισθημάτων μένει χαραγμένο στη ψυχή σου για παντα
Μα στο τέλος τέλος κάτι καλο μένει είτε αυτο είναι σε βιβλίο είτε στην ιδια την ζωη αρκεί να έχουμε την υπομονή να αφήσουμε το χρόνο να το αντικρύσει.
''Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές'' είναι ο τίτλος του νέου ιστορικού-κοινωνικού μυθιστορήματος της συγγραφέως κυρίας Τέσυς Μπάιλα που διάβασα καί σας προτείνω σήμερα. Είναι η πρώτη φορά που διάβασα βιβλίο της καί μου άφησε αρκετά καλές εντυπώσεις χάρη στην απλότητα καί αμεσότητα του λόγου της. Τα ιστορικά μυθιστορήματα σαν κι αυτό μου αρέσουν γιατί προσεγγίζουν καί αναδεικνύουν τα ιστορικά γεγονότα μέσα από τους απλούς καθημερινούς ανθρώπους,εκείνους που ήταν οι πραγματικοί ήρωες καί πρωταγωνιστές της ιστορίας. Απαλλαγμένη η γραφή της συγγραφέως από υπερβολές καί άσκοπη χρήση εντυπωσιακών λέξεων αλλά απλή,ουσιαστική καί με την απαραίτητη χρήση της τοπικής διαλέκτου,έχει ως αποτέλεσμα ένα καλογραμμένο βιβλίο με τον δέοντα σεβασμό καί προσοχή στα θέματα με τα οποία καταπιάνεται. Όμοια καί οι πρωταγωνιστές είναι άρρηκτα δεμένοι καί εναρμοσμένοι με τον χώρο που θα συμβούν τα γεγονότα. Καθένας έχει στιγματιστεί από εμπειρίες καί δυσκολίες ζωής. Είναι αλήθεια πως κι αυτά συμβάλλουν πάρα πολύ στην εξέλιξη καί τελική διαμόρφωση του χαρακτήρα των ανθρώπων. Εγώ για να είμαι ειλικρινής ένιωσα τον πόνο τους,την χαρά τους καί δικαιολόγησα ως ένα βαθμό καί τις πράξεις τους. Μην ξεχνάμε τα βάσανα που έζησαν καί το πόσο άδικα τους φέρθηκε η ζωή. Όσον αφορά τώρα το ιστορικό κομμάτι του βιβλίου δεν είναι κάτι που δεν γνωρίζουμε αλλά κάποιες από τις σημαντικότερες στιγμές στην ελληνική ιστορία. Όλα ξεκινάνε με την σφαγή των Κρητών από τους Τούρκους καί φτάνουμε έως τον Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέσα από την υπόθεση του βιβλίου βλέπουμε ανθρώπους να παλεύουν για την ελευθερία τους,την αγάπη τους καί εντέλει για την ζωή τους. Η ιστορία του Ανέστη γίνεται η αφορμή για να έρθουμε πιο κοντά στην ιστορία ενός ολόκληρου λαού ελπίζοντας πάντα για ένα καλύτερο μέλλον για όλους. Η συγγραφέας μέσα από το βιβλίο της μας τα δίνει όλα αυτά με έναν οικείο,προσεγμένο καί καθόλου παγωμένο καί στεκάτο τρόπο που μπορεί να το βρίσκαμε σε κάποιο άλλο ιστορικό βιβλίο. Αυτό για μένα ίσως να είναι ένας από τους λόγους που το βιβλίο θα γίνει πιο αρεστό κι ''εύπεπτο'' από το αναγνωστικό κοινό. Συμφωνώ απόλυτα με αυτό που λένε πως πρέπει να γνωρίζεις την παλαιότερη ιστορία για να μπορέσεις να κατανοήσεις το παρόν καί να αντιληφθείς το μέλλον. Καί τι καλύτερο από το να διαβάζεις τέτοιου είδους βιβλία όπως αυτό που σας προτείνω σήμερα. Εγώ θα κλείσω την κριτική μου με την τελευταία φράση που είναι γραμμένη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου καί εκφράζει απόλυτα την ουσία του. ''Στο μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα, ο άνθρωπος γίνεται έρωτας, γίνεται πόλεμος, γίνεται θάνατος, γίνεται τέχνη, ώσπου να ξαναγίνει άνθρωπος.'' Μέχρι την επόμενη φορά σας εύχομαι καλά σας αναγνώσματα βιβλιόφιλοι!
"Ο χρόνος συνεχίζει χωρίς εμάς. Έρχεται μια μέρα και ενώ όλα παραμένουν ολόιδια εμείς δεν υπάρχουμε" (σελ. 11). Σπάνια μου έχει συμβεί η πρώτη φράση ενός βιβλίου να με κεντρίσει τόσο πολύ (μου συνέβη στην "Ιστορία δύο πόλεων" του Ντίκενς και βέβαια στο "Μόμπυ Ντικ" του Μέλβιλ). Καταξιωμένη πλέον εκπρόσωπος της σύγχρονης νεοελληνικής λογοτεχνίας, η Τέσυ Μπάιλα παρουσιάζεται με αυτό το έργο ωριμότερη όσο ποτέ. Κι αυτό γιατί δεν βασίζεται αποκλειστικά στην πλοκή, στο "δέσιμο" της κεντρικής ιστορίας, που είναι από τα πιο δυνατά της "όπλα", αλλά απλώνει στον συγγραφικό της καμβά όλο της το αδάμαστο θυμικό: χωρίς παλέτα πετάει αγριεμένη πάνω σ'ένα απλωμένο πανί έναν κουβά γεμάτο αγάπη και μίσος, γεμάτο ειρήνη και πόλεμο, γεμάτο ζωή και θάνατο, γεμάτο μνήμη και λήθη, γεμάτο αγωνία και εγκαρτέρηση και στη συνέχεια, ήρεμη και νηφάλια, αρχίζει να επεξεργάζεται με άψογη τεχνική όλα τα υλικά, δένοντάς τα αρμονικά μέσα από την αφήγηση, ώστε να μας δώσει ένα άρτιο και ολοκληρωμένο έργο. Η βασική πλοκή δίνεται εγκιβωτισμένα, ενώ ο δραματικός χρόνος καλύπτει τα 2/3 ενός αιώνα, από τα τέλη του 19ου ως το τελευταίο τέταρτο του 20ου, φωτίζοντας λιγότερο ή περισσότερο γνωστά ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την Κρήτη και την Ελλάδα γενικότερα. Αυτό όμως είναι απλώς το φόντο, γιατί το βιβλίο είναι κάτι πολύ παραπάνω από ένα -όπως θα το χαρακτήριζαν πολλοί- ιστορικό μυθιστόρημα. Είναι μια αισθαντική αναφορά στην Τέχνη, στη δημιουργική πνοή που νικάει τον χρόνο, που ξεπερνά τον πόνο και τον σπαραγμό για να ξαναστήσει τα σπασμένα κομμάτια της ζωής, πιο δυνατά, πιο αληθινά και πιο ωραία. Μια αναφορά στον κάθε καλλιτέχνη που μπορεί "να μιλήσει με την αθανασία και την αιωνιότητα" (σελ. 223), και να μετατρέψει το αίμα που σκορπίζουν ο πόλεμος και ο θάνατος σε χρώματα ανεξίτηλα, χρώματα ζωής, ώστε οι σκιές να ξαναγίνουν φως ("η πιο ξεχωριστή πινελιά γίνεται μόνο με το αίμα", σελ. 375). Η Τέχνη λοιπόν είναι το Leitmotive που διατρέχει όλο το βιβλίο, που γίνεται εντέλει ολόκληρο ένας πίνακας, μια σύνθεση ανθρώπινων ιστοριών, με τις προσδοκίες, τους φόβους και τις απογοητεύσεις τους. Ο κεντρικός ήρωας είναι άντρας, αλλά η ζωή είναι θηλυκού γένους, όπως και η τέχνη. Αυτή μας γεννά κι αυτή μας καθορίζει. Και η Τέσυ Μπάιλα κατάφερε να φτάσει μέχρι τις φλέβες της, όπου κυλά ασταμάτητα το αίμα, που χύνεται μέσα στην ιστορία με φρικτό και άδικο τρόπο, αλλά που ανανεώνεται διαρκώς και φέρνει ξανά τη γέννηση, την άνοιξη, κι έτσι οι νύχτες γίνονται πάλι μέρες στον ατέρμονο κύκλο της ζωής. Περιμένω την Τέσυ Μπάιλα ακόμα πιο "οργισμένη" στο επόμενο βιβλίο της, γιατί είμαι σίγουρος ότι μέσα της υπάρχει μια πλημμύρα συναισθημάτων, χρωμάτων και εικόνων που αδημονούν να ξεσπάσουν πάλι και να παρασύρουν κι εμάς.
Κρήτη 1898. Η Δανάη χάνεται στη γέννα. Τη στιγμή που ο Ανέστης γεννιέται ο Γιώργης πάνω σε μια ασύδοτη κραιπάλη γλυτώνει τη σφαγή από τους Τουρκοκρητικούς. Παρακολουθούμε την πορεία ζωής του Ανέστη ,η οποία είναι νεφελώδης, ταραχώδης και γεμάτη συναίσθημα. Άλλωστε , η ψυχή του είναι βαθιά. Η καλλιτεχνική του φύση εκδηλώνεται. Ζωγραφίζει. Αποτυπώνει γλαφυρά στον καμβά του τον έρωτα, τον πόλεμο, τη γυναίκα. Οι εικόνες του μιλούν μόλις τις κοιτάς. Ο ζωγράφος Ανέστης παίζει με τα χρώματα και τις σκιές. Μέχρι τα γεράματα του πρόσωπα και μέρη θα διαδραματίσουν στη ζωή του καταλυτικό ρόλο που θα σας συγκινήσουν όπως συγκίνησαν εμένα. Το νέο μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα "τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές" είναι εξαιρετικό. Η λογοτεχνία συναντά την ιστορία . Η συγγραφέας με παραστατική γραφή παντρεύει μοναδικά και άκρως επιτυχημένα την ιστορική γνώση με το πάθος για την τέχνη, τη γυναίκα , τη ζωή. Ο λυρισμός της γραφής της είναι αριστουργηματικός και σε κάνει κοινωνό της ιστορίας και συμπρωταγωνιστή των ηρώων της. Οι περιγραφές της είναι έντονες γεμάτες παλμό και ένταση. Κάποιες πολεμικές σκηνές ήταν ιδιαίτερα ωμές , αλλά έτσι είναι ο πόλεμος. Φρικαλέος και αδυσώπητος. Σκληρός και αμείλικτος. Σέβεται η ίδια την ιστορία και φαίνεται πως συμβουλεύτηκε με ακρίβεια τις πηγές. Πέραν του θεματικού πλαισίου του μυθιστορήματος η συγγραφέας "κεντά" και στην ηθογράφηση των προσώπων. Εκτός από τον Ανέστη ψυχογραφεί ενδελεχώς και τα υπόλοιπα πρόσωπα που τον πλαισιώνουν. Συμπάσχεις μαζί τους, βιώνεις τα διλήμματα τους με ένταση και αφουγκράζεσαι τα θέλω τους. Μεταφέρεσαι στην Κρήτη,τον Πειραιά και τη Μακεδονία νοερά σε ένα ταξίδι που δε θέλεις να τελειώσει. Κλείνοντας, δε θα ήθελα να σταθώ στη γραφή. Η Μπάιλα έχει δώσει τις εξετάσεις της και όλοι ξέρουμε πως είναι ένας άριστος τεχνίτης σ αυτό το κομμάτι. Η λογοτεχνία στα καλύτερα της.Χαίρεσαι να τη διαβάζεις. Νιώθεις αρμονία , ηρεμία και πληρότητα . Για μια ακόμα φορά η Τέσυ Μπάιλα δε με απογοήτευσε . Αντίθετα, με δικαιώνει που αναγνωστικά την ακολουθώ πιστά χρόνια.
www.vivliakaioneira.blogspot.com Αγαπώ τη γραφή της συγγραφέως και είναι και σε αυτό το βιβλίο της το παράδοξο: η γραφή να σε κερδίζει περισσότερο από την πλοκή. Ένα βιβλίο γεμάτο συναισθήματα, ταξίδι στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη, όνειρα ανεκπλήρωτα και μια ζωή που ξεκινά μια νύχτα με μια φυγή και ανθίζει ως τα πέρατα του κόσμου. "Νοσταλγική" γραφή, πολυδιάστατοι χαρακτήρες, εικόνες και ήχοι ενός άλλου κόσμου και η διάχυτη συγκίνηση κάνουν το βιβλίο να ξεχωρίζει και να μιλά κατευθείαν στην καρδιά.
Ο Ανέστης είναι το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας μας. Η γέννηση του συντελέστηκε με ένα σκληρό γεγονός την μεγάλη σφαγή των χριστιανών στο Μεγάλο Κάστρο στις 25 Αυγούστου 1898. Σε αυτό το ζοφερό κλίμα η απώλεια της μάνας του μετά την γέννα τον βάζει στο στόχαστρο του πατέρα του.
Η τέχνη και συγκεκριμένα η ζωγραφική τον βοηθάει να βάλει στον καμβά του άλλοτε με φωτεινά και άλλοτε με σκούρα χρώματα την επίδραση που είχε ο πόλεμος στον ψυχισμό του και πως τον έκανε να αλλάξει σαν άνθρωπο.
Η Τέσυ Μπάιλα έγραψε ένα άρτιο μυθιστόρημα που ασχολήθηκε στο ιστορικό κομμάτι με την μεγάλη σφαγή του 1898, την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο αλλά και τον πόλεμο που συντελέστηκε στα χαρακώματα. Επίσης ο Διχασμός που υπήρξε στην Ελλάδα μεταξύ Βενιζελικών και Βασιλικών.
Όσον αφορά τους χαρακτήρες ο Ανέστης είναι ένας ευαίσθητος και πονεμένος χαρακτήρας που η τέχνη είναι το βάλσαμο του και ο τρόπος να επουλώνει τις εσωτερικές πληγές της ψυχής του. Τα δευτερεύοντα πρόσωπα όπως είναι ο παππούς Λεωνίδας, η θεία Λουλουδιά, ο Μικέλε και η Μυρσίνη επέδρασαν καταλυτικά στην πλοκή της ιστορίας καθώς φώτισαν πτυχές της ζωής όπως είναι ο έρωτας, η αληθινή φιλία, οι σχέσεις που δημιουργούνται μεταξύ των συγγενών και το πως η αγάπη έχει την δύναμη να ημερεύει τους φόβους.
Ένα ταξίδι στην Κρήτη και στην ιστορία μας με την μοναδική πένα της Τέσυς που έχει το χάρισμα να δημιουργεί εικόνες και αληθινούς χαρακτήρες που επιζητούν την λύτρωση μέσα από τις δοκιμασίες που τους τυχαίνουν.
Τελευταίο ταξίδι για το 2021 ήταν το βιβλίο Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές!!! Ήταν σαν να έβλεπα μια κινηματογραφική ταινία μεγάλου μήκους!!! Πρώτα ταξίδεψα στην Κρήτη του 1898, όταν η Κρήτη ήταν Τουρκοκρατούμενη, έζησα την σφαγή των χριστιανών, ύστερα την ένωση της με την Ελλάδα. Ήρθε η λύτρωση και η ειρήνη για λίγο αλλά δεν κράτησε πολύ. Ήρθε ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος. Διάβαζα τις περιγραφές τις συγγραφέως και δεν άντεχα να γυρίσω την σελίδα. Άργησα να το τελειώσω γιατί δεν μπορούσα, δεν άντεχα τον πόνο που περνούσαν οι ήρωες. Ζωγράφισα όμως μαζί με τον Ανέστη τις εμπειρίες της ζωής του, τα πάθη του και τα οράματα του. Ταξίδεψα και έζησα μαζί με τους ήρωες στην Κρήτη, στον Πειραιά και στην Μακεδονία. Ήταν ένα δύσκολο ταξίδι που το τελείωσα σήμερα. Λάτρεψα όμως τα υπέροχα χρώματα στους πίνακες του Ανέστη που έπαιζαν με τις σκιές τις νύχτες στην σοφίτα του παππού.