Jump to ratings and reviews
Rate this book

Ανασκαφές

Rate this book
Αϊδίνι, 18 Φεβρουαρίου του 1909. Καταχείμωνο, μα ο ζεστός ήλιος της Ανατολής ολοκάθαρος γλύκαινε την ατμόσφαιρα. Αυτό ενθάρρυνε τη μέλλουσα μητέρα μου να πάει στο χαμάμ για ένα τελευταίο ανακουφιστικό ζεστό μπάνιο.

Η έμπειρη Τουρκαλίτσα, η Νατίρ, που συνήθως την έλουζε και της έκανε μασάζ, ήταν ιδιαίτερα προσεχτική καθώς η πελάτισσά της ήταν ετοιμόγεννη.

Η μέλλουσα μητέρα μου ξαφνικά άρχισε να νιώθει μια δυσφορία. Φαίνεται πως η αφεντιά μου, ατίθαση, δεν άντεχε άλλο την κλεισούρα. Η Νατίρ την παρηγορούσε:

– Μη σκιάζεσαι, αφέντισσα, της έλεγε με τα γουστόζικα σπασμένα ελληνικά της. Εσύ Ρωμιό έκει ντοκτόρο, μαμές, απ’ όλα τα καλά έκει. Εμείς πτωχό Τουρκάλα ντεν έκει ντοκτόρο, ούτε μαμές. Λίγκο πόνο εσύ, και βγαίνει το τσοτζούκ. Τρίτο ντικό σου τα ’ναι, λέω, χανουμάκι. Καταλαβαίνει εγκώ από κοιλιά σου, κορίτσι γκεννήσεις.

Το βιβλίο προέκυψε από σημειώσεις της Δ.Σ. στην περίοδο 1988-1994, τις οποίες σκόπευε κάποτε να επεξεργαστεί, ελπίζοντας πάντα ότι τα γηρατειά δεν θα την πρόδιναν. Είχαμε να κάνουμε με κείμενα εξαιρετικά δυσανάγνωστα και με συνεχείς παραπομπές. Οι ενότητες προέκυψαν μέσα από το υλικό:
Παιδική και νεανική ηλικία • Ένατη δεκαετία • Μικρά ποιήματα

176 pages, Paperback

First published January 1, 2018

15 people want to read

About the author

Dido Sotiriou

15 books143 followers
Dido Sotiriou (Greek: Διδώ Σωτηρίου) was born in Aϊdini of Asia minor, in 1909, the daughter of Evangelos Pappas and Marianthi Papadopoulou.
In 1919 she moved with her family to Smyrni (Izmir) but following the destruction of 1922 she fled to Greece. In Athens she completed her general education having as teachers the then literary figures Kostas Paroritis and Sophia Mayroeidis-Papadakis amongst others. She studied at the French Institute of Athens and in 1937 she briefly attended a course in French Literature at the University of Sorbonnis.
In 1936 she officially turned to professionally practicing Journalism. She worked for the magazine “Gynaika” (Woman) (as editor-in-chief) and then went on to work for newspapers “Neos Kosmos” (New World) and “Rizospastis” (The Revolutionist) (again as editor-in-chief from 1944), while during the duration of the German Occupation collaborating with Melpo Aksioti, Elli Alexiou, Elli Pappa, Titika Damaskinou, Elektra Apostolou, Chrysa Chatzivasileiou and other Greek women who were members of the Resistance.
In 1935 she took part in the congress of the Comity in Geneva, where she met Vladimir Ilyich Lenin’s comrade Alexandra Mikhailovna "Shura" Kollontai and in 1945 she took part in the founding congress of the Women’s International Democratic Federation in Paris.
She first appeared on the literary scene in 1959 with the publication of her first novel “Oi Nekroi Perimenoyn” (The Dead Await). Her works have been translated into many foreign languages.
Dido Sotiriou belongs to the Greek novelists of the 1920-1940 eras. Her work moves in the planes of realism with the presence of the self biographical element strong and the emotional participation of the author in the adventures of her protagonists. Her material is derived from the Asia Minor Disaster, the Civil War period and the period after the Civil War in Greece.
With “Matomena Chomata” (published as Farewell,Anatolia in English) Sotiriou initiated her course towards a style of writing that combined fiction with her own distinct way of examining her issues from a historical aspect.
A course which continued and bled into her next two novels “Entoli” (The Command) which had as a theme the case of Mpelogiannis and “Katedafizometha” (Shattered).
She died in 2004.

Ratings & Reviews

What do you think?
Rate this book

Friends & Following

Create a free account to discover what your friends think of this book!

Community Reviews

5 stars
3 (23%)
4 stars
3 (23%)
3 stars
5 (38%)
2 stars
2 (15%)
1 star
0 (0%)
Displaying 1 - 3 of 3 reviews
Profile Image for Maria Bikaki.
886 reviews508 followers
March 11, 2019
Οι άνθρωποι βουβάθηκαν. Δεν έχεις με ποιον να κουβεντιάσεις. Σε αποφεύγουν,γιατί εσύ ακόμα μιλάς, ακόμα κρατάς στην ανεμοδαρμένη κορφή μια σημαία που αντέχει.
Profile Image for Ελεωνόρα Ορφανίδου.
84 reviews14 followers
Read
January 3, 2019


(η εισήγηση της κεντρικής παρουσίασης του Βιβλίου στο Επί Λέξει)

Καλησπέρα σας,

Δεν είναι τυπικά τα ευχαριστώ, ξεκινώ λοιπόν με πολλές ευχαριστίες προς τους φιλόξενους ανθρώπους του «Επί λέξει» και κυρίως προς εσάς που ήλθατε αψηφώντας τους καιρούς, την ώρα και την κούραση. Φαντάζομαι έμπλεοι της ίδιας συγκίνησης, αυτής που σχετίζεται με τη δύναμη των λέξεων και την αδιάστατη παρουσία της συγγραφέως τους, γιατί οι «Ανασκαφές» είναι η όντως αδιάστατη, πλέον, αλλά ενεργή παρουσία της Διδώς Σωτηρίου στις πραγματικότητές μας.

Αντιγράφω από το προοίμιο των Ανασκαφών: «Τώρα που και η δική μου πορεία ανάμεσα στους ζωντανούς βαδίζει προς το τέλος…να προλάβω να πω κάτι».

Και από την αρχή του δεύτερου μέρους: «Τα χρόνια πέρασαν, κι εγώ εννοώ να λειτουργώ όπως όταν ξεκινούσα ακάθεκτη και πάντα μ΄ένα αίσθημα ευθύνης, λες κι ήμουνα εγώ υπεύθυνη κινητήρια δύναμη να εμποδίζω το κακό, να προωθώ το σωστό…».

Δεν μας εκπλήσσει, τους αναγνώστες της, η ίδια κομβική επιθυμία της Διδώς Σωτηρίου, να είναι (ή καλύτερα να παραμείνει) η φωνή των αλάλητων κραυγών των αφανών, των ηττημένων, των πονεμένων, των αγωνιστών. (Μέσα και έξω απ’ τα βιβλία.)
Το βιβλίο για το οποίο μιλάμε σήμερα, είναι μια εν τη κυριολεξία ανασκαφή στα σημειωματάριά της, της περιόδου 1988-1994. Περίοδος συνάντησης δυο μεγάλων φόβων με τους οποίους πορεύτηκε έως το τέλος, επιχειρώντας να δώσει απαντήσεις:
Του φόβου της απουσίας νοήματος (μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού) και του φόβου της ανυπαρξίας (κυρίως της απώλεια της μνήμης και όχι τόσο του θανάτου). Με αυτούς πάλεψε στα στερνά της η Διδώ Σωτηρίου αντιμετωπίζοντάς τους με αμφιθυμία, αλλά με ειλικρίνεια, πολιτική στιβαρότητα, προσωπική οικείωση.

«Μετά τα ογδόντα, είναι λίγο εφιαλτική η λεπτομερής καταγραφή της βαθμιαίας απώλειας του πνεύματος από έναν κατ’ εξοχήν πνευματικό άνθρωπο» σημειώνει εισαγωγικά ο Νίκος Μπελογιάννης. Η Διδώ Σωτηρίου ακριβώς σε αυτή την ηλικία της βαθμιαίας απώλειας, μας αφήνει θραύσματα αυτοβιογραφίας, ιστορεί τη γέννησή της με την αυτεπίγνωση πως βαδίζει προς το θάνατο.
Σε πρώτο πρόσωπο, ποιος ξέρει με ποιες σκέψεις και γιατί, έγραψε κείμενα για τη γνωριμία της με τα βιβλία, ιδιαιτέρως με τα βιβλία του παππού της και τη σχέση της με αυτά, μια σχέση σωματικότητας, για το όνομά της, από την Αινειάδα, για την αστική της οικογένεια, από το Αϊδίνι, για την απελευθέρωσή της από την αστική ζωή χάρη στα βιβλία και τις τέχνες. Για τις επιρροές από τον Νίτσε, όπως ο Παλαμάς και ο Σικελιανός νωρίτερα, κι αργότερα από τον Γκόγκολ και τον Ντοστογιέφσκι, και φυσικά τον Μαρξ, τον Ένγκελς, τον Λένιν.
Σε πρώτο πρόσωπο μας λέει κι έτσι κλείνουν αυτά τα αυτοβιογραφικά σημειώματα : «Παντρεύομαι τον καθηγητή μαθηματικών Πλάτωνα Σωτηρίου. Τον πιο πλούσιο ψυχικά άνθρωπο και πιο οικονομικά φτωχό».

Στο κεφάλαιο "Πολιτικές καντρίλιες Τσαρλατάνων 1988-1994" διακατέχεται και εκφράζει το συνεχές άγχος της για τις πολιτικές εξελίξεις στις ανατολικές χώρες αλλά και την εγχώρια πολιτική πραγματικότητα. Σχόλια και αμφιθυμία. Από τη μια έχει μέχρι το τέλος μια ελπίδα, ότι υπάρχει στον άνθρωπο ένα κέντρο που μπορεί να διασωθεί, αλλά με προαπαιτούμενη την αλλαγή του κόσμου, πολιτικό αίτημα που υπηρέτησε πιστά μέχρι τέλους θεωρώντας ότι παραμένει ενεργό πάντα. Γι αυτό και αναζητά τον άφθαρτο αξιακό πυρήνα του σοσιαλισμού και μετά την πτώση του τοίχους. Από την άλλη γράφει νιώθοντας απομονωμένη: «Δεν έχεις με ποιόν να κουβεντιάσεις. Σε αποφεύγουν γιατί εσύ επιμένεις να στέκεις στην ανεμοδαρμένη κορυφή κρατώντας μια μικρή σημαιούλα ελπίδας».
Ο αγαθός πυρήνας των αισθημάτων της απέναντι στο σοσιαλιστικό ιδεώδες δοκιμάζεται και απογοητευμένη σημειώνει «Ποιος να μας το ’λεγε πως θα ‘χε τέτοιο θλιβερό, εφιαλτικό τέλος ο εικοστός αιώνας».

Αυτό που συμβαίνει εντός της, εντός μιας γυναίκας για την οποία θα μπορούσαμε να φτιάξουμε μια κατά τον Αναξίμανδρο Ηρωολογία (γιατί έχει υπάρξει ηρωίδα με όρους ιστορικούς) ενδείκνυται για να κοιτάξουμε μέσα από το βλέμμα της, πόσο αντιηρωικό ήταν το πολιτικό περιβάλλον των τελευταίων ετών της ζωής της, και πόσο ξεκάθαρα το είδε, όχι ή τουλάχιστον όχι μόνο γιατί κατέρρευσε το πολιτικό της κοσμοείδωλο, αλλά γιατί είχε πάντα την δημοσιογραφική οξυδέρκεια και τον αναλυτικό νου που γνωρίζουμε από τα δημοσιογραφικά και τα δοκιμιακά της κείμενα.
Όχι πως δεν αντιλαμβανόμαστε ότι η πραγματικότητα πλέον διυλίζεται περισσότερο, σε αυτά τα ύστερα κείμενα, από την διαδικασία της ανάμνησης και την αδυναμία της μνήμης. Αλλά η Διδώ Σωτηρίου παραμένει έως τέλους αξιόπιστη. Τονίζοντας η ίδια πρώτη ότι η μνήμη την προδίδει (και γι αυτό βιάζεται).

Στο κεφάλαιο της ένατης δεκαετίας θέτει τα μεγάλα ανοιχτά ζητήματα του τέλους, την απορρύθμιση της ζωής όταν είσαι ογδόντα ή ενενήντα ετών, τη διάσταση του να νιώθεις μέσα σου νεαρή κοπέλα και η φυσική σου ρώμη να μη δύναται να ακολουθήσει την επιθυμία του νου. Την αξία των γραπτών που χάθηκαν και δεν μπορεί ο νους να δημιουργήσει: «Έγινες ογδόντα χρονών. Μην το ξεχνάς. Δεν θα προλάβεις τη νέα σπορά».
Με μνήμη λεηλατημένη από τα εγκεφαλικά «έχει στιγμές που απεργεί ολότελα ο νους».
Διαβάζω από τη σελίδα 85: Όταν ξεπεράσεις τα ογδόντα είναι τραγικό να σε παραπλανήσουν όνειρα, βυθομετρήσεις και οράματα για νέα κτίσματα. Το βιωμένο παρελθόν χώθηκε σε σελίδες βιβλίων. Μη γελαστείς και πιστέψεις πως τα κότσια σου θ’ αντέξουν για νέες πορείες. Φύλαξε τις λιγοστές δυνάμεις σου για να γράψεις σωστά τη στερνή διαθήκη σου.

Και στη σελίδα 89 «Ώρα μηδέν. Ώρα να του δίνεις οπωσδήποτε».
(Δεν θα μπορούσε εδώ να είναι παράλληλο αναγνωστικό κείμενο το Απολείπειν ο θεός Αντώνιον;)

Προσπαθώ να περιορίσω όσο μπορώ την ανάγνωση αποσπασμάτων από τα κείμενά της αλλά αν βρούμε χρόνο θα διαβάσουμε σίγουρα το ποίημά της «Αναγνώστη μου», γιατί θα μας βοηθήσει να βγάλουμε κι ένα συμπέρασμα από τις σκόρπιες σκέψεις που παρέθεσα.

Πέρα από αυτό δυο τρεις κουβέντες, πρώτα για την αποσπασματικότητα των "Ανασκαφών": Η αποσπασματικότητα των κειμένων αντί να κάνουν την ανάγνωση δύσκολη ή ανιαρή, λειτουργεί υπερασπιστικά στη γοητεία της ρευστότητας και του ανολοκλήρωτου, καθιστώντας κείμενα που μια σπουδαία γυναίκα έγραψε στη δύση της, μοντέρνα και την ανάγνωσή τους, διαδικασία απόλαυσης και στοχασμού.

Στις Ανασκαφές ανακαλύπτεις 14 χρόνια μετά το φυσικό τέλος ενός προσώπου, τη δύναμη της συνέχειάς του, αυτό που η ίδια περιέγραφε "ως αίμα που γίνεται μελάνι", μια συνέχεια βεβαίως που έχει να κάνει με το μέγεθος της γυναικός και που δεν μπορεί να κριθεί με βάση τα δικά μας, τα καθημερινά μέτρα. Σαν να μην έχει χαθεί καθόλου η ενέργεια αλλά να έχει μεταλλαχθεί, σαν να έχει γίνει μονάδα μέτρησης της συνθετότητας με την οποία βρισκόμαστε αντιμέτωποι, όπως ακριβώς είχε προβλέψει.
Ίσως επειδή μας είναι οικείο το πρόσωπο και κυρίως οικείο το γράψιμο, «διαβάσαμε» μέσα από τα αποσπασματικά κείμενα των «Ανασκαφών» την ιδεολογική μυθιστορία της ζωής της Διδώς Σωτηρίου, κάποιες ασκήσεις μνήμης γεμάτες σοφή οικονομία λόγου, διαβάσαμε (για το ζήτημα του τέλους) κείμενα με υπαινικτικότητα ή λυρισμό.

Στις «Ανασκαφές» βλέπουμε το νεανικό επιθυμείν, της όγδοης δεκαετίας, την συγγραφέα να θέλει να ρίξει γέφυρες στη νέα εποχή, να σκέφτεται και να θέλει να γράψει γι αυτήν έχοντας πλήρη επίγνωση του φυσικού τέλους για το οποίο θλίβεται επειδή:
«Τώρα…Τι θες να πεις; Άφησέ το το «τώρα». Οι συγκρίσεις με το παρελθόν δεν είναι πάντα σωστές, ούτε και δίκαιες. Άλλωστε δε θα προλάβεις να το δώσεις αυτό το τώρα. Άλλοι θα το γράψουν με νέες γραφές. Εσύ τότε δεν θα υπάρχεις πια. Ίσως ούτε και με δυο αράδες στην ιστορία της λογοτεχνίας του τόπου σου. Σταματάω εδώ γιατί πλάκωσε μαύρη μαυρίλα».

Παρά την ύπαρξη τέτοιων στιγμών, υποψιαζόμαστε πως ήξερε ότι ευτύχησε να μη ζήσει έναν βίο ανεξέταστο, ότι είχε πάντα ασπίδα στο εφιαλτικό τέλος του 20ού αιώνα τον ουμανισμό και τα γράμματα τα οποία υπηρέτησε ως δεύτερη πατρίδα. Ότι στα ογδόντα της επιζητούσε ακόμη την πλήρη απλότητα και έγραφε με τις λέξεις που δεν είχε χάσει προς τον αναγνώστη της:
Θα ‘θελα να ξέρω, /πριν χαθώ στο απόλυτο σκοτάδι της ανυπαρξίας,/ να μάθω κι εγώ αν υπήρξα.

«Καλό γράψιμο σαν το τζάμι του παραθύρου» έλεγε ο Όργουελ εννοώντας ότι κοιτάς στο καλό γραπτό και βλέπεις τον κόσμο. Στις «Ανασκαφές», τις σημειώσεις της Διδώς Σωτηρίου των τελευταίων χρόνων της ζωής της δεν βλέπεις μόνο αλλά και ακούς:

«Δεν ξέρω από πού να αφουγκραστώ τα μουλωχτά βήματα του θανάτου. Από πού έρχεται από ποιο δρόμο;» θ�� δανειστώ τις φράσεις του Γιάννη Μπεράτη για να κλείσω

σας ευχαριστώ πολύ.
Profile Image for Μαριάννα Κουμαριανού.
Author 9 books23 followers
July 21, 2021
Αδημοσίευτα και πολυδουλεμένα κείμενα από το αρχείο της Δ.Σ. έρχονται στο φως ως μικροδιηγήματα αυτοβιογραφίας.
Τεράστια αξία!
Displaying 1 - 3 of 3 reviews

Can't find what you're looking for?

Get help and learn more about the design.