Ο Τόμας Στερνς Έλιοτ με τη "Ρημαγμένη Γη" ("The Waste Land") άνοιξε καινούριους δρόμους στη νεότερη ποίηση και καθιέρωσε το αποκλειστικά δικό του προσωπικό ύφος. Λίγοι ποιητές επηρέασαν τόσο σημαντικά τις κατοπινές γενιές τους όσο ο Έλιοτ. Και κανένας αστός ποιητής δε μίλησε με τόση ειλικρίνεια για το χάρος και την ερήμωση της τάξης του, μα και με το τόσο δραματικό τόνο, όσο ο Έλιοτ. Ποιητής τίμιος και συνεπής με την τέχνη του, τον εαυτό του και τους συνανθρώπους του, καλλιέργησε εποικοδομητικά το ποιητικό θέατρο κι άνοιξε βαθιές τομές με το οξύτατο κι έμπειρο "κριτήριό" του στα πνευματικά προβλήματα. Άνθρωπος με τέλεια κλασική μόρφωση, με απέραντες γνώσεις, διαμόρφωσε μια καινούρια γλώσσα στη νεότερη αγγλική ποίηση και παραμένει μια ανυπέρβλητη μορφή της λογοτεχνίας σε παγκόσμια κλίμακα.
Ο Έλιοτ χρησιμοποίησε τόσο στην "Τετάρτη των Τεφρών" όσο και στα "Τέσσερα Κουαρτέτα", αλλά και γενικότερα στην ποίησή του, ένα πλήθος ξένων στίχων και χωρίων από την Αγία Γραφή κι από άλλους ποιητές, που τα ενσωμάτωσε στον κορμό των ποιημάτων του. Ο δόκιμος μεταφραστής και ποιητής Κλείτος Κύρου κατόρθωσε, ύστερα από μακρόχρονη, επίμονη κι εξαντλητική αναζήτηση, να βρει τις περισσότερες πηγές όπου και παραπέμπει τον αναγνώστη. Όμως πιστεύει πως ακόμη υπάρχουν μερικές πηγές ανεξερεύνητες, που η ανακάλυψή τους είναι πλέον θέμα χρόνου και τύχης.
Thomas Stearns Eliot was a poet, dramatist and literary critic. He received the Nobel Prize in Literature in 1948 "for his outstanding, pioneer contribution to present-day poetry." He wrote the poems The Love Song of J. Alfred Prufrock, The Waste Land, The Hollow Men, Ash Wednesday, and Four Quartets; the plays Murder in the Cathedral and The Cocktail Party; and the essay Tradition and the Individual Talent. Eliot was born an American, moved to the United Kingdom in 1914 (at the age of 25), and became a British subject in 1927 at the age of 39.
Είναι λίγο δύσκολο να γράψει κανείς γι αυτή την εμβληματική συλλογή του Έλιοτ. Το βιβλίο το είχα αγοράσει τη δεκαετία του 90 ενώ ήμουν ακόμη φοιτήτρια. Τότε μου είχε φανεί πολύ δυσνόητο, πολύ δύσκολο. Μετά τα χρόνια πέρασαν. Διάβασα περισσότερη ποίηση, περισσότερη λογοτεχνία, διάβασα κι άλλα πράγματα πιο δύσκολα, διάβασα λογοτεχνική κριτική. Τώρα έχω μεγαλώσει, στο πίσω μέρος του μυαλού θέλω κι εγώ να γράψω, διαβάζω το Σεφέρη, τον Έλιοτ και προσπαθώ να δω πώς έγραψαν, την τεχνική τους, τον τρόπο σκέψης τους. Τώρα ο στίχος "Ο τωρινός χρόνος κι ο περασμένος χρόνος/είναι ίσως και οι δυο παρόντες στο μελλούμενο χρόνο" είναι πιο κατανοητός, είναι ίσως πιο ελπιδοφόρος. "Αυτό που θα μπορούσε να'ταν κι αυτό που ήταν/Σημαδεύουν σ'ένα τέρμα, που είναι πάντα τωρινό" Σκέψεις που όλοι και όλες έχουμε κάνει αλλά δεν ξέραμε να τις πούμε τόσο εύστοχα, τόσο όμορφα. "Πατημασιές αντηχούν μες στο μνημονικό Κάτω στο δρομάκι που δεν ακολουθήσαμε Κατά την πόρτα που ποτέ δεν ανοίξαμε Προς τη μεριά του ροδόκηπου."
Το ξαναδιάβασα αυτές τις μέρες με αφορμή μια εργασία πανεπιστημιακή. Ξανάγινα βλέπεις φοιτήτρια, αλλά τώρα αυτό που έχω μάθει είναι όταν δεν καταλαβαίνω κάτι, να το διαβάζω ξανά και ξανά. Κάθε ανάγνωση φέρνει κάτι καινούριο. Μια λέξη, μια φράση ανοίγει μπροστά στα μάτια μου και αλλάζει τα πάντα...