Πολλά, πάρα πολλά χρόνια στερήθηκα αυτά τα γράμματα, γιατί όταν τ' άγγιζα, είτε της αγάπης ήτανε τα λόγια είτε πονεμένα, με καίγανε σαν αναμμένα κάρβουνα. Κάλλιο να μένανε εκεί στα κατάβαθα φυλαγμένα και μόνο η μνήμη μου να διαλέγει τα πιο τρυφερά, τα πιο καυτερά, πότε να με φωτίζουν και πότε να με παρηγορούν. Έτσι, με τον Πρόλογο που έγραψα με τόση οδύνη, παρέδωσα τα πιο ιερά και αληθινά βιώματα του Άγγελου, γνώριμα ωστόσο σε όλους όσοι έτυχε να ζήσουν μαζί του ή σε όσους θα θελήσουν να τον πλησιάσουν, γιατί αυτά τα γράμματα είναι σάρκα από το έργο Του και το έργο Του φωτίζεται απ' αυτά τα γράμματα.
Θα πει κανείς «μπορεί να μπει μετρό στον έρωτα, στην αγάπη;»
Ίσως και όχι, ωστόσο, η συγκεκριμένη έκδοση των γραμμάτων του Σικελιανού στην αγαπημένη του Άννα, χάνοντας το μέτρο χάνει και την ουσία της (ως έκδοση, όχι αγγίζοντας τη σχέση των δύο).
Δυσκολεύτηκα πολύ να ολοκληρώσω την ανάγνωση. Δυσκολεύτηκα να δικαιολογήσω τον πρόλογο της Άννας Σικελιανού για το λόγο έκδοσης των γραμμάτων αυτών. Δυσκολεύτηκα να βρω ουσία, νόημα, λεπτότητα στο όλο εγχείρημα.
Ο ιδιωτικός βίος πολύ πολύ δύσκολα μπορεί να γίνει λογοτεχνικό έργο - και αυτό υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πέρα από τις αρχικές σελίδες στις οποίες θαυμάζει κανείς τη θερμή και τη λυρικότητα του Σικελιανού, η συνέχεια οριακά ακυρώνει το λόγο για τον οποίον γράφτηκαν αυτά τα γράμματα - και αυτός δεν ήτανε σίγουρα για να δημοσιευτούν.