Ένα μυστικό καλά κρυμμένο για πάνω από μισόν αιώνα έρχεται ανέλπιστα στην επιφάνεια για να φωτίσει το αόρατο νήμα που συνδέει τη ζωή του συγγραφέα με εκείνη του πατέρα του.
Η σπαρακτική αφήγηση της οικογενειακής ιστορίας αποτελεί ένα Γράμμα στον Πατέρα - μια ετεροχρονισμένη πράξη αποδοχής της άυλης πατρικής κληρονομιάς.
Την ίδια στιγμή όμως αποτελεί κι ένα είδος διαθήκης, νουθεσία και ευχή μαζί προς τον δικό του γιο - μια απεγνωσμένη προφητεία ή προκαταβολική απολογία για όσα θα του κληροδοτήσει θέλοντας και μη.
Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος (English: Nikos Panagiotopoulos) γεννήθηκε στην Αθήνα το 1963. Σπούδασε Τεχνολόγος Μηχανικός, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με το θέατρο, παρακολουθώντας σεμινάρια πάνω στο σύστημα Στανισλάβσκι, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση.
Αρχικά, εργάστηκε ως καλλιτεχνικός συντάκτης σε εφημερίδες, περιοδικά και την τηλεόραση, αλλά από το 1992 ασχολείται αποκλειστικά με το σενάριο και την πεζογραφία.
Έχει γράψει σενάρια για αρκετές ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους, καθώς και για τηλεοπτικές σειρές. Το 1996 απέσπασε το βραβείο σεναρίου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης για τους Απόντες που σκηνοθέτησε ο Ν. Γραμματικός. Το 2000 απέσπασε το 1ο Βραβείο στον διαγωνισμό σεναρίου που διοργάνωσαν η Προοπτική και το περιοδικό Αθηνόραμα για τις Ώρες κοινής ησυχίας, που λίγα χρόνια αργότερα σκηνοθέτησε η Κ. Ευαγγελάκου.
Έχει διδάξει επί αρκετά χρόνια σενάριο σε ιδιωτικές σχολές κινηματογράφου, σε σεμινάρια και εργαστήρια σεναρίου, αλλά και στο νεοσύστατο Τμήμα Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ.
Έχει γράψει μία συλλογή διηγημάτων, για την οποία διακρίθηκε με το βραβείο Μαρίας Ράλλη για πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, ένα βιβλίο για παιδιά και τέσσερα μυθιστορήματα. Το προτελευταίο, η Αγιογραφία, συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα των υποψήφιων για το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, ενώ το προηγούμενο, Το γονίδιο της αμφιβολίας, έχει μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε επτά γλώσσες.
Μέτρια πράγματα. Ενα αυτοβιογραφικο, μίζερο βιβλιαράκι, για την πραγματική σχεση του συγγραφέα με τον πατέρα του. Δεν μας ενδιαφέρει καθόλου, ούτε τι συνέβη, ούτε τι αγκάθια απέκτησε μετά τον θάνατο του. Ο (καλός) συγγραφέας επηρεασμένος απο το βιβλιο του του Πασκάλ Μπρυκνερ, Ένας καλός γιος, ενα βιβλίο παρα πολύ καλό, πιστεύοντας οτι μπορεί να κάνει το ίδιο, έκανε κατι χειρότερο :μετέφερε την πραγματικότητα του πάνω στο χαρτί του, χωρίς ούτε ενα μυθιστόρηματικο πρόσχημα, με αποτέλεσμα να βγει μια ψυχοπονιαρικη σουπα, που δεν τρώγεται με τίποτα. Με τις υγείας μας, αλλά δεν θα πάρω. .
Μπορεί να μην είναι το σούπερ-ντούπερ ανάγνωσμα των 5*, αλλά είναι τόσο μα τόσο υπέροχο μέσα στην αλήθεια του. Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος γράφει για τη (μη) σχέση με τον πατέρα του, που πεθαίνει και τότε συνειδητοποιεί ο ίδιος πόσο του μοιάζει. Γράφει για την προβολή της σχέσης αυτής στη σχέση με τον δικό του γιο. Γράφει αληθινά την "αυτοβιογραφική του προφητεία" για τη σχέση πατέρα-γιου, για το πόσο αυτή η σχέση (τον) επηρεάζει μετέπειτα, για το πώς μπλέκονται οι γενιές. Το διάβασα και συγκινήθηκα και ενδεχομένως, αν δεν υπήρχε το κεφάλαιο που δεν αναφέρεται στον χωρισμό με τη γυναίκα του, να του έβαζα ένα αστεράκι παραπάνω. Αλλά μου προκάλεσε λίγη αμηχανία.
Ξέρω ελάχιστα τον Νίκο Παναγιωτόπουλο ως άνθρωπο. Τον γνωρίζω βέβαια ως συγγραφέα από τα μυθιστορήματά του που είναι πάντα εντυπωσιακά. Τα δύο του τελευταία βιβλία όμως, τα αυτοβιογραφικά διηγήματα «Γραφικός χαρακτήρας» και τώρα το ολοκαίνουριο αυτοβιογραφικό αφήγημα «Ολομόναχος», με έκαναν να αισθάνομαι πολύ κοντά του. Και να του βγάλω το καπέλο. Γιατί ξέρω πολύ λίγους άντρες που να μπορούν να μιλήσουν για την πολύ ευαίσθητη σχέση με τον πατέρα τους με αυτόν τον τρόπο, αφτασίδιωτα, γυμνά από μυθοπλασία, άγρια και ειλικρινά.
Ο συγγραφέας θυμάται τον πατέρα του, μετανιώνει που η σχέση τους ήταν από συγκρουσιακή μέχρι τυπική, ώσπου ο γονιός του χάθηκε. Μιλάει για τη συνωμοσία της σιωπής ανάμεσα στα αρσενικά που δεν μπορούν να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, κι αφήνουν τα λόγια που δεν λέγονται να διαιωνίζονται. Δεν είναι μελό. Είναι όμως σπαρακτικός. Ταυτόχρονα μας λέει και για μια άλλη πληγή, αυτή τη φορά με μεγαλύτερη γενναιότητα, γιατί είναι μια πληγή που φανερά ακόμα αιμορραγεί. Μιλά για τη σχέση με τον δικό του γιο, που διακόπηκε από το διαζύγιο, για τον τρόπο που ψάχνει ισορροπία στον παραλογισμό των ανθρώπινων ερωτικών σχέσεων, για να μην είναι το παιδί του παράπλευρη απώλεια.
Και τελικά κατορθώνει να διαψεύσει τον τίτλο. Ολομόναχος, σε ένα δωμάτιο καινούργιο, με έπιπλα δανεικά, μακριά από τον γιο του, και τον πατέρα χρόνια πεθαμένο, μας κάνει κοινωνούς στα άχραντα μυστήρια της ανθρώπινης ύπαρξης. Και με την τόλμη και το θάρρος του, μας παίρνει μαζί του. Δεν αναρωτήθηκα ούτε στιγμή τι δουλειά έχω εγώ να διαβάζω την πραγματική ιστορία του πατέρα ενός άλλου. Δεν νιώθεις καθόλου σαν να κρυφοκοιτάς από κλειδαρότρυπα. Το αντίθετο, ο Παναγιωτόπουλος αφήνει την πόρτα ανοιχτή-όχι ορθάνοιχτη, ίσα μια χαραμάδα-, αλλά αρκετά για να μπορέσεις κι εσύ να χωθείς μέσα στη σχέση με τους δικούς σου γονιούς∙ και τελικά, μόνος, ολομόναχος, να κάνεις στον συγγραφέα συντροφιά.
Αν και μοιάζει πολύ με το βιβλίο του "Γραφικός χαρακτήρας", που περιελαμβάνει μικρές ιστορίες από τότε που ο συγγραφέας ήταν μικρός, επιβεβαιώνεται ο κανόνας και από τον ίδιο, ότι κάθε συγγραφέας λέει την ίδια ιστορία. Σε σχέση με το προηγούμενο θα έλεγα ότι είναι πιο προσωπικό, πιο πονεμένο, προσθαθεί να αφορήσει τα φαντάσματα του παρελθόντος του, να συγχωρέσει και να συγχωρεθεί. Αναφέρεται στη σχέση του με τον πατέρα του και στα πόσα λίγα ήξερε, αλλά πως διαμορφώθηκε η σχέση τους ανά τα χρόνια. 3,5*
Ήθελα πολύ να διαβάσω ένα βιβλίο γραμμένο από τον άνθρωπο που μπλέχτηκε με τα σενάρια του Βασιλιά και των Απόντων. Στην αρχή μου φάνηκε πιο απλοϊκό από ο,τι περίμενα, και η αλήθεια είναι ότι είχα πολλές προσδοκίες. Ωστόσο, στο τέλος με κέρδισε. Ούτε τραβηγμένο, ούτε μικρότερο από όσο θα χρειαζόταν (κατά τη γνώμη μου πάντα), και χτισμένο αργά και ήρεμα για να καταλήξει στο τέλος-τέλος να πει αυτό ακριβώς που ήθελε. Ανυπομονώ να διαβάσω και τα υπόλοιπα βιβλία του Παναγιωτόπουλου.
θέλει να επικοινωνήσει με το γιο του αλλά εκθέτει χωρίς να να είναι χρήσιμο για κανέναν, το θυμό του για την πρώην του και μητέρα του γιου του. δεν ήταν έτοιμος. και σίγουρα δεν είναι ολομόναχος. αφού έχει το γιο του.
Ένα βιβλίο μικρό αλλά γεμάτο συναισθήματα. Η σχέση πατέρα γιου σε πρώτο πλάνο, μια σχέση που περνάει από 40 κύματα μέχρι να έρθει η στιγμή της εξιλέωσης. Στιγμές που χάθηκαν αφού τα μυστικά έμεναν καλά κρυμμένα και συζητήσεις που δεν έγιναν ποτέ μεγάλωναν και άλλο την απόσταση μεταξύ τους. Ποτέ κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι κρύβει ένας άνθρωπος μέσα του. Το τέλος σου αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση, αφού το μέλλον κανείς δεν μπορεί να το προβλέψει, αυτό που έχει σημασία είναι να μην επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη. Διαβάζεται αμέσως. Καταπληκτικό. Αληθινό όπως η ίδια η ζωή. δεν έβαλα 5 αστέρια γιατί με κούρασε η επαναληψη της ιστορίας σε κάποια σημεία από άλλη οπτική γωνία όμως.
Μια ιστορία απλή, συνηθισμένη και ασήμαντη, αλλά πολύ καλογραμμένη, όχι ακριβώς ψυχρά, όχι ακριβώς αφαιρετικά και με μια δόση tell. Εκτός του ότι γενικά μου αρέσει η γραφή του Ν.Π., αυτό το κείμενο ήταν μια τόσο τεράστια ανακούφιση σε σχέση με όλες αυτές τις φριχτά γραμμένες αηδίες με παρόμοια θέματα που βλέπουμε στα social media (βιογραφίες παππουδογιαγιάδων κλπ) που κερδίζει και το 4ο αστεράκι.
Ένα τρυφερό βιβλίο για τη σχέση πατέρα γιου αλλά και ευρύτερα για τη σχέση γονιού παιδιού. Διαβάζεται απνευστί. Συχνά νιώθεις πως ακούς μία εκ βαθέων εξομολόγηση ενός καλού φίλου που βρίσκεται δίπλα σου. Τόσο οικεία είναι η αίσθηση αυτή που, κλείνοντας το βιβλίο, νιωθεις την ανάγκη να κλείσεις το χέρι του στο δικό σου.
Σύντομο, γεμάτο συναισθήαματα, θα αγγίξει όλους τους μεσήλικες αλλά πολύ περισσότερο τους άντρες. Μία "αυτοβιογραφική προφητεία" για το νήμα που ενώνει την κάθε γενιά με την προηγούμενη και την επόμενη.
Σύντομο, μεστό και συγκυνητικό. Πέρα από το κεντρικό θέμα που μοιάζει αρκετό στο "γραμμα στον πατέρα", μας παρουσιάζει και άλλες πλευρές της ζωής του συγγραφέα κάνωντας ένα πολύ ενδιαφέρον ανάγνωσμα.
Μια κουραστική ανασκόπηση της ζωής του πατέρα του με αφετηρία το τραύμα από τον δικό του χωρισμό. Κρίμα επειδή ο Παναγιωτόπουλος συνολικά είναι πολύ καλύτερος συγγραφέας.