Ακροβατώντας ανάμεσα στον προβληματισμό και την συγκίνηση, η Μαριαλένα Σεμιτέκολου σκιαγραφεί την προσωπικότητα της Μαρίνας - της κεντρικής ηρωίδας - μέσα από τις σκέψεις και τις αναμνήσεις της, δίνοντας συγχρόνως εξαιρετικές περιγραφές του εξωτερικού της κόσμου, με ό,τι αυτός περιλαμβάνει.
"Ανοίγει τα μάτια της απότομα, το σεντόνι κολλημένο πάνω της, το μαξιλάρι να βράζει, το ρολόι να δείχνει δέκα και είκοσι, και η ησυχία του δρόμου να προμηνύει μια ελαφρώς δυσοίωνη Κυριακή."
Στην ιστορία της Μαριαλένας Σεμιτέκολου, όλα κινούνται με ήρεμους ρυθμούς· δεν συμβαίνει τίποτα, κι όμως συμβαίνουν τα πάντα... Δημιουργείται ένα υποδόριο σύμπαν που ο πυρήνας του «βράζει», παρά τη φαινομενική απλότητα με την οποία αποτυπώνονται η διαχείριση της καθημερινότητας και η αποδοχή της από τον κεντρικό χαρακτήρα, τη Μαρίνα.
To βιβλίο φωτίζει όλα εκείνα μέσα από τα οποία η συγγραφέας βλέπει τον κόσμο, όπως τις Κυριακές, το καλοκαίρι.
Οι «Κυριακές, το καλοκαίρι» είναι ένα βιβλίο πρωτοποριακό ως προς την προσέγγιση και έξυπνο ως προς τη φόρμα. Με μικρές εναλλαγές ύφους προσπαθεί κατά μία έννοια να αναπλάσει και να μεταμορφώσει το καλοκαίρια μας, ειδικά αυτά τα γεμάτα προβληματισμό και δυσκολίες καλοκαίρια των τελευταίων ετών. Διερευνεί στάσεις, προκαταλήψεις, όνειρα και απογοητεύσεις, προκειμένου να επανεισάγει αθέατα και απόκοσμα μονοπάτια στην καλοκαιρινή ραστώνη.
Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και μελαγχολικό, με την έννοια πως μας κάνει να αναρωτιόμαστε για τον αριθμό των ανθρώπων που έχουν τη δυνατότητα στη σημερινή Ελλάδα να κάνουν διακοπές, έστω και μίας εβδομάδας. Λίγοι λένε οι στατιστικές, ακόμη πιο λίγοι λέει η πραγματικότητα γύρω μας.
Ένα βιβλίο για τις ανεκμετάλλευτες Κυριακές μας, για κείνες τις Κυριακές που η μία δε διαφέρει από την άλλη, που το σώμα δε μπορεί, για κείνες τις Κυριακές που το πιο μακρινό μας δρομολόγιο είναι μέχρι την κουζίνα ή μέχρι το κρεβάτι μας, για κείνες τις Κυριακές που η σκέψη χάνεται και βουτάει στα πιο άβαθα νερά της ψυχής μας. Ένας αγώνας προσωπικής επιβίωσης απέναντι στους φόβους μας, την μοναξιά εκείνη τη μοναξιά που μπορεί να σε συνθλίψει. Μου άρεσε πολύ.
Οι πολυκατοικίες είναι κτίρια αλλόκοτα. Τα καλοκαίρια με τις μεγάλες ζέστες ανεβάζουν πυρετό και νοσούν. Οι ένοικοι κλείνουν τα πατζούρια τους και τις εγκαταλείπουν σε ένα άηχο και εμπύρετο παραλήρημα. Άλλοι πάλι παραμένουν με τις μπαλκονόπορτες κλειστές και τον κλιματισμό αναμμένο. Και τα κτίρια φυσάνε και ξεφυσάνε, μουγκρίζοντας και ξερνώντας καυτό αέρα στους δρόμους, και στάζουν κάτι αναιμικές ψιχάλες σε ανυποψίαστους περαστικούς που ενοχλημένοι σηκώνουν για λίγο το κεφάλι τους προς τα πάνω. « Ο χώρος κλιματίζεται», διαβάζεις στις επιγραφές των κτηρίων και είναι σαν να σου ανακοινώνουν ότι ο χώρος νοσηλεύεται μέχρι νεοτέρας ή ότι μπήκε σε γύψο και θα του πάρει μήνες να αποκαταστήσει την κινητικότητα του. Προς το παρόν θέλει ησυχία και ξεκούραση. Έτσι νομίζουν όλοι, παραλείπουν τη διάγνωση της αφυδάτωσης και τα παρατάνε απότιστα.
Όλοι μας έχουμε ζήσει μια τέτοια Κυριακή ή το μεγαλύτερο μέρος της τουλάχιστον. Δεν είναι μόνο η Κυριακιλα που μας πλακώνει. Είναι η αναμέτρηση με τον εαυτό μας, μια μοναξιά λίγο διαφορετική. Απο αυτές που κάποιες φορές βγαίνεις πιο δυνατός και άλλες όχι. Βαθιά αληθινό βιβλίο.
Η Μαρίνα θα έκανε καλή παρέα με την Ρέα. Θα έπιναν τον καφέ τους σε ένα βρόμικο μπαλκόνι ακούγοντας Velvet Underground. Κατά προτίμηση το ομότιτλο άλμπουμ.
Διάβασα παντού ότι αυτό το βιβλίο έχει μηδενική δράση, ότι μέσα του δεν συμβαίνει τίποτα φαινομενικά. Συμβαίνουν όμως τα πάντα. Βλέπουμε σε 90 σελίδες να ξετυλίγεται μία Κυριακή που όλοι -κυρίως όλες- έχουμε ζήσει. Πρωινός καφές, περίπτερο, πότισμα, μπαλκόνι, ύπνος, ζέστη, μελαγχολία, άσχημες σκέψεις, επιστροφή στο παρελθόν, ρουτίνα. Είναι τόσο όμορφο αυτό το βιβλίο γιατί μπαίνει με υπέροχο περιγραφικό τρόπο στις σκέψεις μιας κοπέλας του σήμερα. Δείχνει τι σημαίνει να επιβιώνεις στην Αθήνα του 2018. Είναι τόσο όμορφο μάλιστα που σε κάνει να θες να δώσεις περισσότερη προσοχή στις δικές σου σκέψεις, για να δεις τι μπορείς να ανακαλύψεις από κει. Και μυρίζει καλοκαίρι. Αν αυτό ήταν το πρώτο δείγμα δουλειάς της Σεμιτέκολου, πιστεύω ότι τα επόμενα θα είναι σπουδαία λογοτεχνία.
Η Μαρίνα είναι εσύ, που όταν κάπως αδειάζει ο χρόνος σου, η μέρα σου, η εβδομάδα σου και δεν έχεις κάποια υποχρέωση, που δεν αφήνει το μυαλό σου διαθέσιμο σε σκέψεις, νιώθεις άδειος. Αυτή η Κυριακή της Μαρίνας είναι όλες εκείνες οι στιγμές που ένιωσες κενός μέσα σε μια πολύβουη ζωή αλλά ταυτόχρονα είναι και εκείνη η Κυριακή πριν την Δευτερα μιας ζωής με πληρότητα και νοηματοδοτηση. Καλοτάξιδο στη συγγραφέα. Ηταν μια καλη αρχή..
Κι ομως καπως ετσι ή περιπου ετσι μπορει να νιωθουν αρκετοι/ες μοναχικες υπαρξεις τα κυριακατικα καλοκαιρια στην πολη. Ειναι εκεινοι που επελεξαν αυτη την περιεργη μοναξια και την αφησαν να ριζωσει μεσα τους. Αρκετα κινηματογραφικης αισθητικης βιβλιο που θα μπορουσε να γινει ταινια μικρου μηκους για μια Κυριακη μιας γυναικας στην καλοκαιρινη πολη και πως αυτη η εξελισσεται καθως περναει η μερα. Ειναι σαν μικρες σταγονες να σε διαπερνουν να πανε και να ερχονται, υγρασια και ζεστη και να κοιτας το ρολοι να περασει η μερα. Κλειστοφοβικο αλλα αρκετα ενδιαφερον για μια νεα φωνη γυναικεια φωνη στη μικρη φορμα. ΥΓ! Θα θυμησεις εσενα...
Με λίγα λόγια: Slice of life ιστορία για τη σύγχρονη καλοκαιρινή Αθήνα και την έννοια της Κυριακίλας, με την πρωταγωνίστρια Μαρίνα να είναι εγώ, εσύ, όλοι μας. Νουβέλα που δε με εντυπωσίασε αλλά και ταυτόχρονα δεν της λείπει κάτι για να διαβαστεί και να ψυχαγωγήσει μια ήσυχη Κυριακή εκεί πριν τον Δεκαπενταύγουστο ας πούμε. Αν ήταν κάπως λιγότερο πυγμένο στη μελαγχολία θα ήταν περισσότερο my cup of tea.
Δεν ένιωσα την απογοήτευση που αισθάνθηκα διαβάζοντας το "Μπλε υγρό" της Β. Στεργίου, εντούτοις οι προσδοκίες μου και αυτή τη φορά ήταν υψηλότερες. Υποφερτό, αλλά μέχρι εκεί.
Φυσικά κι επίτηδες το φύλασσα και το διάβασα σήμερα, την πιο άδεια και μακρόσυρτη Κυριακή τού Καλοκαιριού, θέλοντας να μπω όσο το δυνατόν περισσότερο γίνεται στο κλίμα.
Πολύ όμορφη γλώσσα, ενδοσκόπηση, περιγραφές απλών πράξεων που πιάνεις διαβάζοντάς τες τον εαυτό σου να λέει με ζήλια "κι εγώ θα μπορούσα να το έγραφα έτσι"! (θα μπορούσα;) Τέτοια βιβλία θέλω.
Για πρώτο βιβλίο νέας γυναίκας που πρωτοκυκλοφόρησε μόλις πέρσυ και υποτίθεται λαμβάνει χώρα στο σήμερα, με ξένισε λίγο η παντελής έλλειψη της τεχνολογίας. Υπολογιστές, κινητό, μέσα δικτύωσης, αμάξια, αιρκοντίσιον, τίποτα. Η ηρωίδα ξυπνά και ανάβει κατ΄ευθείαν την τηλεόραση για παρέα. Κοιμάται με νυχτικό. Ή η υπόθεση του βιβλίου είναι τουλάχιστον 15 χρόνια στο παρελθόν (κανένα πρόβλημα) ή η ηρωίδα δεν είναι 28 όπως εγώ νόμιζα αλλά μάλλον 48 κι αυτά που αναπολεί όλη μέρα είναι στο μακρυνό παρελθόν...
ΥΓ: (θα'σκαγα!) Πώς να μην σ΄αφήσει μαρή ο Μιχάλης; Δεν έχεις στην κουζίνα σου - ή καν ακουστά! - το ξύλο κοπής; (το οποίον επίσης πλέον έχει δυστυχώς γίνει πλαστικό κοπής...) Σου μαγείρευε κι εσύ τον κοιτούσες βαριεστημένη; Τέτοιους άντρες τούς γραπώνουμε μη φύγουν, πφφφ!
Η θεραπευτική δύναμη της καλής λογοτεχνίας. Εδώ έχουμε να κάνουμε με τις σκέψεις της ηρωίδας της Μαρίνας μέσα σε μια ημέρα, μια ζεστή Κυριακή. Κι όμως παρόλο που η δράση είναι εσωτερική, περνάει όλη η ζωή της μέσα από τον αναστοχασμό της. Στιγμιότυπα που την στιγμάτισαν από την παιδική της ηλικία μέχρι τώρα. Μια μαγεία αυτό το βιβλίο. Τόσο δα, μικρό σε μέγεθος αλλά μεγάλο σε περιεχόμενο. Τόσες σπουδαίες σύγχρονες συγγραφείς, δεν τελειώνει ο κατάλογος. Τι όμορφα που γράφουν, τι όμορφα που στοχάζονται πάνω στην πραγματικότητα, στη μοναξιά, τον έρωτα, τα αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου. Μου άρεσε πάρα πολύ που μπερδεύονταν γλυκά φράσεις που περιέγραφαν την κατάσταση της ηρωίδας μαζί με σκέψεις της εκείνη τη στιγμή (με πλάγια γράμματα). Ξετρελάθηκα με τη σκηνή που η Μαρίνα κάθεται κι έχει μπροστά της ένα φυλλάδιο με περιγραφές κινηματογραφικών ταινιών από κάποιο φεστιβάλ κι ένα βιβλίο με συνταγές που έχει ξεμείνει στο σπίτι της από τον πρώην αγαπημένο της. Και η συγγραφέας κάνει ένα υπέροχο παιχνίδι όπου οι περιλήψεις των ταινιών που διαβάζει η ηρωίδα μπλέκονται με τις οδηγίες μαγειρέματος των συνταγών και τις σκέψεις της, είναι πραγματικά λογοτεχνική απόλαυση (σελίδες 59-61). Μου άρεσε επίσης πάρα πολύ το σημείο που σκέφτεται πώς θα κυλήσει η μέρα της αν αποφασίσει να επισκεφτεί την οικογένεια της φίλης της, τι θα πουν, τι θα γίνει, μια ρουτίνα δηλαδή. Και τελικά επιλέγει να μην την επισκεφτεί επειδή ξέρει προκαταβολικά τι θα συμβεί. Άρτια λογοτεχνική αποτύπωση της ασφυξίας εξαιτίας της ρουτίνας και της καθημερινότητας των σύγχρονων αποξενωμένων ανθρώπων που μπορεί να μένουν χρόνια στην ίδια πολυκατοικία αλλά να έχουν τυπικές σχέσεις ή ακόμα και να παραμένουν εντελώς άγνωστοι.
"Μην αρχίσεις τις σκέψεις. Το έχεις κάνει κατά καιρούς στο σκοτάδι και ξέρεις πως είναι. Σαν να κλείνεσαι σε ένα δωμάτιο με χαλασμένη κλειδαριά. Θα αρχίσεις να ανεβοκατεβαζεις νευρικά το πόμολο της πόρτας και μετά θα καταλάβεις ότι έχει μπλοκάρει και δεν έχεις άλλη επιλογή από το να περιμένεις να σου ανοίξουν απέξω. Το γνωρίζεις ότι η πόρτα θα ανοίξει μόνο για αν κοιμηθείς. Το πρωί που θα ξυπνήσεις θα είναι ορθάνοιχτη. Όλα στη θέση τους. Γι'αυτό σου λέω. Κλείσε τα μάτια σου τώρα, και κοιμήσου. Είναι αργά. "