Με το βιβλίο αυτό, που αποτελεί καρπό της συνεργασίας ενός Έλληνα και ενός Βραζιλιάνου ιστορικού, συνεχίζεται η προσπάθεια που είχε αρχίσει το 2014, οπότε εκδόθηκε, από τη «Λόγχη» πάντοτε, το έργο «Ο πόλεμος και ο κόσμος». Έχοντας, τώρα, οι δύο συγγραφείς ως κύριο πεδίο μελέτης τη Β΄ Παγκόσμια σύρραξη, συνεχίζουν τη συστηματική προσπάθειά τους να διαφωτίσουν, γενικότερα, τα βαθύτερα αίτια των ένοπλων συγκρούσεων μεταξύ των λαών και, ειδικότερα, να ερμηνεύσουν την κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1940 ήττα των Δυνάμεων του Άξονα. Παράλληλα, προσπαθούν να δώσουν επιμελημένη απάντηση σε κοινωνικής φύσης ερωτήματα τα οποία σήμερα, λόγω της ουσιαστικώς παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, απασχολούν ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα της ανθρωπότητας.
Ειδικώς όσον αφορά τον Έλληνα αναγνώστη, ενδιαφέρον ιδιαίτερο παρουσιάζουν τα εξής σημεία: 1 Η πλήρης διαλεύκανση της στάσης του Ιωάννη Μεταξά ως προς το Γ΄ Ράιχ. 2 Εξηγείται –επιτέλους!- το γιατί το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα ακολούθησε, ήδη από τη λήξη του Β΄ Παγκόσμιου πόλεμου, αταλάντευτη πορεία προς τον «Κομμουνισμό με ανθρώπινο πρόσωπο», τον «Δημοκρατικό Σοσιαλισμό», τη μέσω της –σταθερώς ειρηνικής- διείσδυσης «ανθρώπων του» στους μηχανισμούς πολιτιστικής δημιουργίας τελική άλωση του Κράτους, τον «Ευρωκομμουνισμό» και τα παρεμφερή. 3 Χάρη στον Βραζιλιάνο ιστορικό, επισημαίνονται τα κύρια χαρακτηριστικά της προπαγάνδας που, κυρίως από τις Η.Π.Α., ασκήθηκε σε βάρος του Άξονα σε όλη τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. 4 Καταδεικνύεται, μετά από τις επίμονες ερωτήσεις στις οποίες το αναγνωστικό κοινό της «Λόγχης» υπέβαλε τον Έλληνα συγγραφέα του βιβλίου, η χώρα που ήδη αποδεικνύεται ως κοιτίδα του –παγκόσμιου- Τεκτονισμο. 5 Αναλαμβάνεται μία –ακροθιγής στην πρώτη της φάση- προσπάθεια φιλολογικής προσέγγισης κειμένων της Χριστιανικής Γραμματείας. Τα αποτελέσματα, μάλιστα, της προσέγγισης αυτής είναι πιθανόν να αναδυθούν στο εγγύς μέλλον, με συνέπειες λίγο-πολύ ευεργετικές για τους Νεοέλληνες.
Παρά την πυκνότητα των νοημάτων του πάντως, το βιβλίο των δύο ιστορικών δεν είναι δύσκολο στην ανάγνωση. Και οπωσδήποτε χάρη σε αυτό ανοίγονται νέα μέτωπα στην επιστημονική έρευνα και, συνακολούθως, την αντιμετώπιση των καταστάσεων που σήμερα μας ταλανίζουν εξουθενωτικά…
O Δημήτρης Μιχαλόπουλος (γεν. 1η Μαΐου 1952, στην Αθήνα) είναι Έλληνας ιστορικός. Με διαδοχικές υποτροφίες σπούδασε στην Ιταλική Σχολή Αθηνών (1964-1970), στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1970-1974) και στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales του Παρισιού, όπου και αναγορεύτηκε, το 1978, διδάκτορας Ιστορίας.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του ταξινόμησε τα Ιστορικά Αρχεία του Πολεμικού Ναυτικού (1979-1980). Μέλος του ιδιαίτερου γραφείου του Προέδρου της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Καραμανλή, κατά τα έτη 1980-1981, δίδαξε στη συνέχεια, ως λέκτορας και μετά ως επίκουρος καθηγητής Διπλωματικής Ιστορίας στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1982-1994). Υπήρξε διευθυντής του Μουσείου Βούρου-Ευταξία της Πόλης των Αθηνών από το 1990 έως το 2000 και του Ιδρύματος Ιστορίας του Ελευθέριου Βενιζέλου και της αντίστοιχης εθνικής περιόδου κατά το διάστημα 2004-2011.
Σήμερα παραμένει διοικητικός σύμβουλος αυτού του τελευταίου. Κατά τα τελευταία χρόνια ασχολείται συστηματικά με το ζήτημα του Εθνικού Διχασμού.