Το μέλημα να δώσει κανείς λογική δομή σε μια εργασία που προσπαθεί να ερμηνεύσει μιαν εξ ορισμού άμορφη κοινωνική πραγματικότητα δεν μπορεί παρά να εκθέσει τον ερευνητή σε μονομέρειες και σε υπερβολές. Κάθε ερμηνεία είναι από τη φύση της «υπερ-ερμηνεία» και «υπο-ερμηνεία» ταυτόχρονα, κάθε συστηματοποίηση είναι και αφαίρεση, κάθε υπογράμμιση και διαγραφή. Ήδη η διατύπωση ερωτημάτων και υποθέσεων και η «κατασκευή» των κατηγοριών οποιασδήποτε ανάλυσης οδηγούν αδήριτα στην αποσιώπηση σκοπιών εξίσου ή και περισσότερο σημαντικών απ' εκείνες που τονίστηκαν. Μ' αυτή την έννοια η ολοκλήρωση μιας οποιασδήποτε διανοητικής πορείας είναι εκ των πραγμάτων ανέφικτη: η τυπική συμπλήρωση ενός συλλογισμού συμπίπτει με τη χάραξη σωρείας άλλων, συμπληρωματικών, διορθωτικών ή ακόμα και ανασκευαστικών. Έτσι, πριν ακόμα αποπερατωθεί, το σχεδίασμα ερμηνείας ορισμένων πλευρών της εξέλιξης της νεοελληνικής κοινωνίας, που επιχείρησα σε μία προηγούμενη εργασία μου, εμπεριείχε τα σπέρματα της υπέρβασής του. Τονίζοντας την άρθρωση ανάμεσα στον ελλαδικό και στον εξωελλαδικό ελληνισμό, οδηγήθηκα σ' ένα σχετικό τουλάχιστον υποτονισμό μιας σειράς από «ενδογενείς» διαδικασίες που προσδιόρισαν την εξέλιξη του ελληνικού κράτους. Η αύξουσα από μέρους μου συνειδητοποίηση ορισμένων πλευρών, που δεν είχαν γίνει αντικείμενα επαρκούς επεξεργασίας υπήρξε άλλωστε και ο κύριος λόγος που με ώθησε προς το άνοιγμα της προβληματικής που ακολουθεί. Ωστόσο, η εργασία αυτή δεν αποτελεί ανασκευή της προηγούμενης, αλλά αντίθετα συμπλήρωσή της. Οι περισσότερες μάλιστα υποθέσεις που ακολουθούν, όχι μόνο δεν έρχονται σε αντίθεση αλλά εμπεριέχονται είτε ρητά είτε και «υπό τας γραμμάς» στο ερμηνευτικό πλαίσιο της προηγούμενης δουλειάς μου. Ακριβώς αυτή η μερική αλληλεπικάλυψη ανάμεσα στις δύο εργασίες, που προσπαθούν να εξετάσουν το ίδιο αντικείμενο από δύο διαφορετικές πλευρές, βρίσκεται στη βάση ενός «διλήμματος» που είναι αισθητό σε όλη την έκταση του κειμένου που ακολουθεί. [...] Κλείνοντας, θεωρώ αναγκαίο να τονίσω ότι η εργασία αυτή είναι, σε σημαντικό βαθμό, προϊόν μιας γενικότερης συλλογικής προσπάθειας κριτικής αντιμετώπισης της νεοελληνικής κοινωνικής εξέλιξης που άρχισε, εδώ και μερικά χρόνια, γύρω από τον Νίκο Πουλαντζά, τον Κώστα Βεργόπουλο και εμένα, στο πλαίσιο του Πανεπιστημίου Παρισιού αριθ. 8 . Πρέπει επίσης να υπογραμμίσω το χρέος μου προς τον Νίκο Σβορώνο, που όχι μόνο συνέβαλε αποφασιστικά στην αποκρυστάλλωση και στη διευκρίνιση πολλών κεντρικών σημείων αλλά και με βοήθησε να αποφύγω μια σειρά από λογικά και πραγματολογικά σφάλματα. Παρίσι, Ιούνιος 1980, Κ.Τ. (Από το προλογικό σημείωμα του συγγραφέα)
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς (English: Constantinos Tsoukalas) είναι Έλληνας κοινωνιολόγος, πανεπιστημιακός και πολιτικός, με μακρά και πολυσχιδή παρουσία στη δημόσια ζωή. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στη Φιλοσοφία του Δικαίου και την Κοινωνιολογία σε πανεπιστήμια της Γερμανίας, της Γαλλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Δίδαξε Κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο Παρισιού και κατόπιν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου αναδείχθηκε σε ομότιμο καθηγητή. Υπήρξε επιστημονικός διευθυντής και πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών, ενώ συμμετείχε σε σημαντικούς θεσμούς πολιτισμού και έρευνας, καθώς και σε διεθνείς αποστολές. Το 2025 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Στην πολιτική του διαδρομή συνδέθηκε με την ανανεωτική Αριστερά και εξελέγη βουλευτής Επικρατείας με τον ΣΥΡΙΖΑ το 2015. Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει σημαντικές μελέτες για το κράτος, την ανάπτυξη, την εξουσία και τις ταυτότητες στη σύγχρονη κοινωνία.