Αν και ακολουθεί όλα τα κλασικά των ιστοριών συνομωσίας και κατασκοπίας, αποτυγχάνει παταγωδώς στον τομέα της αληθοφάνειας. Δύσκολο να πιστέψεις ότι μια απλή νοικοκυρά και τα παιδιά της θα τα κατορθώνανε τόσο καλά να εξαρθρώσουνε μια πανίσχυρη οργάνωση παγκοσμίου εμβέλειας. Ούτε καν ιδέα είχανε για το τι παίζει με την μετάβαση αρχικά.
Το χειρότερο σημείο πάντως είναι το πόσο καρτουνίστικοι είναι οι κακοί της υπόθεσης. Ναι μεν αυτός ήταν ο σκοπός εξ’ αρχής και το βλέπεις από τον τίτλο ήδη ότι είναι διαόλια όλοι τους, αλλά αυτό δε τους κάνει ενδιαφέροντες. Είναι εντελώς μονόπλευρο και όλοι μιλάνε με τέτοιο μένος για τα ρομπότ, λες και η συγγραφέας έβγαζε το άχτι του γιατί πιστεύει τις μπούρδες της εκκλησίας περί των τσιπ που βάζουνε κάποιοι στο μυαλό τους να είναι του σατανά. Αυτό καταστρέφει και την προοπτική του να περιγραφεί ένας κόσμος με την τεχνολογία της μετάβασης, μιας που σου λέει με το καλημέρα ότι είναι έργο του διαβόλου και πρέπει να μη σου αρέσει.
Οπότε για να μη το κουράζω, δεν έχει την φάση άλλων γνωστών του είδους, όπως τον Κώδικα Νταβίντσι, γιατί οι πρωταγωνιστές δεν είναι εξπέρ σε αυτό που κάνουνε για να αιτιολογεί την νίκη τους. Επίσης το νοιώθεις σαν προπαγάνδα της εκκλησίας κατά του ενσωματωμένου μικροτσίπ. Η γραφή είναι καλή, αλλά χάσκει σε αληθοφάνεια όπως είπαμε, μαζί με το πόσο αργά προχωράει την πλοκή. Γι’ αυτούς τους λόγους το θεωρώ αρκετά κάτω του μετρίου.