Τα "Ελληνικά λαϊκά παραμύθια" είναι η μεγαλύτερη ανθολογία παραμυθιών του λαού μας. Συγκεντρώνουν 279 παραμύθια, πολλά από τα οποία εντοπίστηκαν σε σπάνια και δυσεύρετα περιοδικά και βιβλία και προέρχονται από τον πρώην και νυν ελλαδικό χώρο (Σμύρνη, Πόντο, Θράκη, Κρήτη, Κύπρο κ.ά.). Δεκαπέντε εκδίδονται για πρώτη φορά, 45 είναι μύθοι με ζώα· το παλιότερο παραμύθι τοποθετείται στα 1823 ενώ το νεώτερο 160 χρόνια αργότερα, το 1983. (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Σε ένα σεμινάριο αφήγησης παραμυθιών –για την τέχνη της αφήγησης και όχι της ανάγνωσης μέσα από ένα βιβλίο, έχει διαφορά– με την ταλαντούχα σύγχρονη παραμυθού Ανθή Θάνου (αξίζει να την ψάξετε), έμαθα κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία για ένα είδος που σχεδόν υποτιμούσα ως παρωχημένο (μέσα στον σημερινό κατακλυσμό παιδικών βιβλίων) ή τουλάχιστον ήταν εκτός των ενδιαφερόντων μου. Όμως…
Αρχή του παραμυθιού λοιπόν, καλημέρα της αφεντιάς σας!
Τα λαϊκά παραμύθια δεν απευθύνονταν πάντα στα παιδιά. Ήταν ιστορίες που λέγαν κάποτε οι μεγάλοι, γύρω ίσως από μια φωτιά, τότε που δεν υπήρχε η τηλεόραση ή το ραδιόφωνο. Ήταν ιστορίες γεμάτες σύμβολα, καθώς μιλούσαν μέσω των δοκιμασιών του ήρωα για το ανείπωτο: τη ζωή, τον θάνατο, την απώλεια, την οδύνη που δεν περιγράφεται ρητά. Και κάθε τόπος μπορεί να είχε τη δική του εκδοχή, ακόμα και για παραμύθια πολύ γνωστά όπως η Σταχτοπούτα. Στην ελληνική εκδοχή, η Σταχτοπούτα ή Σταχταρίτσα (όχι εγώ!) ή Σταχτομάρω πάει κάπως έτσι: μια μάνα και τρεις κόρες πεινάνε και νυχτερεύουνε γνέθοντας. Κάποια στιγμή, βάζουν ένα στοίχημα: Η πρώτη που θα της κοπεί το νήμα, θα τη φάνε. Τρεις φορές κόβεται το νήμα της μάνας. Τις δυο φορές, οι κόρες τη συγχωρούνε. Την τρίτη, τη σφάζουνε και την τρώνε. Έτσι έμεινε ορφανή η Σταχτοπούτα –που ήταν η μόνη που δεν συμμετείχε στη μητροφαγία, αλλά πένθησε τον αποχωρισμό της από τη μάνα και τελικά έλαβε τα δώρα της ενηλικίωσης (τα τρία μαγικά φορέματα που περιέχουν τη γη, τη θάλασσα, τον ουρανό, δηλαδή ολόκληρο τον κόσμο).
Η κάθε χώρα έχει τα δικά της λαϊκά παραμύθια και απαντώνται παραλλαγές γνωστών παραμυθιών σε διάφορα μέρη της γης. Έχουν, επίσης, πάντα αίσιο τέλος («και ζήσαμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα»), αφήνοντας την επίγευση τού εξορκισμού του κακού.
Προφανώς δεν είμαι ειδική και υπάρχουν πολλά να ειπωθούν για το είδος.
Αφορμή για την ανάρτηση αυτή είναι το γεγονός ότι παρόλο που τα παιδιά μεγαλώνουν (με νέτφλιξ, YouTube, among us και ένα σωρό φαντασμαγορίες), διαπιστώνω ότι τα λαϊκά παραμύθια εξακολουθούν να τα ιντριγκάρουν για διάφορους λόγους. Σαν να υπάρχει κάτι πρωτόλειο μέσα τους που όσες γενιές και αν περάσουν, πάντα θα έλκονται από την εσωτερική τους δύναμη. Extra hint ο τρόπος αφήγησής τους: αναλόγως την περιοχή, υιοθετείται και η σχετική ντοπιολαλιά, η οποία ζητά μια κάποια πρόζα, μια θεατράλε διήγηση από την μεριά του αφηγητή (κυπριακά ας πούμε, έχει τρελή πλάκα αν μπορείτε να δώσετε πόνο). Αν είστε καλός μίμος ή παλιάτσος ή αν γίνεστε εύκολα καραγκιόζης τέλος πάντων, αυτό θα χαρίσει πολύ στο όλο εγχείρημα. Θα προκαλέσει τρόμο, φόβο, απορία, γέλιο και περιέργεια. Άλλωστε όλα αυτά είναι συστατικά της ζωής. Και πάντα θα υπάρχουν πράγματα που θα παραμένουν στο μυαλό ανεξήγητα, μυστηριώδη και άρρητα. Και το λαϊκό παραμύθι δίνει μια ανταλλακτική δυνατότητα, μια ευκαιρία αλληλεπίδρασης μεταξύ αφηγητή και ακροατή που μπορεί να έχει και πλάκα και περαιτέρω κουβεντολόι, αναλόγως την όρεξη.
Εδώ λοιπόν η δίτομη ανθολογία του Κώστα Καφαντάρη «Ελληνικά λαϊκά παραμύθια», εκδ. Ποταμός, που συγκεντρώνει 279 παραμύθια από πρώην και νυν περιοχές της Ελλάδας, με παραμύθια που έχουν καταγραφεί από το 1823 μέχρι 160 χρόνια αργότερα, το 1983.
[επίσης δοκιμασμένα είναι το «Δείπνο με μάγισσες και κολατσιό με δράκους» της Ζωής Βαλάση, εκδ. Κέδρος και σίγουρα «Ο βασιλιάς των πουλιών» της Ανθής Θάνου, εκδ. Βάρφη που έχει και ένα υπέροχο cd με τα παραμύθια του βιβλίου αφηγημένα μετά μουσικής, ό,τι πρέπει για τα ταξίδια με αυτοκίνητο που Ω ΘΕΟΙ ελπίζω σύντομα να ξαναξεκινήσουν (εγώ όχι, εγώ θα βάλω Sisters of mercy ΚΙ ΑΜΑ ΘΕΛΟΥΝ)]
Η βαθμολογία δεν αντικατοπτρίζει τόσο την φιλολογική ποιότητα εκάστου των παραμυθιών (αν και ορισμένα είναι εξαιρετικά), αλλά την ιστορική και πολιτιστική αξία της ίδιας της ύπαρξης της συγκεκριμένης ανθολογίας ως παρακαταθήκης ενός σημαντικού μέρους της λαϊκής μας παράδοσης για τις επόμενες γενιές. Μια συμβουλή προς επίδοξους αναγνώστες: εγώ το διάβασα από την αρχή μέχρι το τέλος σαν μυθιστόρημα σε μια βδομάδα περίπου (πάσχω από βιβλιοβουλιμία, μη ρωτάτε), αλλά αυτός δεν είναι ο καλύτερος τρόπος για τη συγκεκριμένη ανθολογία. Θα συνιστούσα να το πάρει κανείς με πιο αργό ρυθμό, ίσως διαβάζοντας ένα ή δύο παραμύθια την ημέρα.
Τα πρωτοδιάβασα, παιδί ακόμα, σαν "Ο Φεγγαράς" και "Το Φιδόδεντρο", καθώς ο κάθε τόμος τότε είχε τίτλο παρμένο, από ένα παραμύθι χαρακτηριστικό που περιείχε. Είναι ίσως μετά τις δουλειές του Πολίτη και του Μέγα, η σημαντικότερη ελληνική παραμυθιακή συλλογή. Σίγουρα είναι η πλέον εκτενέστερη και παραμένει και η πιο σύγχρονη. Μιλάμε για την ΚΙΒΩΤΟ της ελληνική παραμυθιακής αφήγησης, ένα έργο θεμελιώδες και ΑΠΟΛΥΤΑ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ για κάθε έναν αναγνώστη που σέβεται τον εαυτό του... Αν δεν συναντουσα αυτά τα βιβλία, το "Μαργαριτάρι Της Αβύσσου", δεν θα είχε γραφτεί ποτέ, κι εγώ θα ήμουν πολύ πιο διαφορετικός... Κώστα Καφαντάρη σε ευχαριστούμε...