Η νουβέλα διηγείται 33 εικόνες από μια γνώριμη διαδρομή στην Κεφαλονιά. Ο δρόμος με τους φοίνικες, η κεντρική πλατεία, το Λιθόστρατο και η πλατεία της Καμπάνας. Μια να πας- μια να γυρίσεις. Δυο γυναίκες -μάνα και κόρη- δεν αφήνουν κανένα ίχνος στο πέρασμά τους. Μόνο τον ήχο από τα τακούνια τους στα πλακάκια. Κι αυτή η διαδρομή θα αλλάξει για πάντα τη ζωή τους. Θα οδηγήσει σε μια νέα Ζωή. Γιατί όταν νικάει η ομορφιά δεν το αντέχουν οι άνθρωποι. Δεν ξέρουν τι να κάνουν. Και μετά έρχεται η απώλεια. Μήπως ντυνόμαστε στα μαύρα για να κουβαλάμε το σκοτάδι πάνω μας επειδή αφήνουμε μονάχους τους νεκρούς μας; Πώς αφήνουμε το δικό μας άνθρωπο να κοιμάται μονάχος κάτω από το χώμα και μεις γυρνάμε σπίτι; Πώς γίνεται; Να αφήνεις το αίμα σου κάτω από το χώμα, τόσο απροστάτευτο και συ να επιστρέφεις σαν να μην έχει συμβεί τίποτα; Εσύ να επιστρέφεις και να συνεχίζεις να ανασαίνεις;
Η Μαρία Τσιμά γεννήθηκε στην Κεφαλονιά. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Ιστορία- Αρχαιολογία. Από τα ιδρυτικά μέλη της ΘΕΣΠΙ (Θεατρική Συντροφιά Πανεπιστημίου Ιωαννίνων). Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής Ωδείου Αθηνών (1990). Ιδρυτικό μέλος του Θεατρικού Οργανισμού Στιγμή. Εργάζεται στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση. Διασκεύασε μαζί με τον Γιάννη Αναστασάκη το μυθιστόρημα του Τζέημς Θέρμπερ: "Τα 13 ρολόγια" (παραστάσεις στα ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, Πάτρας και Ιωαννίνων) και την "Τρελοβγενιώ" της Ινές Κανιατί ( παραστάσεις στο Θέατρο Στοά - Θέατρο Βασιλάκου και Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος) "Κριστέλα". Γ' Βραβείο Διηγήματος από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Κυκλοφορεί στη συλλογή: "Ο φόβος του ξένου" (2014) "Τα λεφτά είναι φτωχά" , διήγημα από τις Εκδ. Ταξιδευτής. Κυκλοφορεί στη συλλογή: "Έλα στη θέση μου - 20 Ιστορίες για την αλληλεγγύη" (2015) Β' Βραβείο Διασκευασμένου Σεναρίου της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδος για την "Αιολική γη" του Η.Βενέζη. (2014) Έγραψε το θεατρικό έργο: "Ίσια δικαιώματα" που παρουσιάστηκε στο VAULT (2016-17).
Η ιστορία της νουβέλας είναι απλή και εκτυλίσσεται σε 33 μικρά κεφάλαια. Η ιστορία μιας γυναίκας από το Αργοστόλι που στα 18 της χρόνια, κάνει ένα γάμο συμφέροντος με έναν ηλικιωμένο άντρα που ζει και εργάζεται στην Αμερική, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον και μια καλύτερη ζωή. Δυστυχώς τα όνειρα της δεν θα πραγματοποιηθούν και θα αναζητήσει αλλού τον έρωτα. Έναν έρωτα που ίσως την καταστρέψει. Η ηρωίδα της κας Τσιμά, είναι μια τραγική φιγούρα που μαραίνεται και σπαράζει. Το βιβλίο μιλάει για τους επιπόλαιους έρωτες και την απώλεια. Την απώλεια που όταν χτυπήσει ένα μικρό παιδί, το δικό σου παιδί, γίνεται δυσβάσταχτη. Πολύ ωραία η γραφή της κας Τσιμά και αν και το θέμα του βιβλίου βάρυνε από κάποιο σημείο και έπειτα δεν γινόταν ψυχοφθόρο.
Η κ. Τσιμά καταπιάνεται μ ένα θέμα σκοτεινό και δύσκολο, που εύκολα μπορεί να καταντήσει μελό. Τα έβγαλε πέρα ικανοποιητικά και παραλίγο να μας δώσει ένα μικρό αριστούργημα, αν αγαπούσε λιγάκι κάποιον απ τους ήρωές της. Το στυλ γραφής ιδιαίτερο έως και εξαιρετικό. Είχα όμως την αίσθηση διαβάζοντάς το οτι ενώ "είχε" την κεντρική ιδέα και μπορούσε να την χειριστεί όμορφα, αποφάσισε να μπλέξει πρόσωπα και ιστορίες που σε τίποτα δεν βοηθούν τον αναγνώστη να γίνει μέτοχος του δράματος. Και για να μην μακρηγορώ, πολύ σεξ για μια τόσο θλιβερή ιστορία απώλειας και θανάτου.
Ένα βιβλίο τόσο αληθινό, τόσο γεμάτο συναισθήματα που δε μπορεί να μη σε συγκινήσει. Πρωταγωνιστής είναι η απώλεια. Αυτό που όλοι οι άνθρωποι έχουν νιώσει. Η απώλεια που σε στοιχειώνει. Ένα γκρίζο βιβλίο, γιατί στη ζωη τίποτα δεν είναι μαύρο ή άσπρο. Το πρώτο βιβλίο της Τσιμά με κέρδισε και μου θύμισε τις δικές μου απώλειες, με ένα ερώτημα να χαράζεται τη ψυχή μου: "Πως αφήνουμε τον δικό μας άνθρωπο να κοιμάται μοναχός κάτω από το χώμα και μεις γυρνάμε σπίτι; Πως γίνεται; Εσύ να επιστρέφεις σαν να μην έχει συμβεί τίποτα; Εσύ να επιστρέφεις και να συνεχίζεις να αναπνέεις..."
Το βιβλίο αυτό το διάβασα κυρίως γιατί εδώ και αρκετά χρόνια μένω στην Κεφαλονιά, χωρίς να κατάγομαι από εδώ. Ήθελα περισσότερο να ανακαλύψω πράγματα για το παρελθόν αυτής της πόλης που με φιλοξενεί (το Αργοστόλι) μέσα από μια νοσταλγική αφήγηση αν και σε γενικότερες γραμμές αποφεύγω αυτού του τύπου τα βιβλία όπως και όποτε μπορώ. Σε γενικές γραμμές, δεν απογοητεύτηκα υπό την έννοια ότι το «Λιθόστρατο» ήταν όπως το περίμενα. Είναι ένα βιβλίο σαν τα τόσα πολλά που κυκλοφορούν τα τελευταία χρόνια: ελληνική επαρχία, μυθιστορηματικοί χαρακτήρες του προηγούμενου αιώνα, περιγραφές, κλειστή κοινωνία, εσωτερικό δράμα και τα λοιπά.
Το «Λιθόστρατο», λοιπόν, είναι μία νουβέλα στην οποία πρωταγωνιστεί μία νεαρή γυναίκα που βιώνει μία ανείπωτη τραγωδία: την απώλεια του ίδιου της του παιδιού. Μέσα από τις τριάντα τρεις ενότητες της αφήγησης παρακολουθούμε από την αρχή την εξέλιξη της ζωής της ηρωίδας: πώς μικροπαντρεύτηκε στην Αμερική, πώς γύρισε στο νησί, πώς βρέθηκε στο επίκεντρο ενός τοπικού σκανδάλου, πώς έκανε την κόρη της, πώς χώρισε από τον πατέρα του παιδιού της… Μέχρι τη στιγμή που η τραγωδία χτυπά την πόρτα της: το μικρό κορίτσι πνίγεται στα νερά του Κουτάβου και η νεαρή μητέρα χάνει – αργά μα σταθερά – τα λογικά της…
Η αφήγηση ξεκινά με ύφος στακάτο και περιγραφικό αλλά όσο προχωρά η ιστορία γίνεται όλο και πιο εσωτερική: τα γεγονότα πλέκονται γύρω από μύθους και τοπικές παραδόσεις, λαϊκές αφηγήσεις, παιδικά παραμύθια και όνειρα του ύπνου και του ξύπνιου, επιθυμίες και πάθη που άλλοτε οδηγούν τους χαρακτήρες στα επουράνια και άλλοτε τους βυθίζουν στα πιο βαθιά ερέβη του μυαλού… Την κεντρική ηρωίδα πλαισιώνουν λιγοστοί αλλά «φροντισμένοι» λογοτεχνικά χαρακτήρες: κυρίως η μητέρα της και ο πατέρας του παιδιού της, που μετά την τραγωδία, θα είναι όλοι τους διαφορετικοί.
Εξίσου πρωταγωνιστικό ρόλο όμως στην αφήγηση παίζει και η Κεφαλονιά, και πιο συγκεκριμένα το Αργοστόλι. Όσοι ζουν εδώ ή γνωρίζουν την πόλη σίγουρα θα αναγνωρίσουν ή θα νοσταλγήσουν το Λιθόστρωτο, το δρόμο με τους φοίνικες, την πλατεία Καμπάνας, το Δράπανο, την πλατεία Βαλλιάνου. Επίσης θα αναγνωρίσουν τα αρνητικά χαρακτηριστικά της λεγόμενης «μικρής κοινωνίας»: το κουτσομπολιό, τον κενό καθωσπρεπισμό, τα μάτια που παρακολουθούν πίσω από τα παράθυρα και τα στόματα που ψιθυρίζουν. Η συγγραφέας εκθέτει όλες τις ομορφιές του Αργοστολίου αλλά δε διστάζει να μιλήσει και για το βάσανο του να ζεις σε έναν μικρό γεωγραφικά και κοινωνικά τόπο όπου όλοι σε ξέρουν, σε βλέπουν, σε κρίνουν.
[...]
Παρά το βαρύ, υπαρξιακό θέμα το βιβλίο δεν είναι δακρύβρεχτο ούτε πέφτει σε εύκολα κλισέ. Μοναδική αλλά ενοχλητική παραφωνία ως προς αυτό είναι ίσως η κρίση τρέλας που πιάνει την ηρωίδα προς το τέλος, όταν αρχίζει να βλέπει και να ακούει ανύπαρκτα πράγματα, να τα βάζει με δαίμονες και φανταστικούς εχθρούς… Η λογοτεχνική γλώσσα της Τσιμά, άλλοτε λυρική, άλλοτε ονειρική και άλλοτε αγοραία, υπηρετεί επιτυχημένα ένα ύφος γοητευτικό χωρίς λεκτικές ή περιγραφικές υπερβολές. Σε αυτό προφανώς έχει βάλει το χεράκι της και η έμπειρη Κατερίνα Σχινά που το επιμελήθηκε (και σε αυτό το σημείο δεν μπορώ να μην πω πόσο χαίρομαι όταν βλέπω ότι υπάρχουν πράγματι Έλληνες συγγραφείς που καταδέχονται να γίνει επιμέλεια στα έργα τους!)
Μου άρεσε μεν (από λογοτεχνικής απόψεως), αλλά με τάραξε δε (με τον τρομερό χαμό του μικρού κοριτσιού). Η ιστορία εξελίσσεται σε έναν ά-χρονο τόπο, αλλά κρατάει πολλά χαρακτηριστικά της εποχής. Πρωταγωνιστής είναι ξεκάθαρα η απώλεια. Πολύ δυνατή η συγκίνηση (η αλήθεια είναι ότι πλάνταξα), πολύ βαρύ το θέμα, πολλή αλήθεια στα συναισθήματα των ηρώων - κυρίως της μάνας, αλλά και πολύ ψυχοπλάκωμα. Δεν θα το συνιστούσα σε μητέρες με μικρά παιδιά. Αυτό που δεν μου άρεσε ήταν το θέμα του σεξ. Από εκεί και μετά ξέφυγε η ιστορία και θύμισε λίγο το "Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας", μόνο που είναι πολύ ακραίο μια μάνα που έχασε το παιδί της να τρέχει στο νεκροταφείο, για να αποπλανήσει τον παπά! Επίσης, σε γενικές γραμμές οι γυναικείοι χαρακτήρες αποδίδονται πολύ θετικά, ενώ οι ανδρικοί πολύ αρνητικά.
Ένα μικρή και όμορφα γραμμένη ιστορία που διαβάζεται χωρίς να κουράζει. Δεν ονοματίζεται κανένας από του 6 ήρωες (με εξαίρεση το παιδί που η συγγραφέας του δίνει εύστοχα το συμβολικό όνομα Ζωή), δεν γίνεται καμία αναφορά σε χρονολογία, ούτε ξεκάθαρη αναφορά στον τόπο (ο οποίος βέβαια υποννοείται από τις περιγραφές) κάτι που καθιστά το βιβλίο διαχρονικό και πανανθρώπινο. Ο πόνος από την απώλεια ενός παιδιού είναι πάντα ο ίδιος και αβάσταχτος. Προσωπικά μου κακοφάνηκε ότι οι 3 γυναίκες (γιαγιά, μάνα και κόρη) παρουσιάζονται σχεδόν αλάνθαστες, αντίθετα οι 3 αντρικές φιγούρες (πρώτος σύζυγος, πατέρας της Ζωής, παππάς) έχουν κάτι κακό, αποκρουστικό, άξεστο.
Το διήγημα χωρίζεται ουσιαστικά σε δύο μέρη. Ένα στην αρχή όπου έχουμε εξέλιξη της ιστορίας, των χαρακτήρων και το άλλο, το δεύτερο, όπου έρχεται η απώλεια και συντρίβει ανθρώπους και ζωές. Μου αρέσε ιδιαίτερα ο τρόπος γραφής, με μικρά κεφάλαια και κοφτές, μικρές προτάσεις που δεν κουράζουν αλλά ίσα-ίσα σε ωθούν όλο και να διαβάζεις παρακάτω. Το πρώτο μέρος για μένα ήταν 5 αστέρια, ενώ το δεύτερο 4, όχι γιατί δεν είναι εξίσου καλό, απλώς δεν μου ταίριαζε ως χαρακτήρα.