Το βιβλίο Ντόμπρα και Σταράτα — που δυστυχώς δεν ονομάστηκε “Η Ζωή και η Ιστορία του Βετεράνου Γιάννη Παπαϊωάννου” (που μόλις τώρα συνειδητοποιώ ότι κάνει και ρίμα — δυό φορές δυστυχώς λοιπόν), όπως το ήθελε ο ίδιος σύμφωνα με τον πρόλογό του — αποτελεί την αυτοβιογραφία (και κάτι παραπάνω) του λαϊκού συνθέτη. Λιτή μεν, περιεκτική δε, γραμμένη με ύφος προφορικό (καθώς πρόκειται για μεταγραφή ηχητικών συνεντεύξεων), ζωντανό και ευχάριστο, επιμελημένη από τον Κώστα Χατζηδουλή με πολλή προσοχή και φαίνεται και πολλή αγάπη.
Περιέχει όπως είναι αναμενόμενο βασικές βιογραφικές πληροφορίες, χωρίς ωστόσο να κουράζει ("…all that David Copperfield kind of crap"), καθώς και πλήθος περιστατικών και ανεκδότων από την εποχή της γέννησης και της άνθισης του λαϊκού (του εκ των υστέρων επονομαζόμενου ρεμπέτικου) τραγουδιού, μιάς και ο Γ. Π. πρωταγωνίστησε και στις δύο φάσεις του.
Το ενδιαφέρον σε όλα αυτά είναι το ότι η σύνταξη της αυτοβιογραφίας του λαμβάνει χώρα σε μια εποχή που ο ίδιος την αντιλαμβάνεται (ορθώς θα έλεγα εγώ, αλλά ποιός χέστηκε) ως την παρακμή του μουσικού αυτού κόσμου, και εδώ είναι που έγκειται η κυρίως ιστορική αξία του βιβλίου αυτού, αφού ο Παπαϊωάννου καταπιάνεται να εξιστορήσει όλους τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι συνέβη αυτό: οι δισκογραφικές, τα εξευτελιστικά συμβόλαια, οι αδηφάγοι επιχειρηματίες που έκαναν κουμάντο στο τι θα φωνογραφηθεί και τι όχι, οι καννίβαλοι συνάδελφοι μουσικοί, οι ψωνισμένοι ερμηνευτές: όλα τα διηγείται ο Παπαϊωάννου με τον δικό του πολλές φορές χιουμοριστικό τρόπο (ή όπως λεεί και ο ίδιος στον πρόλογο “θα γίνει ένα μικρό δικαστήριο για όσα παράξενα έγιναν και γίνονται στον καλλιτεχνικό κόσμο”).
Κατά μία έννοια, είναι σα να έγραψε μια προειδοποίηση, μεταξύ άλλων, ή ένα γράμμα στις μελλοντικές γενιές λαϊκόφιλων και λαϊκών μουσικών, με όλα αυτά που θα ήθελε να μείνουν όταν θα έχει πεθάνει. Και πράγματι, πολλές φορές, αυτό μαρτυρά μέσα από τα λεγόμενά του — ίσως μάλιστα περισσότερο από άλλους αυτοβιογραφούμενους μουσικούς, καθώς όπως πληροφορούμαστε, αφορμή για να δεχτεί ο Γ. Π. τελικά να γραφτεί αυτό το βιβλίο — έπειτα από μεγάλο χρονικό διάστημα πίεσης από τον Χατζηδουλή — αποτέλεσε ο ξαφνικός θάνατος του στενού του φίλου Μανώλη Χιώτη.
Το άλλο ιδιαίτερο αυτής της αυτοβιογραφίας είναι η τεκμηρίωσή της. Όπου δηλαδή ο Παπαϊωάννου αναφέρει κάτι ή κάποιον που χρειάζεται αποσαφήνιση, τη σκυτάλη αναλαμβάνει ο επιμελητής παραθέτοντας πληροφορίες από άλλες πηγές, συχνά με αυτούσια κομμάτια συνεντεύξεων άλλων καλλιτεχνών όπως ο Μπαγιαντέρας ή ο Τσιτσάνης. Σαν έκδοση δηλαδή είναι πολύ προσεγμένη. Το μεγάλο κρίμα βέβαια είναι ότι πολλές παραπομπές γίνονται σε εκδόσεις που ενώ φαίνονται εξαιρετικά ενδιαφέρουσες (π.χ. η Ρεμπέτικη Ιστορία ή κάποια αναφερόμενη αυτοβιογραφία του Γενίτσαρη), με λίγο ψάξιμο βλέπει κανείς ότι πρόκειται για τίτλους εξαντλημένους εδώ και πολύ καιρό. Κρίμα.
Συμπληρωματικά προς τα παραπάνω, στο τέλος του βιβλίου βρίσκουμε εκτός από πλήθος (πλήθος όμως) φωτογραφιών και διαφόρων ντοκουμέντων, ένα σενάριο (!) του Παπαϊωάννου που καημό το είχε να γίνει ταίνια (δεν έγινε), καθώς και στίχους από μια ενδεικτική δισκογραφία με τα σημαντικότερα κατά Χατζηδουλή τραγούδια του αυτοβιογραφούμενου, μαζί με κάποιες περιεκτικές πληροφορίες περί αυτών.
Τέλος, αυτό που προσωπικά θεωρώ το σημαντικότερο σε αυτό το βιβλίο είναι το πόσο κατατοπιστικό είναι ως προς το ταπεραμέντο και το χαρακτήρα του Γιάννη Παπαϊωάννου. Όπως και σε βιογραφίες άλλων λαϊκών μουσικών που ουσιαστικά προκύπτουν από μαγνητογραφημένες συνεντεύξεις — η “φωνή” του καλλιτέχνη, οι λέξεις που χρησιμοποιούσε, το συντακτικό με βάση το οποίο τις τοποθετούσε σε σειρά, ο συνειρμός της σκέψης του και οι λεκτικές εμμονές του, συμπληρώνουν με απολαυστικό και συχνά συγκινητικό τρόπο την όποια εικόνα ίσως έχουμε για αυτόν μέσα από τις ηχογραφήσεις του. Και ως προς τον Γ. Π., ο άνθρωπος πίσω από το μουσικό φαίνεται να ήταν ένας καλαμπουρτζής γλετζές με μια τεράστια καρδιά.
Ενδεικτικά σημεία που μου έμειναν:
“Τα ποσοστά ήταν τότε 44 χιλιάδες, πολλά για την εποχή εκείνη, που όμως δεν κράτησαν ούτε 44 μέρες! Ναι ούτε 44 μέρες! Γιατί τα σάβανα δεν έχουνε τσέπες.”
“Ο κόσμος ήθελε λαϊκά τραγούδια, να τα καταλαβαίνει, να του μιλάνε στην καρδιά. Και στην καρδιά του λαού, μιλάνε μόνο τα δικά μας τραγούδια. τα άλλα είναι να τ’ ακούς το πρωί, πριν πας να χέσεις! Χώρια βέβαια από τα Δημοτικά, που είναι διαμάντια, χρυσάφι, λέμε.”
“Οι σημερινοί τα βρήκαν έτοιμα. Πού γνώρισαν κυνηγητά, περιφρόνια, ξύλο, σπάσιμο τα όργανα; Ξέρετε τι είναι, ρε μαγκίτες, ν’ αγαπάς τούτο το όργανο πιο πολύ απ΄’ τη ζωή σου και να μη σ’ αφήνουν να το πιάνεις στα χέρια σου; Μαχαιριά στην καρδιά χωρίς να βγαίνει αίμα!”
“Ξέρανε τι φαΐ τρώει ο κόσμος και τι του αρέσει και βαλθήκανε να το μαγειρέψουνε μόνοι τους. Το φαΐ του κοσμάκη είναι το τραγούδι. Εμάς να πούμε τους καλλιτέχνες μας θέλανε σερβιτόρους. Τέτοια δηλαδή που γίνονται και τώρα, τα ίδια. Μόνο οι μάγειροι αλλάζουνε, τα καζάνια και οι σερβιτόροι.”
“Κάποιος τότες είπε στον Περιστέρη: ‘Ήρθε η ώρα να γυρίσουνε οι χασικλήδες στους τεκέδες’. Ναι, έτσι έλεγε συνέχεια. Εμάς εννοούσε. Αλλά είπα τίποτα δεν μας κάνανε. Με όλα αυτά τα κυνηγητά, τα σχέδια και τα τέτοια, δεν έγινε τίποτα. Εμείς είμαστε ο ήλιος που λάμπει, αυτοί είναι το σκοτάδι, αυτοί, κι όλοι που μας πολεμάγανε χρόνια.”
Άκρως ενδιαφέρον βιβλίο για τους λάτρεις του λαϊκού τραγουδιού και του ρεμπέτικου. Αυτό το βιβλίο είναι σαν να διαβάζεις ιστορία μουσικής απλά με πολύ πιο απλό τρόπο και ύφος γραψίματος. Ο Μπάρμπα Γιάννης ήταν ένας καταπληκτικός καλλιτέχνης και άνθρωπος ο οποίος εξιστορεί φοβερά πράγματα. Εμένα αυτό που μου άρεσε πιο πολύ είναι ότι μιλάει για όλους τους μεγάλους καλλιτέχνες της εποχής αλλά και τους επόμενους γιατί μην ξεχνάμε ότι αυτός ο άνθρωπος έζησε, αλλά κυρίως πρωταγωνίστησε την εποχή που το ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι γεννήθηκε και εξελίχθηκε στην Ελλάδα και αγαπήθηκε όσο κανένα άλλο είδος μουσικής. Γνήσιος μάγκας, φοβερός άνθρωπος και κυρίως καλλιτεχναρα ο μεγάλος Γιάννης Παπαϊωάννου. Αξιζει 100% να διαβαστεί