Ένας πληρωμένος φονιάς κι ένας νεαρός χαρτοκλέφτης. Μια εξαφάνιση, ένας εκβιασμός και μια φωτογραφία που είναι πενήντα έξι χιλιάδες φορές η ίδια λέξη. Ένας νονός χωρίς οικογένεια, ένας επικούρειος τζογαδόρος κι ένας καπετάνιος δίχως τσούρμο, που, επιπλέον, σιχαίνεται το νερό. Η Κρίση κι ο Εμφύλιος. Ένα αδιάβροχο κίτρινο σαν το δέρμα του θανάτου κι ένας αόρατος μαέστρος με μπαγιάν, που περιφέρεται μέσα, έξω και πέρα απ' όλα αυτά. Σχέδια που καταστρώνονται με σκοπό ν' ανατραπούν και συμφωνίες που κλείνονται με στόχο ν' αναιρεθούν, συμβόλαια ζωής και συμβόλαια θανάτου και πληγές νωπές, θαμμένες μες στη σκόνη. Και πάνω απ' όλα, η αναπόφευκτη βία που κλιμακώνεται δίχως έλεος, καθώς, κατά Κλαούζεβιτς, καθένας από τους αντιπάλους ακολουθεί τον νόμο του άλλου, κι απ' αυτό προκύπτει μια αλληλεπίδραση που, ως έννοια, οφείλει να φτάσει στα άκρα.
Ο Κώστας Μουζουράκης γεννήθηκε το 1974 στην Αθήνα και μεγάλωσε στους Αγίους Θεοδώρους Αλμυρού του νομού Μαγνησίας. Ζει στην Αθήνα και ασχολείται με τη συντήρηση έργων τέχνης, ενώ παράλληλα συμμετέχει ως κιθαρίστας σε μουσικά σχήματα. Κατά καιρούς, έχει εργαστεί ως μπάρμαν, ηλεκτρολόγος, διακοσμητής, αποθηκάριος, πλανόδιος μουσικός, αφισοκολλητής, διανομέας διαφημιστικών φυλλαδίων, ταχυμεταφορέας, σερβιτόρος, μεταφορέας χαλιών και βιβλιοδέτης.
«Αν δεν προσαρμοστείς, αν δεν υποχωρήσεις απόλυτα, θα μείνεις μόνος σ’ αυτό τον κόσμο. Όμως υποχωρώντας, χάνεις τη ανεξαρτησία σου ως ανθρώπινο ον. Γι’ αυτό ασχολούμαι με τους μοναχικούς. Δεν είμαι παρά ένας ρομαντικός που έχει αναγάγει την αδυναμία του για τους μοναχικούς στα ύψη και νιώθει ένα είδος δουλικής συμπάθειας για όλους τους απροσάρμοστους, τους παραστρατημένους και τους πλάνητες του κόσμου» Ακολουθώντας τα παραπάνω λόγια του Sam Peckinpah ο συγγραφέας γράφει ένα μαύρο, άκρως συναισθηματικό, βαθιά πολιτικό νουάρ με πρωταγωνιστές τρεις ηλικιωμένους απόκληρους της ζωής & τον νεαρό τυχοδιώκτη, χαρτοπαίκτη Άρη. Πρόκειται για Westen της ελληνικής επαρχίας όπου Ο JEAN-PATRICK MANCHETTE συναντά τον ROBERTO SAVIANO με φόντο τα βροχερά-λασπωμένα Μέγαρα. Το παρελθόν μπλέκεται αντιστικτικά με το παρόν και το δεύτερο ζητά από πρώτο επιτακτικά το κλείσιμο το ανοικτών λογαριασμών. <<Κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ' την τύχη ή τις αντιξοότητες αλλά απ' αυτό το πάθος μας για κάτι το μακρινό. Κι ο αγέρας που κλείνει τις πόρτες και μένουμε πάντοτε έξω. Όπως απόψε σε τούτο το έρημο τοπίο που παίζω την τυφλόμυγα με τους νεκρούς μου φίλους. Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν αντίο>>.
Έχουμε κάτι πολύ συγκεκριμένο στον νου όταν αναλογιζόμαστε, ως Έλληνες αναγνώστες, το τι περιμένουμε από ένα αφήγημα που κατηγοριοποιείται στο είδος της νουάρ λογοτεχνίας. Μια φόρμα κάπως φιξαρισμένη που περιστρέφεται γύρω από έναν πρωταγωνιστή με προβλήματα εξάρτησης και μαινόμενους προσωπικούς πολέμους, ένα περιβάλλον σκοτεινό και υποβλητικό στο οποίο αναγκάζεται, τις περισσότερες φορές, να καταφύγει είτε για να αποστασιοποιηθεί από τους μπελάδες του ή για να τους αντιμετωπίσει, χαρακτήρες αινιγματικούς, ενδεχομένως κακόβουλους, που θέλουν και δεν θέλουν να συμπαρασταθούν στον ξεστρατισμένο πρωταγωνιστή και θύμισες από το παρελθόν που παίζουν ρόλο στο παρόν και ταλαζίνουν τα εμπλεκόμενα μέρη επιδρώντας αποφασιστικά στην εξέλιξη της πλοκής. Τα λογοτεχνικά πρότυπα που έχουμε είναι κυρίως βορειοευρωπαϊκά, γι' αυτό και λόγω του εκεί κλίματος, της κουλτούρας και της κοινωνικής αποστασιοποίησης δεν μπορούμε να φανταστούμε εύκολα τέτοια μυθιστορήματα να προκύπτουν από χέρια Ελλήνων συγγραφέων.
Ο Κώστας Μουζουράκης και το Κακό Χαρτί είναι μια πολύ ευχάριστη έκπληξη μέσα σ' αυτές τις άδικες γενικεύσεις. Με τον Άρη, έναν αφελή χαρτοπαίκτη που έχει κάνει το κλέψιμο στα χαρτιά επάγγελμα και που κάποτε παγιδεύεται στο ίδιο του το δόκανο, εκκινεί μια ιστορία που εκτυλίσσεται, ως επί το πλείστον, σε κάποιο ορεινό χωριό της επαρχίας της δυτικής Αττικής. Τρεις ηλικιωμένοι, ο καθένας με την δική του ιστορία, συμπορεύονται μαζί του, στην αρχή χωρίς να το ξέρουν, στην απελπισμένη του αναζήτηση για χρήματα. Η ιστορία του χρέους του, οι τρεις γερασμένοι άντρες, η ιδιοκτήτης του καφενείου που μαζεύονται για να παίξουν και ένας μάλλον τοπικός επιχειρηματίας σφραγίζουν τις μοίρες τους σ' εκείνη την ξεχασμένη μικρή κοινότητα, και αγωνίζονται, μαζί αλλά και με συγκρούσεις, για δέκα δύσκολες, αιματοβαμμένες ημέρες. Η ροή είναι γρήγορη και χωρίς περιττές φλυαρίες, η πλοκή σφιχτή και η δράση κλιμακούμενη. Η γλώσσα είναι ιδιαίτερη, σε ορισμένα σημεία κάπως λυρική - υπάρχουν παράγραφοι που ηχούν έμμετρες στην ανάγνωση -, και οι εικόνες σαφείς και περιγραφικές χωρίς ωστόσο να κουράζουν από την ανάλυση. Οι λέξεις είναι μετρημένες και ζυγιασμένες καλά ώστε να αποδώσουν την ατμοσφαιρικότητα και την σκοτεινιά που απαιτεί το είδος όπως ακριβώς πρέπει, με όμορφα, παρόλα αυτά, ευδιάκριτο το προσωπικό στίγμα του συγγραφέα. Η έρευνα για την ιστορία τόσο του τόπου όσο και των χαρακτήρων, όπως και της ντοπιολαλιάς ορισμένων εξ' αυτών, είναι από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία του μυθιστορήματος.
Η πλοκή δεν έχει κενά: ερωτήματα απαντώνται και χάσματα γεφυρώνονται πάντα στην ώρα τους, η αγωνία είναι συνεχής, η απουσία περιττών παρεμβάσεων καθιστά την ανάγνωση γρήγορη και ξεκούραστη παρά την βαρύτητα των σκηνών και την βία τους και η κορύφωση είναι ιδιαίτερη, δυναμική και ενδιαφέρουσα όπως ακριβώς όλο το υπόλοιπο κείμενο. Οι συμβολισμοί και οι αλληγορίες σε κάνουν να σκέφτεσαι και δεύτερη φορά τις λεπτομέρειες που υπό άλλες συνθήκες θα περνούσαν απαρατήρητες αλλά εδώ σημαίνουν κάτι, και τα στοιχεία που απομένουν χτίζουν με ακόμη περισσότερη ακρίβεια αυτή την τόσο καλά σκιαγραφημένη ατμοσφαιρικότητα.
Εν πολλοίς, το Κακό Χαρτί πρόκειται σίγουρα για ένα μυθιστόρημα που μπορεί να σταθεί περήφανα πλάι σε πολύ δημοφιλή μυθιστορήματα που έχει να επιδείξει η κατηγορία της νουάρ λογοτεχνίας, και να αποδειχθεί εξίσου καλό. Νομίζω ότι θα κάνει πραγματικά καλή εντύπωση στους αφοσιωμένους αναγνώστες του είδους.
Ο Μουζουράκης γράφει ένα καθαρόαιμο νουάρ. Και το γράφει εξαιρετικά. Ενώ ξεκινά με σφιχτή πλοκή και γρήγορο ρυθμό, με το που ο Άρης (ο ήρωας μας) συναντά τους τρεις γέρους, λες και σταματάει ο χρόνος. Εκεί λοιπόν είναι και το στοίχημα που -πιθανά- έβαλε με τον εαυτό του ο συγγραφέας: Πώς θα μπορέσει να βάλει παρενθετικά τις ιστορίες τους, χωρίς να θεωρηθούν κοιλιά; Χωρίς να απογοητευτεί ο αναγνώστης; Χωρίς να προσπερνά σελίδες να μάθει τι έγινε; Και το κέρδισε. Το κέρδισε, γιατί γράφει στρωτά, γράφει απλά με γλώσσα ζηλευτή, σκιαγραφώντας αληθινά, με πολύ ενδιαφέρον και σε βάθος κάθε χαρακτήρα, τόσο, που θες να μάθεις όσο πιο πολλά γι΄αυτούς, που ξεχνάς το γιατί, το πώς έφτασε ο Άρης ως εκεί και κυρίως, ξεχνάς το ότι ψάχνει, καίγεται, να βρει τρόπο να ξεφύγει. Και το πιο καλό είναι πως στο τέλος, όταν ξαναξεκινάει η συνεχόμενη δράση, πλέον τη δέχεσαι πιο εύκολα, σχεδόν λυτρωτικά. Θα τα καταφέρει άραγε να ξεφύγει ο Άρης ή η μοίρα του είχε ήδη καθοριστεί από πιο πριν, με το κακό χαρτί που είχε στα χέρια του;
Διαβάζοντας το πρώτο βιβλίο του Μουζουράκη εντόπισα κάποια πράγματα που δεν μου πολυάρεσαν, όπως επίσης κάποια που λάτρεψα. Το βιβλίο μου φάνηκε σχεδόν μονοδιάστατο, ελαφρώς κλισέ και σε σημεία καρτουνίστικο, πέρα από τα όρια του pulp μυθιστορήματος που ήθελε να είναι. Μετά, όμως, διάβασα Manchette και είδα τι ήθελε στο περίπου να πετύχει με τα "Φίδια στον Σκορπιό" ο συγγραφέας: να φέρει το neo polar στην Ελλάδα και να κάνει κρότο. Εν τέλει το πέτυχε, οπότε και η αρχική μου εκτίμηση άλλαξε προς το καλύτερο. Στο "Κακό Χαρτί", όμως, δεν χρειάζεται πολλά ο Μουζουράκης για να με πείσει πως είναι πιο σκληρός, πιο δυναμικός και, σίγουρα, πιο ώριμος. Ένα neo polar ακόμα, όμως αυτή την φορά ο πεσιμισμός του είναι εμφανής: η μπίζνα έναντι του ιδεαλισμού, με τον τελευταίο τον μεγάλο ηττημένο. Όμως, στο τέλος, νικητής όλων μπορεί να φανεί ο φαινομενικά ανήθικος, ταυτόχρονα όμως πιο ηθικός απ' όλους. Στην ιστορία αυτή οι μόνοι ήρωες είναι γέροι με αμφιλεγόμενο παρελθόν, άτομα που έκαναν λάθη και τα πληρώνουν με την ήττα τους. Μαζί τους και ο απατεώνας του σήμερα, ο οποίος τα έχει σκατώσει άσχημα και πρέπει κάπως να σώσει το τομάρι του. Όταν βρίσκει τον λάθος τρόπο, όμως, τότε είναι που οι πορείες τους συναντιούνται μοιραία, και δίνεται σε όλους η δυνατότητα να λυτρωθούν κάπως, έστω και την τελευταία στιγμή. Αν υπάρχουν ατυχείς στιγμές στο βιβλίο, τότε αυτές είναι οι αφηγήσεις για τον εμφύλιο. Όχι επειδή δεν έχουν κάποιο βάθος, ούτε επειδή είναι μονοδιάστατες πολιτικά. Από όσα κατάλαβα ο συγγραφέας ήθελε να απονέμει φορά τιμής στον παππού του, ανταρτόπουλο, και να συμπεριλάβει μέσα την ιστορία του, για την οποία ο ίδιος είναι περήφανος. Όμως αυτό γίνεται σε βάρος τις αφήγησης, μιας και τα κεφάλαια που αφηγείται το ανταρτόπουλο τραβάνε πάρα πολύ χρόνο και κουράζουν. Και οι αφηγήσεις αυτές δεν πληρώνουν κάπως τον αναγνώστη, πέραν ίσως της τελευταίας. Αλλά μέχρι τότε υπάρχουν πάνω από είκοσι σελίδες που διαβάζουμε λεπτομέρειες που δεν τρέχουν την πλοκή. Εντάξει, όμως. Ας το παραδεχθούμε πως το βιβλίο συνολικά γαμάει (ναι, είναι η σωστότερη λέξη αυτή). Ο Μουζουράκης είναι πολύ πιο ώριμος, πολύ πιο δυναμικός. Τεχνίτης στην αφήγηση, καλλιτέχνης στην πρόζα. Ακροβατεί μέσα από τις αντιφάσεις του έργου του και, στο τέλος, κρατά την ισορροπία του βιβλίου και σε κερδίζει. Ή απλά εμένα κέρδισε. Αν ψάχνετε τον Έλληνα Tarantino, ο Μουζουράκης είναι το κοντινότερο παράδειγμα. Αν επίσης σας αρέσει ο Manchette, τότε θα τον εκτιμήσετε ακόμη περισσότερο. Αν, πάλι, δε έχετε ξαναδιαβάσει βιβλίο του, καλύτερα ξεκινήστε από εδώ.
Ένα -αναπάντεχα για μένα που δεν πολυδιαβάζω νουάρ λογοτεχνία- καλογραμμένο σύγχρονο ελληνικό γουέστερν, που εκτυλίσσεται στην Άγρια Δύση της Αττικής (Γεράνεια Όρη). Εκεί θα καταφύγει κυνηγημένος ένας νεαρός χαρτοκλέφτης της γενιάς της εύκολης μπάζας, ο Άρης, που έκανε το λάθος να μαδήσει λάθος άνθρωπο. Σε ένα καφενείο στη άκρη του πουθενά θα συναντήσει τρεις γηραιούς βετεράνους - από διαφορετικούς πολέμους ο καθένας- να παίζουν πόκα, τον Καπετάνιο, τον Ιταλό και τον Δάσκαλο. Οι βετεράνοι, για τους δικούς του ο καθένας εντελώς προσωπικούς λόγους που αποκαλύπτονται σταδιακά κατά την πορεία της αφήγησης, θα συμμαχήσουν μαζί του στο στήσιμο μιας επικίνδυνης παρτίδας εκβιασμού ενός μεγαλοεπιχειρηματία, στο πρόσωπο του οποίου οι γηραιοί αντικρύζουν το πιο βρωμερό πρόσωπο της μεταπολεμικής κοινωνίας και εναντίον του οποίου έδωσαν τη μάχη τους, όσο άνιση κι αν προβλεπόταν, την περίοδο της νιότης τους. Ο χαρτοκλέφτης από τη μεριά του βλέπει στον μεγαλοεπιχειρηματία, που σημειωτέον έχει στο τσεπάκι του όλον τον κρατικό μηχανισμό, το Ελντοράντο, την ευκαιρία να επιβιώσει και να σώσει το κεφάλι του, ενώ υπομένει τις παλιές ιστορίες των τριών παλαίμαχων αδυνατώντας όμως να τις κατανοήσει. Κι όλα αυτά υπό τις ρήσεις της επικούρειας φιλοσοφίας και τους ήχους ενός ακορντεόν που παίζει τον "Χειμώνα" του Βιβάλντι στις πιο κρίσιμες στιγμές της πλοκής! Εν ολίγοις, ο Μουζουράκης είναι μια ταλαντούχα πένα με γερές γνώσεις και άποψη για την πρόσφατη ελληνική ιστορία, με έμφαση στον εμφύλιο και τις προεκτάσεις του ως τα σήμερα. Ξέρει τι θέλει να πει και έχει πλούσια και ποικίλα ερεθίσματα (ποίηση, φιλοσοφία, κινηματογράφος, μουσική...) για να το πει με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο.
"Εδώ έγινε πόλεμος κανονικός", είπε. "Έχετε τρελαθεί;" Ο Ιταλός φόρεσε το σακάκι του μ' ένα μορφασμό δυσφορίας στο μικρό του μούτρο. Σήκωσε απ' το χώμα το παλιό υποπολυβόλο και κοίταξε στραβά τον Άρη. "Μικρέ", είπε καθώς περνούσε το λουρί του λασπωμένου Τόμσον στον ώμο του. " Ήρθες εδώ και σκάλισες τις στάχτες. Και τώρα απορείς με τη φωτιά;" [σελ.268]
Το δεύτερο βιβλίο του Μουζουράκη που διαβάζω. Ενώ το πρώτο με είχε ενθουσιάσει αυτό δεν στάθηκε στο ύψος που το περίμενα. Ο χειρισμός του θέματος είναι ξύπνιος και δεν σημαίνει πως δεν διασκεδάζω το διάβασμα βιβλίων του συγγραφέα Απλά το συγκεκριμένο βιβλίο σε κάτι με κούρασε. Αλλά ας ξεκινήσω απ την αρχή.
Το συνδετικό στοιχείο των επιμέρους ιστοριών είναι η πόκα. Ο Άρης είναι νεαρός και κερδίζει χρήματα μέσω των χαρτιών μέχρι να γίνει η στραβή. Και τότε αρχίζει να παίζεται η ζωή του. Οι τρεις γέροι που πρωταγωνιστουν στην συνέχεια κουβαλούν ο καθένας την ιστορία του και παίζουν χαρτιά για πλάκα. Μία εκπληκτική συγκυρία ενώνει τις ζωές αυτών με του Άρη.
Ο Άρης είναι ηλίθιος και επιπόλαιος, ενώ στην συνέχεια αφού δεν καταλαβαίνει πως παίζονται ζωές σε αυτό το παιχνίδι καταντά και αντιπαθητικός. Οι τρεις γέροι είναι απίστευτοι. Το βιβλίο στηρίζεται σε αυτούς.
Με ενοχλεί λίγο που κάποιοι συγγραφείς θεωρούν πως για να καταξιωθούν πρέπει να καταπιαστούν με το θέμα του εμφυλίου. Οι ιστορίες του Καπετάνιου είναι ωραίες αλλά τελείως δυσανάλογες με τις ιστορίες του Ιταλού και του Δασκάλου. Θεωρώ πως με κούρασε κάποιο από αυτά τα κομμάτια.
Και μια σημείωση για τον συγγραφέα και τον επιμελητή: οι σφαίρες δεν εξοστρακιζονται, εποστρακιζονται. Οι Αθηναίοι εξοστράκιζαν πολίτες ανεπιθύμητους γράφοντας το όνομα τους πάνω σε όστρακα. Αυτά!
Ωραίο ύφος, φοβεροί χαρακτήρες και αληθοφάνεια. Τα βιβλίο ακροβατεί ανάμεσα στο παλπ και - πολύ περισσότερο - στο νουαρ, και, μέσα από τις πράξεις των πρωταγωνιστών του μιλάει για ριψοκίνδυνη χαρτοπαιξία, για ανίατες κοινωνικοπολιτικές ασθένειες και για την βία, που είναι καταδικασμένη να πολλαπλασιάζεται και να γεννάει ακόμη περισσότερη βία.
Ερασιτεχνική και αφελής γραφή. Εφηβική. Χαρακτήρες από καρτούν, κοινοτοπίες και ιδέες χιλιοειπωμένες... Εκτός κι αν πρόκειται για παρωδία νουαρ, και για τους όποιους λάτρεις της, δε θα το συνιστούσα γενικά.
Πολύ κουραστικό ανάγνωσμα, που όλο προσπαθεί κάτι να πει και εν τέλει δε λέει τίποτα. Ενοχλητικό το αυτοβιογραφικό στοιχείο του "Άρη" και των 3 γέρων. Cringe κατάσταση.
Κακογραμμένο, σαν να γράφτηκε από έφηβο 15 χρόνων. Δεν το "έχει" δυστυχώς ο Μουζουράκης, ίσως αν έγραφε κάτι πιο ανάλαφρο, πιο αφελές θα ταίριαζε περισσότερο στη γραφή του.
Η ιστορία του αρχίζει σε μια γέφυρα της Αθήνας, στο σταθμό του ηλεκτρικού στο Θησείο. Ο Πιγκάλ που κρατάει ένα όπλο έχει πάρει εντολή να εκτελέσει συμβόλαιο, αυτή η δουλειά αξίζει είκοσι χιλιάδες ευρώ. Στη γέφυρα βρίσκεται ένας πλανόδιος που παίζει ακορντεόν, ο μοναδικός μάρτυρας στο συμβάν και στον βίαιο προαναγγελθέντα θάνατο. Όταν εμφανίζεται το θύμα του, ο Πιγκάλ πυροβολεί και απομακρύνεται ήσυχος. Τέλος. Στο πρώτο κεφάλαιο κάνουμε τη γνωριμία του δεύτερου ήρωα, του Άρη, ενός νεαρού χαρτοκλέφτη, ο οποίος βρίσκεται σ’ ένα καφενείο ορεινού χωριού της Αττικής με κάτι ηλικιωμένους που παίζουν χαρτιά. Στο δεύτερο κεφάλαιο ο Άρης βρίσκεται στο μπαρ-χαρτοπαικτική λέσχη «Vegas» στο Περιστέρι, όπου συμμετέχει σ’ ένα παιγνίδι με χαρτιά. Ακολουθεί άγριος τσακωμός κι έπειτα ο Άρης καταφεύγει στο καφενείο του ορεινού χωριού, ενώ αργότερα τον βλέπουμε στο κλαμπ «Venus» στην Εθνική Οδό. Στο μυθιστόρημα υπάρχει κι ένας επιχειρηματίες, ο Βαπτιστής, που κερδίζει από την παράνομη πώληση πετρελαίου και το εμπόριο ναρκωτικών. Ο συγγραφέας ενδιαφέρεται να μιλήσει για το χρήμα που οδηγεί στους ανθρώπους στο έγκλημα και για τη βία την οποία αυτοί χρησιμοποιούν για να το αποκτήσουν. εμπλουτίζει την ιστορία του, η οποία διαδραματίζεται στην Ελλάδα της κρίσης, με επεισόδια που έγιναν κατά το παρελθόν. Μερικοί από τους ήρωες του, μεγάλης ηλικίας, είχαν συμμετάσχει σε αντιστασιακές ομάδες την περίοδο της Κατοχής και στον Εμφύλιο. Υπάρχει ο Καπετάνιος που λέει ιστορίες κι ένας Ιταλός που θήτευσε σε μαφιόζικη οργάνωση της πατρίδας του κι εξόκειλε στην Ελλάδα. Περίπου το ένα τρίτο του βιβλίου είναι γεμάτο από τα πολεμικά κατορθώματα των ηλικιωμένων στον αγώνα τους για ελευθερία στα βουνά, είτε με τον ΕΛΑΣ είτε με τον Δημοκρατικό Στρατό, ενώ υπάρχουν διάσπαρτοι πικροί στίχοι του Τάσου Λειβαδίτη.Η λέξη κρίση αναφέρεται, ωστόσο υπάρχουν οι ιστορικές αναφορές σε πρόσωπα και καταστάσεις, πράγμα που σημαίνει πως ο συγγραφέας έχει γοητευτεί από τις ιστορίες που έχει ακούσει από παλιούς αντάρτες από την Όθρυ και την σαρακατσάνικη παράδοση,
This entire review has been hidden because of spoilers.