Καστοριά-Βόλος-Χανιά-Αθήνα, το οδοιπορικό επιβίωσης ενός παιδιού στους δρόμους. Με άλλο όνομα τον φώναζε η μάνα του, η Καλλιόπη, με άλλο τον έμαθε η νύχτα να απαντά. Ο ήρωάς μας θα δώσει τη μεγαλύτερη μάχη του για να κρατήσει ζωντανό το παιδί που κουβαλά κρυμμένο μέσα του. Ποτέ δεν ξέχασε το άδικο που τον στιγμάτισε, και σήμερα, χρόνια μετά, το ίδιο αγρίμι μέσα του ζητά να αναμετρηθεί με την κόλαση για να βρει λύτρωση και ελπίδα για αγάπη. Όταν τα ’χεις χάσει όλα, όταν όση δύναμη κι αν έχεις νιώθεις πως δεν αρκεί, κάνεις κουράγιο, τόσο πολύ κουράγιο, που ούτε κι εσύ ο ίδιος δεν πιστεύεις στις αντοχές σου· εκείνες τις στιγμές όμως, μονάχα ένα δράμι δύναμης σου λείπει για να συμπληρώσεις την ισχύ σου, να αντεπιτεθείς και ν’ αλλάξεις ολόκληρη τη ζωή σου. Μονάχα ένα δράμι...
Πόσο ζηλευω ολους και ολες εσας που έχετε διαβασει το τελευταιο βιβλιο του κ. Τζιτζικακη!!! Το ξεκινησα πριν απο 8 περιπου μηνες. Εχω φτασει λιγο πριν την μεση, με ενδιαμεσα διαλειμματα. Τελικα πηρα την αποφαση οτι δεν θα το διαβασω μεχρι το τελος. Ενω βρηκα την γραφη του καταπληκτικη και ηταν ο λογος για τον οποιο με πιεζα να το διαβασω, δυστυχως υπηρχε κατι που με κουραζε. Ισως η υποθεση, ισως οι χαρακτηρες, τι να πω..... Κριμα.... ενα βιβλιο για το οποιο δεν εχω τη δυναμη να ολοκληρωσω την αναγνωση του και πραγματικα στεναχωρηθηκα...
"Ένα δράμι δύναμης" του Γιώργου Τζιτζικάκη. Όταν έχεις διαβάσει ένα τόσο καλό βιβλίο όπως το "Τ' αηδονιού το δάκρυ", βαστάς τις επιφυλάξεις σου για το επόμενο βήμα του συγγραφέα. Διαβάζοντας όμως το "Ένα δράμι δύναμης", επιβεβαιώθηκα πως ο κύριος Τζιτζικάκης έχει μια φλέβα ταλέντου που χτυπάει δυνατά μέσα του και αποτελεί μία από τις πλέον ελπιδοφόρες πένες της γενιάς του (αν όχι την καλύτερη!) Για εμένα, ίσως ένα από τα δυνατότερα βιβλία του 2016! Γρήγορο, άμεσο, τραχύ εκεί που πρέπει λόγω θεματολογίας (θύματα εμπορίας σαρκός) αλλά και γεμάτο ευαισθησίες από έναν ήρωα που τις κρύβει καλά μέσα σε ένα μυώδες σώμα, ευαισθησίες που δεν μιλούν φάτσα κάρτα αλλά πρέπει να σκάψεις για να τις βρεις. Καταιγιστική δράση μέσα στο βιβλίο, γεμάτο σοφίες από λαϊκούς ανθρώπους και πλημμυρισμένο στις κινηματογραφικές σκηνές (θέλω πολύ να το δω ταινία αυτό το βιβλίο!) Συγχαρητήρια στον συγγραφέα Γιώργο Τζιτζικάκη, μας έκανε να περιμένουμε πολλά από το μέλλον του! (και για τα λέμε και αυτά, συγχαρητήρια επίσης και που δεν ακολούθησε την εύκολη πεπατημένη, να μας δώσει δηλαδή ένα ακόμη Αηδόνι, αλλά επέλεξε τη δύσκολη οδό, εκείνη που θα τον ξεχωρίσει από άλλους.)
Σκληρό βιβλίο. Πρωτότυπο θέμα, μπράβο στον συγγραφέα που καταπιάστηκε με αυτό. Περιγράφει τη ζωή ενός μπράβου της νύχτας, βάζοντάς τον να μας διηγείται εμβόλιμα στην ιστορία του παρόντος και τη ζωή του ως παιδί αλλά και τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε να δουλεύει νύχτα. Δεν ξέρω αν είναι συγκεκριμένες πηγές ο συγγραφέας όταν έγραψε το βιβλίο, δεν μπορώ δηλαδή να κρίνω αν κάποια από αυτά που λέει ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, πάντως τα έχει δώσει με τρόπο εξαιρετικά αληθοφανή και μπράβο του για αυτό. Μάλιστα, μπράβο του για΄έναν ακόμη λόγο. Παρά το ότι ως θέμα δεν μου άρεσε, παρά το ότι υπήρχαν σκηνές που μου σφίξανε το στομάχι και με εκνεύρισαν κάποιες φορές και παρά το ότι η γλώσσα που χρησιμοποιεί με ξένισε, κατάφερε να με κρατήσει μέχρι το τέλος.
Τελειώνοντας το μυθιστόρημα «Ένα δράμι δύναμης» , του Γεώργου Ελ. Τζιτζικάκη - την πρώτη μου αναγνωστική επαφή με το συγγραφέα - δηλώνω συγκλονισμένη από την ιστορία και προσπαθώ να βάλω σε μια σειρά τις σκέψεις, τις εικόνες και τα συναισθήματα που μου δημιούργησε.
Γινόμαστε μάρτυρες της αφήγησης-εξομολόγησης του Λάμπρου, μιας συναρπαστικής κατάθεσης ψυχής, ενός αγώνα προς την εξιλέωση και την λύτρωση. Πρόκειται για την προσωπική του προσπάθεια να επιβιώσει από τα δίχτυα του υπόκοσμου, να βρει την χαμένη του ταυτότητα, την μάχη για να σώσει την ψυχή του και τελικά να ελευθερωθεί. Ακούμε τις σκέψεις του, διαβάζουμε τα συναισθήματα του, νιώθουμε τον πόνο και την αγωνία του. Ο Λάμπρος ή «Νο» ή «Στίβι», ως ο αυστηρότερος κριτής του εαυτού του, μας παρουσιάζει μια αθέατη πλευρά της κοινωνίας, μια κόλαση γεμάτη σαπίλα, διαφθορά και βία, μπαίνοντας στα άδυτα του βρώμικου συστήματος, Βιώνουμε μια σκληρή πραγματικότητα με πρωταγωνιστές τα «αγρίμια» της νύχτας, ανθρώπους που κυκλοφορούν στα σκοτάδια, μαφιόζους, μπράβους, αστυνομικούς, πόρνες, τοξικομανείς. Ο βούρκος της νύκτας κρύβει σήψη και έγκλημα σε όλες του τις μορφές, με πρώτη στη λίστα την εμπορεία ανθρώπων, με απώτερο σκοπό την εξουσία και τα χρήματα.
Στο μονόλογο του Λάμπρου αντικρίζουμε την απόγνωση και την αποστροφή, που νιώθει ο ίδιος, για τα «θανάσιμα και αιμοβόρικα ζώα» που βασιλεύουν στη ζούγκλα της χώρας μας. Υποτάχθηκε στα αρπακτικά, έσκυψε το κεφάλι και τώρα ήρθε η ώρα να πάρει την εκδίκησή του, για όλη τη βία και τον ξεπεσμό που υπέστη. Μιλώντας, άλλοτε στον εαυτό του και τη συνείδηση του, άλλοτε στους αναγνώστες και άλλοτε στη νεκρή του μητέρα, σοκάρει με τον κυνικό του λόγο, ο οποίος ξεχειλίζει θλίψη και μοναξιά. Με υπομονή όμως διεκδικεί την αξιοπρέπεια και κατ επέκταση την ελευθερία του, θέλοντας να αποδράσει με κάθε κόστος από την παρακμή ,το κρύο και την «παγωνιά», « ...πίστεψα πως για να ζεσταθώ κάπως, πρέπει μαζί και να καώ».
Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, οι σκέψεις του Λάμπρου ταξιδεύουν πολλές φορές στα δύσκολα παιδικά του χρόνια, που όμως ήταν γεμάτα με πολύ αγάπη. Ενώ φοράει το προσωπείο του σκληρού και αδίστακτου μπράβου, κατά βάθος διακρίνουμε ίχνη τρυφερότητας και καλοσύνης.
Ο κύριος Τζιτζικάκης, μέσα από τις λέξεις και τις σελίδες της ιστορίας, προσπαθεί να αφυπνίσει τους αναγνώστες. Θέτει κοινωνικούς προβληματισμούς και αρκετές φορές θα έλεγα «ξεπερνάει τα όρια» με την αμεσότητα των εικόνων του. Σκιαγραφεί εύστοχα το σκοτάδι με ζωντανές και τρομαχτικές περιγραφές και μας ταξιδεύει στη φρίκη του υποκόσμου, με γλωσσά σκληρή και ωμή. Είναι πολλές οι φορές που ο αναγνώστης θα ανατριχιάσει και θα νιώσει αποστροφή για τις εξαιρετικά ρεαλιστικότατες σκηνές που διαδραματίζονται κατά την ανάγνωση. Ξετυλίγονται εικόνες αμείλικτες, ζωντανές, γεμάτες ένταση.
Το «Ένα δράμι δύναμης» είναι ένα μυθιστόρημα ατμοσφαιρικό, το οποίο σίγουρα θα μπορούσε να γίνει τηλεοπτική σειρά, γιατί κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Δυστυχώς αρκετές σκηνές είναι μέρος της πραγματικότητας και εδώ φαίνεται η έρευνα που έχει γίνει από το συγγραφέα. Το βιβλίο ανήκει στην κατηγορία του αστυνομικού – κοινωνικού – ψυχολογικού θρίλερ και πρόκειται για μια «γροθιά στο στομάχι», μια καταγγελία, ένα αφοπλιστικό κατηγορώ..
Ο λόγος του κυρίου Τζιτζικάκη κυλάει πολύ όμορφα και εμπλουτίζεται μέσα από δικές του ιδιαίτερες μεταφορές και παρομοιώσεις. Τολμώ να δηλώσω ότι πρόκειται για μια πολύ δυνατή πένα της ελληνικής συγγραφής. Θα ήθελα να πω ένα μεγάλο μπράβο στο συγγραφέα, που τόλμησε να γράψει και να εκδώσει ένα βιβλίο με θέματα ταμπού, όπως την νύχτα, την εμπορία λευκής σαρκός και την διαφθορά. Πήρε το ρίσκο και πιστεύω ότι κέρδισε το στοίχημα. Το «Ένα δράμι δύναμης» ταράζει τα νερά της ελληνικής λογοτεχνίας, και κάνει πολύ θόρυβο.
Επιβάλλεται όλοι μας να πετάξουμε πέρα το «μαγκάλι» και να βρούμε αυτό το δράμι Δύναμης που χρειάζεται για να προχωρήσουμε μπροστά.
Ένας καθηλωτικός μονόλογος ξεχύνεται μέσα από τις σελίδες του νέου βιβλίου του συγγραφέα Γεώργιου Τζιτζικάκη, συμπαρασύροντας τον αναγνώστη στα κρυφά σοκάκια ενός αλλοτινού κόσμου, που θεριεύει μόλις πέσει το σκοτάδι στην πόλη. Πρωταγωνιστής, συγγραφέας και σκηνοθέτης είναι ο Νο. Ένας «γορίλας», ένα «μπιφ» της νύχτας, ένας άνθρωπος που έχει βιώσει την κόλαση, έχει βαλτώσει στη σαπίλα του πεζοδρομίου, και αναζητεί «ένα δράμι δύναμης» για να αποδώσει δικαιοσύνη και να ξανακερδίσει κάποια ψήγματα αξιοπρέπειας. Μια ανατριχιαστική κατάθεση ψυχής, μια μοναδικά αποτυπωμένη σκοινοβασία ενός άντρα πάνω από μία παγωμένη λίμνη, με προορισμό την εκδίκηση και τη λύτρωση. Μια γροθιά στο στομάχι που σ' αναγκάζει να δεις κατάματα σκληρές αλήθειες και ταυτόχρονα να λυγίσεις μπροστά στις συγκλονιστικές αποκαλύψεις...
Ο Νο επιστρέφει, μετά από ένα χρόνο απουσίας, στα γνωστά λημέρια της νύχτας που υπηρέτησε για δεκαπέντε συναπτά έτη ως μπράβος του επονομαζόμενου Νερουλά. Τώρα πια είναι ο Στίβι και σκοπός του είναι να εντοπίσει τρεις γυναίκες, τρεις πόρνες που η καθεμιά άγγιξε ένα κομμάτι της καρδιάς του. Με μεθοδευμένες κινήσεις προσπαθεί να κερδίσει την απόλυτη εμπιστοσύνη του αρχηγού του, και να φέρει εις πέρας το σχέδιό του. Οι μάσκες αρχίζουν να πέφτουν, τα κομμάτια του παζλ να βρίσκουν τη θέση τους και οι εξελίξεις να ξυπνούν ζοφερές αναμνήσεις. Θα καταφέρει άραγε ο Νο να εξαγνιστεί ψυχικά, να εξιλεωθεί και να κερδίσει την αέναη μάχη με τον ίδιο του τον εαυτό; Πόσες θυσίες θα χρειαστεί να κάνει μέχρι το ανατρεπτικό φινάλε;
Μια εξομολόγηση χωρίς λογικό ειρμό, παραδομένη στον οίστρο του ήρωα, στην ορμή των λόγων του, στον πόνο της ψυχής του, στις ατελείωτες ενοχές του. Ο Νο αφήνει ελεύθερες τις σκέψεις του, τους ενδόμυχους φόβους του, το απύθμενο μίσος του να τον συνεπάρουν, και μιλάει σαν να φοβάται πως δεν θα προλάβει να πει όσα αισθάνεται. Κάθε πρόταση είναι και ένα βαρίδι της ψυχής του που παλεύει ν' απαγκιστρωθεί από αυτό για να συναντήσει το τέλος του. Όποιο κι αν είναι αυτό και με όποιο κόστος. Δεν φοβάται τον θάνατο, τον αποζητά. Σέρνει για χρόνια τις αλυσίδες του και δεν θέλει να τις σπάσει αλλά να δέσει με αυτές όσους τον χρησιμοποίησαν και του στέρησαν την αξιοπρέπειά του. Ο πάγος είναι ο σύντροφός του εδώ και χρόνια, είναι εκείνος που του στέρησε ό,τι πολυτιμότερο είχε στη ζωή του και είναι εκείνος που οδηγεί κάθε του βήμα πια. «Πώς κάπως έτσι ήταν πάντα και εξακολουθεί να 'ναι η ζωή μου. Μια χιονισμένη αμμουδιά καταμεσής καλοκαιριού. Πάνω ψυχρή, κάτω καυτή και ενδιάμεσα παγιδευμένη, μονίμως να λιώνει».
Ο Νο παραληρεί και σε αφοπλίζει με τη σκληρότητα της αλήθεια του. Γνωρίζει ότι είναι ένοχος, το έχει αποδεχθεί, και δεν αρνείται το βάρος των πράξεων και των αποφάσεών του. Θέλει να ξεχρεώσει με την κόλαση μα δεν μπορεί, το τίμημα είναι μεγάλο και η οργή που σιγοβράζει μέσα του έτοιμη να εκραγεί και να διαλύσει τα πάντα. Σφίγγει τα δόντια και τιθασεύει το θυμό του μπροστά στον στόχο. Και ενώ σου αποκαλύπτεται ξεκάθαρα από την πρώτη στιγμή, και γίνεσαι κοινωνός κάθε αποτρόπαιας πράξης του, αρχίζεις, χωρίς να το αντιληφθείς, να τον νιώθεις, να τον συμπονάς, να τον κατανοείς και τελικά να επιζητείς διακαώς να τον αγκαλιάσεις και να του προσφέρεις τη θαλπωρή και τη μητρική αγκαλιά που τόσο απρόσμενα στερήθηκε. Τα συναισθήματα σου μεταβάλλονται αδιάκοπα: αγωνία, σοκ, αποστροφή, θλίψη, πόνος, συγκίνηση. Κάθε σκηνή κουβαλάει το δικό της ειδικό βάρος και δεν σου αφήνει περιθώρια να σκεφτείς και ν' αντιδράσεις. Παγιδεύεσαι ανάμεσα στις εκρήξεις βίας και στις έντονα φορτισμένες στιγμές, και στέκεσαι μετέωρος. Και αναρωτιέσαι ποια είναι τελικά τα όρια ανάμεσα στην ηθική και την ανηθικότητα;
Η γραφή του συγγραφέα είναι απαράμιλλη: καυστική, κοφτή, κυνική, σκληρή, διαυγής. Καταφέρνει να υιοθετήσει με πειστικότητα την αργκό του πεζοδρομίου και μας συστήνει τους κανόνες που διέπουν τη νύχτα, τα πισώπλατα μαχαιρώματα και τα ανελέητα αλισβερίσια ζωής και θανάτου. Με αρωγό την ασύγκριτη πένα του, δημιουργεί έντονες εικόνες που εναλλάσσονται με κινηματογραφική ταχύτητα και σου αποκαλύπτουν έναν μικρόκοσμο όπου ο φόβος και οι αγωνίες διογκώνονται και σε αιχμαλωτίζουν για πάντα. Μέσα από τη ζωή του Νο, καταδεικνύει φλέγοντα κοινωνικά θέματα της σύγχρονης κοινωνίας χωρίς περιστροφές, αλλά με στιβαρό λόγο και ευθύτητα.
Ο κ. Τζιτζικάκης δεν ακολουθεί νόρμες και συγγραφικά τρικ για να δελεάσει τον αναγνώστη, γιατί στηρίζεται στη μοναδική του δεξιοτεχνία να σμιλεύει αριστουργηματικούς χαρακτήρες. Και ο Νο είναι ένας χαρακτήρας ιδιαίτερος, ολοκληρωμένος, ξεχωριστός. Ένας χαρακτήρας με τον όποιο αισθάνεσαι ότι ο συγγραφέας μάχεται από την πρώτη αράδα του βιβλίου: τον αγαπά και τον μισεί ταυτόχρονα, προσπαθεί να προβάλει το χειρότερο εαυτό του και συνάμα ξεκλειδώνει τα σεντούκια της ψυχής του αποκαλύπτοντας μια παγωμένη καρδιά. Μια καρδιά που πέτρωσε πριν προλάβει να αιμορραγήσει, να θρηνήσει, να βιώσει τον σπαρακτικό πόνο της απώλειας και η οποία επιζητεί το βάλσαμο της αγάπης. Την ίδια στιγμή ο συγγραφέας εντρυφεί με πάθος σε όλους τους άλλους χαρακτήρες του, βυθίζεται στον ψυχισμό τους, τους δίνει τη θέση που τους αναλογεί και απογειώνει την πλοκή του...
Ένα εκρηκτικό μείγμα πηγαίου συγγραφικού ταλέντου και μιας βαθιά ανθρώπινης ιστορίας ενός ανατρεπτικού λογοτεχνικού χαρακτήρα που σαρώνει την ψυχή του αναγνώστη...
Ένα βιβλίο που πριν ακόμα βγει ήξερα πως θα διαβάσω αφού το προηγούμενο του συγγραφέα μου είχε αφήσει τις καλύτερες των εντυπώσεων... Περίμενα να είναι το ίδιο; Ίσως, αφού εμείς οι αναγνώστες είμαστε λίγο περίεργα πλάσματα, από τη μια θέλουμε οι συγγραφείς που αγαπάμε να ξαναεπαναλάβουν το ίδιο μοτίβο που μας άρεσε στα βιβλία τους, όμως όταν η θεματολογία παραμένει στάσιμη εκνευριζόμαστε και λέμε ότι έμεινε στάσιμη κι η γραφή τους. Δεν ισχύει αυτό για τον κύριο Τζιτζικάκη! Η θεματολογία του άλλαξε εντελώς, διαβάζοντας το τόσο τρυφερό "Του αηδονιού το δάκρυ" με την κρητική λεβεντιά και τις τόσες μορφές αγάπης-μητρική, πατρική, ερωτική, φιλική- ποιος θα το περίμενε να διαβάσει για έναν σκληρό άνθρωπο της νύχτας, έναν "γορίλα", η γραφή του όμως δεν έχει αλλάξει, έχει γίνει καλύτερη ναι. Όμως παρά την τόσο σκληρή γλώσσα του πεζοδρομίου ο συγγραφέας μας περιγράφει όλη την ασχήμια της νύχτας με τον δικό του γνώριμο τρόπο, παρομοιάζει τις γυναίκες που ζουν μέσα της με γλάρους που έχουν τσακίσει τα φτερά τους, τους ανθρώπους που δεν έχουν μια στέγη με κουβαράκια, τα παιδιά που έχουν μείνει μόνα στη ζωή με σκατζοχοιράκια. Ένα τέτοιο σκατζοχοιράκι ήταν λοιπόν κι ο ήρωας του, μαλακός μέσα όμως σκληρός και φοβισμένος εξωτερικά, αφού η ορφάνια και η κακία του κόσμου τον κάνει σε μικρή ηλικία να πρέπει να μεγαλώσει απότομα και να παλέψει στη ζωή... Χρόνια μετά μας αφηγείται τη ζωή του, πως έφτασε να δουλεύει ως "Μπιφ","Γορίλας" του μεγάλου κεφαλιού της νύχτας της Αθήνας. Ξέρει πόσα λάθη έχει κάνει, το λέει συχνά πως "Αν θες να μιλήσουμε για έναν άγιο, τότε να μη μιλήσουμε για μένα", γι αυτό προσπαθεί μέσα από μια αναζήτηση κάποιων προσώπων-δεν θα σας πω ποιων, να το διαβάσετε!- να βρει τη λύτρωση και για τον ίδιο του τον εαυτό. Πολλές οι ανατροπές και τα συναισθήματα διαβάζοντας και αυτό το βιβλίο. Μπορεί να τα καταφέρει, μπορεί και όχι. Όμως σίγουρα άξιζε η αναζήτηση μαζί του. Ένα δράμι δύναμης. Δυνατός τίτλος, που σε κάνει να θες να το διαβάσεις γιατί οι περισσότεροι χρειαζόμαστε αυτό το δράμι δύναμης για να κάνουμε κάτι που θα βελτιώσει τα πράγματα στη ζωή μας.
Ο Νο ή Στίβι είναι μπράβος της νύχτας, μπιφ στο κεφάλι του αθηναϊκού υποκόσμου που είναι γνωστός με το ψευδώνυμο «Νερουλάς» και που ελέγχει τα πάντα: πορνεία, ναρκωτικά, όπλα, προστασία. Ο Νο είναι στο πλάι του νονού, ένα μπιφ όπως τους λένε, μια πολυκατοικία μυών 110 κιλών και ψηλός. Και μαλακός. Αποχαιρετά κάποια στιγμή τη νύχτα, όμως τρεις γυναίκες που εξαφανίζονται μυστηριωδώς τον αναγκάζουν να γυρίσει πίσω και να γλείψει αυτόν που έφτυσε. Τρεις γυναίκες που μοιράστηκε τις νύχτες και το κορμί του μαζί τους. Και κρατώντας ένα δράμι καλοσύνης προσπαθεί να επιβιώσει στη νύχτα, να βρει τις γυναίκες και να πάρει και την εκδίκησή του. Ένα σκαντζοχοιράκι γλυκό και αγκαθωτό. Θα τα καταφέρει; Πόσο περισσότερο θα σκληρύνει και θα αποκτηνωθεί; Θα δουλέψει το δικό του σχέδιο ή ως άνθρωπος θα κάνει λάθη; Ποιος είναι ο πραγματικός νικητής σε έναν αδυσώπητο πόλεμο που μαίνεται όσο ο απλός κόσμος κοιμάται σε ένα ζεστό κρεβάτι;
Ο Γιώργος Τζιτζικάκης επέστρεψε μετά το δυνατό και τρυφερό «Τ’ αηδονιού το δάκρυ» με το σκληρό, ωμό, ρεαλιστικότατο, νέο του μυθιστόρημα. Ένα κείμενο έμπλεο συναισθημάτων, εικόνων, στιγμών, περιστατικών, ψυχογραφημάτων. Κάθε σελίδα δάκρυ και εμετός εναλλάξ. Ένα κράμα Δημήτρη Μαμαλούκα, Κώστα Μουζουράκη και Παύλου Μεθενίτη. Τραγικός και δύσκολος χαρακτήρας, που τούβλο τούβλο απογυμνώνεται μπροστά στον αναγνώστη και δυστυχώς σε κάποια άτομα που δε θα έπρεπε. Το φτωχόπαιδο ο Λάμπρος, που το έσκασε από την Καστοριά για να βρει μια καλύτερη ζωή μετά τον θάνατο των γονιών του. Ένα φτερό στον άδικο κόσμο του μίσους και του ψέματος. Ο Βόλος ήταν η αρχή, η Αθήνα είναι το τέλος (;). «Πως κάπως έτσι ήταν πάντα και εξακολουθεί να είναι η ζωή μου. Μια χιονισμένη αμμουδιά καταμεσής του καλοκαιριού. Πάνω ψυχρή, κάτω καυτή και ενδιάμεσα παγιδευμένη, μονίμως να λιώνει» (σελ. 147).
Διαβάζοντας το συγκλονιστικό νέο έργο του Γιώργου Τζιτζικάκη έκλαιγα και αηδίαζα ταυτόχρονα. Έκλαιγα που ένα τέτοιο σπουργιτάκι αναγκάστηκε να γίνει γυπαετός για να επιζήσει, να έχει ταυτιστεί με αυτόν τον νέο ρόλο, να κάνει πράγματα που σιχαίνεται, να ατσαλώνεται μέρα τη μέρα, αίμα το αίμα. Ήθελα να τρέξω σαν τη μάνα του την Καλλιοπίτσα να τον σκεπάσω από τα αδηφάγα μάτια της νύχτας, να τον κρύψω βαθιά να μην τον βλέπει το φως του φεγγαριού και τον ντύσει με μίσος, αδιαφορία, σκληρότητα, καρφιά που πληγώνουν την ψυχή του και το δράμι να περιμένει μονάχο στη γωνία μέχρι να το αναζητήσει. Λάμπρο σκαντζοχοιράκι, που γνώρισες τη νύχτα και την ξέρασες από μέσα σου, αργά, μεθοδικά, για να πάρεις την εκδίκησή σου και να εκπληρώσεις τους στόχους σου! «Χρόνια τώρα αιμορραγώ. Είναι μέσα μου το παρελθόν και το παρόν, ένα γέρικο πλατάνι που έχει τις ρίζες του στο κελαρυστό ποτάμι της μοναξιάς. Το έχω δεχτεί, μόνο που τα κλαδιά του, όσο κι αν λέγονται ζωή, γίνανε βαριά και γέρνουν, κάποτε θα σπάσουν» (σελ. 154).
Οι χαρακτήρες είναι διαλεγμένοι ένας ένας: ο χαζός Ρόκυ («...από κορμί τανκ, από μυαλό όμως; Πιο ηλίθιος κι από ζακέτα που μαγκώνεται σε πόρτα»), ο αδυσώπητος Ρουμάνος και ο νιγηριανός Σάμμυ ο Γρήγορος. Αποβράσματα της ζωής, ξερατά της μοίρας, άνθρωποι που αποτελούν την προστασία του νονού «Νερουλά», σε ένα άκρως επικίνδυνο και αμιφταλαντευόμενο παιχνίδι εξουσίας, δύναμης, χρήματος και κόκας. Λεξιλόγιο της νύχτας, άψογη ενορχήστρωση πλοκής, απανωτές ανατροπές, άφθονο συναίσθημα (όχι εκβεβιασμένο αλλά πηγαίο), και μια τρομερή αντιδιαστολή του ωμού σήμερα με το δύσκολο και φτωχό χτες. Οικογενειακές στιγμές φτωχολογιάς που μου έκοβαν την ανάσα (Εσύ, [μανούλα], πονούσες πολύ, εγώ είχα μεγαλώσει για κυνηγητά κι ο πόνος που κουβαλούσες, δάσος καμένο που απλωνόταν και γιόμιζε την ψυχή σου, τι να σου’ κανε ο στερνός βασιλικός κουράγιου που σου πρόσφερα;», σελ. 193), ξεκαθαρίσματα λογαριασμών που μου γύρναγαν το στομάχι, όλα ισόποσα και χωρίς έλεος. Ένα τελείως διαφορετικό επόμενο βήμα για τον συγγραφέα, που μου χάρισε άφθονα ξενύχτια και με ανάγκασε να κλείνομαι στο σπίτι μου νωρίτερα από τις 22.00 για να μην αντικρίσω αυτό το πρόσωπο της νύχτας.
Η ιστορία ενός ανθρώπου που έγινε κτήνος αποζητώντας να παραμείνει άνθρωπος, ένα πλάσμα του σκότους, τριγυρισμένο από ανθρώπους που καιροφυλακτούν, από Σκοτεινούς (αστυνομικοί που συμμετέχουν ενεργά στα γρανάζια της νύχτας προς ίδιον όφελος), Σκιές (τα εκτελεστικά τους όργανα) και Σκύλους (τα «καρφιά» της φάρας των ανθρώπων του υποκόσμου που αλλαξοπιστούν και προδίδουν ανενδοίαστα). Μια ιστορία για ένα φως που παλεύει μες στο σκοτάδι με στόχο να λάμψει κάποια στιγμή.
Είναι τέτοια η ένταση των συναισθημάτων που μου προξένησε αυτό το μυθιστόημα που δεν μπόρεσα να αγκαλιάσω με τίποτα το εξώφυλλο! Αρκετοί αναγνώστες και φίλοι έχουν πει ότι δείχνει κραυγή αγωνίας, απελπισία, ότι σε πρώτο φόντο το χέρι και στο βάθος μια σκιά που αγωνίζεται, είναι όσα αντικατοπτρίζει το βιβλίο. Κατά την ταπεινή μου άποψη όμως στο βιβλίο πρωταγωνιστεί αυτή ακριβώς η παλάμη που βλέπετε, που έχει ταυτιστεί με τη γνωστή ελληνική χειρονομία. Το εξώφυλλο το θεώρησα αντιαισθητικό και απωθητικό από την αρχή και δε μου γέννησε καμία τέτοια σκέψη. Έχοντάς το μάλιστα διαβάσει πιστεύω ότι το αδικεί κατάφωρα. Τα χρώματα είναι εξαιρετικά επιλεγμένα όμως η ανοιχτή παλάμη με απώθησε. Παρ’ όλ’ αυτά η δυνατή πένα του συγγραφέα που έχει δημιουργήσει φανατικό κοινό θα τραβήξει από μόνη της και νέους αναγνώστες, επομένως δε χρειάζεται να γράψω κάτι άλλο.
Διαβάστε άμεσα αυτό το εξαιρετικό δείγμα σύγχρονης νεοελληνικής γραφής!
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
«Γιατί στις γωνιές της και κάτω απ’ τα παγκάκια υπάρχουν μάλλινα, παραταγμένα κουβάρια στη σειρά. Κουβάρια. Κινητά ρημάδια που τοίχους δεν έχουν για να πέσουν στις δυνατές βροχές, είναι από μόνα τους αυτά τα ρημάδια γκρεμισμένα. Κουζίνα, δωμάτιο, σαλονοτραπεζαρία ένα και το αυτό, πλεγμένα όλα μαζί σ’ έναν μπόγο σπίτι...Πάνω στα διπλά χαρτόκουτα που δε μαλακώνονυ ποτέ όσο ένα στρώμα, κοιμούνται ζωντανά κορμιά» (σελ. 309).
«Χρόνια πέρασαν κι ακόμα κρυώνω, μάνα, τόσα πολλά χρόνια στο κρύο, που πλέον πίστεψα πως για να ζεσταθώ κάπως, πρέπει μαζί και να καώ» (σελ. 334).
Δεν γραφω συχνα,η αληθεια ειναι οτι βαριεμαι πολυ να κατσω και να γραψω μια στιμενη κριτικη για ενα βιβλιο.Θα μπορουσα να πω για δυνατους χαρακτηρες λυρικη γραφη και αλλα τετοια χιλιογραμενα και χιλιοειπωμενα...αλλα ενα μπιφ θα μου ελεγε πως μιλαω πολυ...μην περιμενετε ενα μεγαλο ερωτα ενα κοινωνικο βιβλιο σαν ολα τα αλλα,γενικα μην περιμενετε τιποτα σαν ολα αυτα που εχουμε διαβασει στα τοσα χρονια που διαβαζουμε. Στο βιβλιο βασιλευει η βια η αναρχια και η βρωμια ,η τρελα και η λογικη.η αληθεια ειναι πως λιγο πριν το μεγαλο ξεκαθαρισμα εκλεισα το βιβλιο,δεν ημουν σιγουρη αν ηθελα να δω το τελος,δεν ημουν ακομα ετοιμη να δω τη συνεχεια του Λαμπρου..εφτιαξα καφε καπνισα 2 τσιγαρα,..του χρωστουσα ομως τη λυτρωση οποια και αν ηταν αυτη...και τωρα μια συμβουλη απο μενα με ολη μου την καρδια,αφηστε καποιο βιβλιο απο αυτα τα best seller που εχουμε ολοι στης λιστες μας για αργοτερα...και αν αγαπατε τον εαυτο σας καντε του τη χαρη και διαβαστε το...για μενα ο Λαμπρος ειναι καπου εκει εξω σε καποιο παλιο καφενιο τρωγοντας λουλουμαδες...ευχαριστω τον συγγραφεα που μου χαρισε ενα τετοιο ταξιδι...
Κλείνοντας και την τελευταία σελίδα, το Δράμι πραγματικά με βρίσκει κάπως διχασμένη! Μου άρεσε σαν βιβλίο, με άγγιξε με την θεματολογία του, μου δημιούργησε ανάμικτα συναισθήματα, αλλά κάτι- δεν μπορώ να το προσδιορίσω με ακρίβεια, δε με άφησε να το χαρώ όσο θα θελα! Ίσως με κούρασε αυτός ο επαναλαμβανόμενος αφηγηματικός μονόλογος (ειδικά στην αρχή), ίσως με ξάφνιασε το θέμα του βιβλίου, σκληρό μεν, πραγματικό δε! Ο Τζιτζικάκης με εξέπληξε ευχάριστα όμως, καθώς μετά το "Αηδόνι" παρουσιάζει με απίστευτα ανάγλυφο τρόπο την σκοτεινή πλευρά του κόσμου της νύχτας! Αυτό από μόνο του τον κάνει να ξεχωρίζει για το συγγραφικό του ταλέντο: ενώ θα μπορούσε να επαναλάβει το επιτυχημένο μοτίβο του "Αηδονιού" και να ακολουθήσει με ασφάλεια την πεπατημένη οδό, δεν αρκείται σ' αυτό, αλλά αντίθετα βουτά σε βαθιά νερά και η διαδρομή τον δικαιώνει!! Μονάδικά ευαίσθητο μέσα στην σκληρότητά του σε παρασύρει στα μονοπάτια της νύχτας, όπου ζουν και αναπνέουν πλάσματα που δεν φοβούνται το σκοτάδι ή που απλώς η ζωή τους, τους έμαθε να το ανέχονται!! Πλάσματα του κόσμου της νύχτας, που "έχουν κάψει πολλές ζωές για να ζεσταθούν οι δικές τους και αυτό μετράει βαριά στα τεφτέρια του Θεού"... Αφηγητής είναι ο Νο ή Στίβι που προσπαθώντας να βρει το δρόμο της λύτρωσης ζει μέσα από την διήγηση του ξανά τα γεγονότα, παρασύρεται από την δίνη της νύχτας και των σκοτεινών μονοπατιών της. Μέσα στην Κόλαση που βιώνει καθημερινά, η ψυχή του αν και δεν μένει αλώβητη και μετρά πληγές πολλές και βαθιές, εντούτοις από τις πρώτες κιόλας σελίδες ο συγγραφέας τεχνηέντως αφήνει να διαφανεί το φως της, το λευκό της σκοτάδι. Ο αναγνώστης κατανοεί την στάση του και ως ένα βαθμό τον συμπονά και συμπάσχει με όσα έχει περάσει και εξακολουθεί να περνά! Η σοκαριστική αποκάλυψη που έρχεται στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου δικαιολογεί ως ένα βαθμό την συμπεριφορά του, καλύπτοντας έτσι ερωτηματικά που έχουν προκύψει κατά την διάρκεια της ανάγνωσης! Η πλοκή του δεν παρουσιάζει κενά ,η δομή του είναι απόλυτα συμμετρική και ομαλή. Ο Τζιτζικάκης όμως, ακόμα και με αυτού του είδους την θεματολογία στην φαρέτρα του- καταφέρνει να αποτυπώσει στο κείμενο την μοναδική ευαισθησία που τον διακρίνει και ειδικά στα κομμάτια που ο πρωταγωνιστής του αναφέρεται στα παιδικά του χρόνια, στην μητέρα του, στην αγάπη και ζεστασιά που δεν πρόλαβε να χορτάσει! "Έτσι ήταν πάντα και εξακολουθεί να 'ναι η ζωή του..μια χιονισμένη αμμουδιά καταμεσής καλοκαιριού" Η αγάπη και το μίσος εναλλάσονται στην ψυχή του, "γίνονται φωτιές που πυρώνουν την καρδιά". Όμως να, ένιωσα πως φτάνοντας στο τέλος η κάθαρση που περίμενα ήρθε αποσπασματικά μόνο και δεν κατάφερε να λιώσει τον πάγο που τυλίγει την ψυχή του ήρωα, δεν μπόρεσε να ζεστάνει το σκαντζοχοιράκι, το μικρό αγριμάκι...
“Ένα δράμι δύναμης” λαχταρούσε ο νεαρός Νο εκ του Νόουτοκ (ή Στίβι ή Λάμπρος), για να κατορθώσει ν΄αποδράσει από το σκοτάδι και ν΄αναμετρηθεί με τα θηριά της νύχτας, να σπάσει τον ιστό της αράχνης που έπλεκε γύρω του η αδηφάγα νύχτα και να λυτρωθεί από μία ψυχοφθόρα κατάσταση, που τον συνέθλιβε, στερώντας του τον καθαρό αέρα και το γαλήνιο φώς!
Ένα δράμι δύναμης, λέγεται το καινούργιο πόνημα του νεαρού ταλαντούχου συγγραφέα, Γεώργιου Τζιτζικάκη και αν με το τρυφερό “αηδόνι” του, θαυμάσαμε την κρητική λεβεντιά και την άδολη αγάπη, με το δράμι του, θα αισθανθούμε την απίστευτη μοναξιά της ψυχής ενός ανθρώπου που υπηρετεί τον κόσμο της νύχτας, φορώντας την μάσκα του άτεγκτου, που σχοινοβατεί σ΄ένα τεντωμένο σκοινί, αναζητώντας μία ελπίδα ελευθερίας που θα τον βοηθήσει ν΄αναδυθεί από τον βούρκο... μία ανάσα, ένα δράμι δύναμης!
Συγκλονίζει η προσωπική μαρτυρία του νεαρού “μπίφ” της νύχτας, καθώς οι αναμνήσεις από την ζεστή αγκαλιά της μάνας του, παρά την μεγάλη ανέχεια της οικογένειάς του, θα τον συνοδεύσουν στα σκοτεινά δρομάκια της νύχτας και θ΄αποτελέσουν τις δέσμες φωτός, τις ηλιαχτίδες , που σε κάθε αναφορά τους, η καρδια του μικρού αγριμιού, θα φωτίζεται και θα ζεσταίνεται, προκειμένου ν΄αντέξει τον παγετό του υπόκοσμου που υπηρετεί! Άλλωστε η απόγνωση, αυτή η απέλπιδα στιγμή αγανάκτησης καθρεφτίζεται έντονα και στο εξώφυλλο του βιβλίου, καθώς βλέπουμε σε πρώτο πλάνο, την ανοιχτή παλάμη μιας σκιάς στο βάθος, να σπρώχνει βίαια μία πόρτα; μία τζαμαρία; λαχταρώντας για μία ανάσα ζωής, την ανάγκη για πίστη σε κάτι καλύτερο....
Σαν ένα μικρό σκατζοχοιράκι παρομοιάζει τον εαυτό του ο Νο, του οποίου η ζωή, μπορεί να του φέρθηκε σκληρά στα πιο τρυφερά χρόνια της ζωής του....η αγάπη όμως και η ζεστασιά που εισέπραξε από την οικογένειά του και ιδιαίτερα από την “Καλλιοπίτσα” την γλυκιά μανούλα του, ήταν το μοναδικό του εφόδιο, που γλύκαινε τα μέσα του, όταν στην συνέχεια αντίκρυσε την σκληρότητα των ξένων. “Ευχή σ΄το δίνω, μη βρεθείς στην ανάγκη των ξένων....,οι ξένοι είναι πιο παγωμένοι κι απ΄τους χειρότερους κακούς” Τελικά η ψυχρή και παγωμένη Καστοριά, όπου μεγάλωσε ο Λάμπρος, έμελλε να σκληρύνει και να παγώσει τα συναισθήματά του για τα επόμενα χρόνια. Στον Βόλο όπου κατέληξε, ολομόναχος και απροστάτευτος, μετά τον χαμό και της μητέρας του, βίωσε το χειρότερο εφιάλτη του....μία εμετική περιπέτεια που ναι, του στέρησε την αθωότητα της παιδικής του ψυχής, τον θωράκισε όμως, με πυγμή στο σώμα και στην ψυχή και την ιδιότητα να μην χαρίζεται σε κανέναν...Ως έφηβος πια, ανδρωμένος σ΄ένα σώμα γίγαντα και ενδυναμωμένος από δραματικές εμπειρίες, κατεβαίνει στην Αθήνα και στα σκοτεινά υπόγεια της πλατείας Ομονοίας, εισβάλει στην κόλαση του υποκόσμου και γίνεται ένα με τα πλάσματα της νύχτας... “Όταν κατεβαίνουν τα ρολά στην Ομόνοια και πέριξ, όταν στην ψαραγορά της Αθηνάς λιώνουν οι πάγοι και τα τρένα σταματούν να γλιστράνε πάνω στις ράγες τους, τότε οι λάμπες πυρακτώνουν, τα βλέμματα χαμηλώνουν και τα πλάσματα της νύχτας πιάνουν δουλειά.....”
Η εξαφάνιση τριών κοριτσιών, θα τον φέρει αντιμέτωπο με το εμπόριο λευκής σαρκός και την ανελέητη πραγματικότητα του trafficking. Στην συνέχεια η αναζήτησή τους από τον ίδιο, θ΄αποτελέσει την αφορμή, για την επιστροφή του Νο ως Στίβι πλέον, στην στυγνή πραγματικότητα του υποκόσμου, “...η μόνη επιλογή για να βγάλω τον άρτον ημών, ήταν να χρεωθώ ξανά στον διάβολο και να μπλέξω ξανά μ΄αυτό το σιχαμερό σινάφι....” Το λεξιλόγιο του συγγραφέα σπάει κόκκαλα. Η αφήγησε σε πρώτο πρόσωπο. Οι λέξεις αιχμηρές πρόκες γραμμένες με αίμα και όχι με μελάνι...πώς αλλιώς μπορείς να περιγράψεις τον εφιάλτη που ζούσε καθημερινά!!Η ωραιοποίηση και ο καλλωπισμός του λόγου, δεν ταιριάζει στην ασχήμια της νύχτας και ο Τζιτζικάκης, το γνωρίζει πολύ καλά αυτό. Ανάμεικτα συναισθήματα και συγκλονιστικές ανατροπές καθηλώνουν τον αναγνώστη, προσφέροντάς του ένα διαφορετικό ανάγνωσμα που στάζει πικρές αλήθειες. Απόλυτος ρεαλισμός, απαλλαγμένος από συναισθηματισμούς και εξιδανικεύσεις, συνοδεύουν τα λόγια του συγγραφέα, σ΄ένα χειμαρρώδη μονόλογο...Διαβάζοντάς το, τα συναισθήματα πόνου και οργής που ένιωθα, βλέποντας τον ήρωά μας εγκλωβισμένο σε μια βαλτώδης κατάσταση, εναλάσσονταν με την αποστροφή και την αηδία σε κάθε βήμα του, που τον βύθιζε ακόμη πιο βαθιά στο τέλμα της ανυπαρξίας.... Ο Στίβι δεν έτρεφε αυταπάτες. Έχοντας επίγνωση της νοσηρότητας της κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει, ήθελε να δραπετεύσει απ΄όλο αυτό και αναζητούσε την κατάλληλη στιγμή ν΄αποδράσει, πληρώνοντας οποιοδήποτε τίμημα, ακόμη και την ίδια του την ζωή....
Αν θέλετε να διαβάσετε ένα ρομαντικό ανάγνωσμα μ΄έρωτα και πάθος, το βιβλίο αυτό δεν είναι για σας... Βάζοντας στην άκρη προσωπικές πεποιθήσεις και προκαταλήψεις, το “ένα δράμι δύναμης” του Τζιτζικάκη απαιτεί καθαρό μυαλό και γνήσια συνείδηση, για να εισβάλλεις στην στυγνή πραγματικότητα του ήρωα- αντιήρωα εδώ, για να κατανοήσεις σε όλη την έκτασή του τον γολγοθά που έζησε, από την τρυφερή ηλικία των δέκα χρονών, τότε που τόσο απρόσμενα στερήθηκε την μητρική στοργή και αγκαλιά!
Μετά από " Τ' αηδονιού το δάκρυ" περίμενα να διαβάσω κάτι παρόμοιο. Έπεσα τελείως έξω... Το " Ένα δράμι δύναμης" είναι τελείως διαφορετικό. Δεν θα κρύψω πως ο μονόλογος με κουράζει πάντα, εδώ όμως όχι. Εδώ δεν κουράζει αλλά σε καθηλώνει. Έχω διαβάσει πολλά βιβλία στον ελεύθερό μου χρόνο. Τώρα όμως "δημιουργούσα" εγώ τον ελεύθερο χρόνο. Και όχι μόνο. Όταν το ξεκίνησα, ήθελα να είμαι τελείως μόνη στο σπίτι. Εγώ και το δράμι... Τελικά ναι, θα συμφωνήσω μαζί σου, ένα δράμι δύναμη, φτάνει για να αλλάξεις την ζωή σου. Μας το επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο ήρωάς μας αυτό. Ο Λάμπρος, μικρό παιδί, μεγαλώνει δίπλα στην παγωμένη λίμνη της Καστοριάς. Η μοίρα όμως, παίρνει από κοντά του, τον πατέρα και την μητέρα του, ότι δικό του και πολυτιμότερο είχε. Μια παγωμένη λίμνη και η καρδιά του πια... Μικρό παιδί, ολομόναχο πια, φεύγει από τον τόπο που τον πλήγωσε.... Μετατρέπεται, από ένα ευαίσθητο παιδί σε ένα "γορίλα" σκληρό άνθρωπο της νύχτας. Από Λάμπρος γίνεται Νο και αργότερα Στιβι. Η ψυχή του έχει πλημμυρίσει από βία, θυμό, πόνο.... Αποζητά την εκδίκηση. Για να επιβιώσει όμως, αναγκάζεται να στραφεί στον άγριο κόσμο της νύχτας. Η σκληράδα του όμως είναι επιφανειακή. Βαθιά μέσα του παραμένει ευαίσθητος. Θα τα βάλει με τους πάντες και τα πάντα για την σωτηρία τριών γυναικών που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ζωή του....που προσπάθησαν να ζεστάνουν, έστω και για λίγο, την παγωμένη καρδιά του... Πόσα πρέπει να περάσει ακόμα, για να ξεφύγει από την μέγγενη της νύχτας; Πόσες θυσίες πρέπει να κάνει για να βρει την σωτηρία της ψυχής του και να πάρει την ζωή στα χέρια του; Να πάρει πίσω την αξιοπρέπειά του; Και όπως γράφει και ο συγγραφέας μας, "όταν τα 'χεις χάσει όλα, όταν όση δύναμη κι αν έχεις νιώθεις πως δεν αρκεί, κάνε κουράγιο, τόσο πολύ κουράγιο, που ούτε κι εσύ ο ίδιος δεν πιστεύεις στις αντοχές σου· εκείνες τις στιγμές όμως, μονάχα ένα δράμι δύναμης σου λείπει για να συμπληρώσει την ισχύ σου, να αντεπιτεθείς και ν' αλλάξεις ολόκληρη τη ζωή σου. Μονάχα ένα δράμι...."
Πολύ ωραίο νουάρ. Πρωτοπρόσωπη αφήγηση με σκληρή γραφή που ταιριάζει απόλυτα στον πρωταγωνιστή που είναι μπράβος. Ο υπόκοσμος της Αθήνας, τα ναρκωτικά, η βία, τα δύσκολα παιδικά χρόνια του μπράβου και λίγος έρωτας έκαναν το Ένα δράμι δύναμης ένα βιβλίο που το ευχαριστήθηκα
''Ευχή σ'το δίνω, μη βρεθείς στην ανάγκη των ξένων...Μόνο η μάνα σου και ο πατέρας σου είναι δικοί σου άνθρωποι...κι αν κάνουν κάποτε μια χαζομάρα όπως έκανε ο δικός μου, βρες το κουράγιο και συγχώρεσε τους, γιατί οι ξένοι, να το θυμάσαι, οι ξένοι είναι πιο παγωμένοι κι απ' τους χειρότερους κακούς.''
Είναι ένα μέρος μονάχα από όσα γράφονται στο οπισθόφυλλο του νέου βιβλίου του Γιώργου Τζιτζικάκη με τον τίτλο "Ένα δράμι δύναμης", και έχοντας ακόμα στο μυαλό μου το υπέροχο "Τ' αηδονιού το δάκρυ" απ' το οποίο κράτησα πολλές ατάκες-απόψεις που λάτρεψα, ανυπομονούσα να διαβάσω το επόμενο βήμα του συγγραφέα.
Στο νέο βιβλίου του Γιώργου Τζιτζικάκη ερχόμαστε αντιμέτωποι με έναν εντελώς διαφορετ��κό κόσμο, έναν κόσμο που δεν τον έχουμε συνηθίσει και όμως είναι τόσο κοντά μας, ζει και αναπνέει δίπλα μας. Μέσα από μια εξομολογητική και δύσκολη πορεία ζωής, ο πρωταγωνιστής μας συστήνει τον σκοτεινό κόσμο της νύχτας, τα σκοτάδια της Αθήνας και τους άγραφους νόμους του υποκόσμου. Σε Καστοριά, Βόλο, Χανιά και εντέλει Αθήνα βιώνουμε συγκινητικές αναδρομές στο παρελθόν του, μαθαίνουμε τον τόπο όπου γεννήθηκε, τις εικόνες μιας άλλης ζωής, τις στιγμές με την οικογένειά του, τα παιδικά του χρόνια και τους λόγους που άφησε τη γενέτειρα του Καστοριά. Πρόκειται για το οδοιπορικό ενός παιδιού που μεγάλωσε μόνο του, και σήμερα πλέον στην Αθήνα κινείται στον υπόκοσμο κάνοντας πράγματα τα οποία ο ίδιος δεν αντέχει, όντας ο ίδιος ένα θύμα και επιθυμώντας να αλλάξει τη ζωή του σώζοντας τρεις γυναίκες από τα δίχτυα της μαστροπείας.Το χθες με το σήμερα εναλλάσσονται με μαεστρία ώστε να γνωρίσουμε τη ζωή του, το χαρακτήρα του και πως αυτός διαμορφώθηκε με τις σχέσεις του, τις σκέψεις και τις πράξεις του. Ο κοινός παρανομαστής που κυριαρχεί στο βιβλίο: Η έλλειψη. Έλλειψη αναγκαίων υλικών αγαθών από τη παιδική ηλικία, έλλειψη αγάπης από τον περίγυρο, έλλειψη φίλων, ακόμα και έλλειψη ζεστασιάς, κι όταν κυριαρχεί η έλλειψη, τα πάντα γύρω και μέσα σου είναι κρύα, ψυχρά, έρημα.
Ένα βιβλίο που αφότου το έκλεισα, συνέχισα να σκέφτομαι τις σκηνές του και να αναρωτιέμαι σε ποια κατηγορία να το τοποθετήσω: Εν μέρει αστυνομικό λόγω της πλοκής του, κοινωνικό εφόσον αποτυπώνει μια πλευρά της κοινωνίας μας και σίγουρα ψυχολογικό μια και η ανάλυση των χαρακτήρων και των συναισθημάτων είναι το δυνατό σημείο του συγγραφέα. Είναι άμεσο, ταχύτατο, αληθινό και σκληρό όπως και η ζωή της νύχτας, και με αυτές τις σκέψεις κατέληξα πως σημασία δεν έχει σε ποια κατηγορία θα εντάξεις το "Ένα δράμι δύναμης" καθώς από μόνο του αποτελεί μια λογοτεχνική ηλιαχτίδα(ακόμα κι αν λόγω θεματολογίας κινείται στα ....σκοτάδια!!!), είναι ένα εντελώς διαφορετικό βιβλίο από άλλα βιβλία που κυκλοφορούν και επιβεβαιώνει αν μη τι άλλο πως ένας συγγραφέας, όταν έχει ταλέντο, δε φοβάται να γράψει το διαφορετικό και να αναμετρηθεί με τις δυνάμεις της γραφής του σε άλλα επίπεδα. Θα δώσω συγχαρητήρια στον συγγραφέα Γιώργο Τζιτζικάκη, περιμένουμε πολλά από την πένα του στο μέλλον, και θα κλείσω με ένα αγαπημένο απόσπασμα από το βιβλίο:
"Τόσο ξαφνικά και τόσο γρήγορα. Οι μεγαλύτερες αποφάσεις στη ζωή έτσι παίρνονται, σε μια στιγμή. Ένα δράμι δύναμης μονάχα να καταφέρεις και να βρεις, ίσα για να συμπληρώσεις όση δύναμη σου λείπει, κι έφυγες."
Το δράμι δύναμης είναι ένα βιβλίο που με προβλημάτισε. Πρώτη μου επαφή με τον συγγραφέα. Η γραφή; Θα την χαρακτήριζα ιδιαίτερη αλλά δικαιολογημένη λόγω θέματος. Η υπόθεση; Σκληρή και σε κάποια σημεία ωμή, για γερά στομάχια. Έτσι όμως φαντάζομαι ότι είναι ο κόσμος της νύχτας. Εάν μου άρεσε; Στην αρχή με δυσκόλεψε η γραφή, αλλά στην πορεία του βιβλίου καθώς την συνήθισα με κέρδισε η ιστορία. Εάν θα διάβαζα ξανά βιβλίο του συγγραφέα; Σίγουρα ναι.
Είναι ωραίο να διαβάζεις κάτι διαφορετρικό απο έναν πολλά υποσχόμενο συγγραφέα, όπως ο Γιώργος Τζιτζικάκης. Ο ωμός τρόπος γραφής που σε βάζει στα σκοτάδια της νύχτας, σε συνδυασμό με τις εναλλαγές ευαισθησίας και σκληρότητας του ήρωα, σε κάνει να ζεις την κάθε στιγμή, το κάθε συναίσθημα σαν να είσαι κι εσύ εκεί. Συγχαρητήρια, πάντα επιτυχίες!
«Ένα δράμι δύναμης», έψαχνε ο ήρωας του νέου βιβλίου του Γιώργου Τζιτζικάκη, για να κατορθώσει να φύγει από τα σκοτάδια της νύχτας και να βγει στο φως. Να καταφέρει να απελευθερωθεί από την νύχτα, να αποδώσει δικαιοσύνη και να σωθεί, να εξιλεωθεί, να σώσει μέρος από την αξιοπρέπεια του που όσοι τον χρησιμοποίησαν του την στέρησαν. Ο Νο ή Στίβι γυρίζει μετά από χρόνια απουσίας του από τα γνωστά του λημέρια με σκοπό να εντοπίσει τρεις γυναίκες, τρεις πόρνες που η καθεμιά με τον τρόπο της είχε αγγίξει ένα μέρος της ψυχής του. Γιατί παρόλο που μπήκε στην νύχτα από μικρό παιδάκι μένοντας ορφανό από γονείς , για να επιβιώσει έγινε σκληρός μόνο επιφανειακά, μέσα του βαθιά στην ψυχή του έκρυβε εκείνο το μικρό παιδί που θυμάται την ζεστή αγκαλιά της μάνας του… «Πως κάπως έτσι ήταν πάντα και εξακολουθεί να είναι η ζωή μου. Μια χιονισμένη αμμουδιά καταμεσής του καλοκαιριού. Πάνω ψυχρή, κάτω καυτή και ενδιάμεσα παγιδευμένη, μονίμως να λιώνει» Ένας μονόλογος ξεχύνεται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, μια κατάθεση ψυχής ενός ανθρώπου, που μέσα στην σαπίλα της νύχτας προσπάθησε να κρατήσει το μικρό σκατζοχεράκι ζωντανό, σφίγγει τα δόντια, τιθασεύει το θυμό του και προσπαθεί να ολοκληρώσει το σχέδιο του. Άραγε πόσες θυσίες θα χρειαστεί να κάνει μέχρι το τέλος; Και ενώ από την αρχή αποκαλύπτει όλα όσα χρειάστηκε να κάνει για να επιζήσει μέσα στην νύχτα, άρχισα να τον πονάω, να τον καταλαβαίνω, να κλαίω μέσα μου γι αυτό το μικρό παιδί που έγινε λιοντάρι για να επιζήσει , μέσα από τις σελίδες του βιβλίου ξεδιπλώνει το χειρότερο του εαυτό και αποκαλύπτει σιγά σιγά και την καρδιά του, παγωμένη, πετρωμένη που δεν πρόλαβε να αγαπήσει, που βίωσε την απώλεια χωρίς να προλάβει να θρηνήσει, που ζητάει κι αυτή μερίδιο στην αγάπη. Μέσα από τις σκηνές του βιβλίου τα συναισθήματα μεταβάλλονται συνέχεια: αγωνία, θλίψη, πόνος, αποστροφή, σοκ, συγκίνηση. Η γραφή του Γιώργου Τζιτζικάκη σε αυτό του το έργο είναι καυστική, κυνική, σκληρή όπως η ζωή της νύχτας, χρησιμοποιεί την αργκό του πεζοδρομίου για να μας δώσει μια γεύση από την ζωή της νύχτας, τους κανόνες που ισχύουν, τα αλισβερίσια ζωής και θανάτου, πισώπλατα μαχαιρώματα, ξεκαθαρίσματα λογαριασμών… Ένα μοναδικό βιβλίο, συγκλονιστικό, πολλά μπράβο στον συγγραφέα!!
ΒΙΒΛΙΟ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ - ΚΡΙΤΙΚΕΣ Λίτσα Κοντογιάννη Το καινούργιο μυθιστόρημα του Γιώργου Ελ. Τζιτζικάκη ταράζει τα νερά της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας. Ας ξεκινήσουμε από το εξώφυλλο, πολύ έξυπνο οφείλω να ομολογήσω! Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κάτι παρόμοιο, ξεχωρίζει και γράφει αμέσως στη μνήμη κάποιου που δεν θυμάται τον τίτλο του βιβλίου. Συμβολικό, με τη παλάμη παρατεταμένη σε θέση άμυνας, σαν να λέει ΑΡΚΕΤΑ, μια λέξη που στη κυριολεξία χρειάζεται μόλις ένα δράμι δύναμης για να ειπωθεί. Ο συγγραφέας εδώ μας χώνει μέσα στον σκοτεινό κόσμο της νύχτας. Ωμά, κυνικά, χωρίς ωραιοποιήσεις και με γλώσσα σκληρή, μας παρουσιάζει την απόλυτη πραγματικότητα που καμία σχέση έχει με τα ατμοσφαιρικά μυθιστορήματα noir. Μια αφήγηση απόλυτα ρεαλιστική, κινηματογραφική αλλά παράλληλα έντονα συναισθηματική, με απόλυτα ισορροπημένες εναλλαγές τόπου και χρόνου, που γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Ο ήρωας δε, ή καλύτερα ο αντι – ήρωας όχι απλώς αληθοφανής αλλά απόλυτα αληθινός, πραγματικός, που δεν του χαρίστηκε τίποτα στη ζωή. Έχει κανείς την αίσθηση πως βρίσκεται απέναντί του και αφηγείται. Αν και έχει περάσει δια πυρός και σιδήρου, κάτι που μεταμόρφωσε τη ψυχή και τη καρδιά του σε μασίφ σίδερο, αλλά υποσυνείδητα αποζητά ακόμα την αγάπη. Η γραφή του κυρίου Τζιτζικάκη μοναδική, ολοζώντανη, ακόμα πιο ώριμη σε αυτό το βιβλίο και ωριμάζει και γίνεται καλύτερη κάθε φορά, όπως ακριβώς το παλιό καλό κρασί. Ένα υπέροχο, συγκλονιστικό βιβλίο, αλλά για να μπορέσει να το απολαύσει κανείς θα πρέπει να κάνει στην άκρη τις όποιες προδιαγραφές έχει για να διαβάσει ένα βιβλίο και να έχει ένα ανοιχτό, καθαρό και νηφάλιο μυαλό. Γιώργο Τζιτζικάκη, σ’ευχαριστούμε!
Ένα μαγικό ταξίδι στα πυκνά σκοτάδια της νύχτας της Αθήνας. Εκεί που θαρρείς πως τα δύσκολα που σε βρήκαν δεν θα περάσουν ποτέ. Εκεί που βουτάς χωρίς ανάσα στα βαθιά, μα τη στιγμή που νομίζεις πως πνίγεσαι το χέρι της αγάπης σε τραβάει στο φως. Δυνατό, σκληρό, δύσκολο μα και τρυφερό συνάμα. Μοναδικά ευαίσθητο. Έτσι όπως ο Γιώργος Τζιτζικάκης μπορεί να γράφει. Μόνο η δική του πένα θα μπορούσε να σε κάνει να αγαπήσεις τόσο, έναν τόσο σκληρό άνθρωπο όπως τον Νο. Τον μπράβο της νύχτας με την τόσο πληγωμένη ψυχή. Που δεν κιοτεύει μπροστά στα σκληρά σκοτάδια της νύχτας. Που είναι ικανός για όλα, μα που λυγίζει στη θέα ενός παιδικού παιχνιδιού σε μια βιτρίνα. Που το αγοράζει για να το χαρίσει σε ένα παιδί. Σ’ εκείνον δεν χάρισε ποτέ κανείς ένα παιχνίδι… Στον Νο, που δεν έχει φρένο στα δύσκολα της νύχτας. Που γλιστράει… Μα πιάνεται από την ποδιά της μάνας του όταν τη σκέφτεται να τον κρύβει πίσω της την ώρα που τηγάνιζε λουκουμάδες για να μην τον κάψει το ζεματιστό λάδι. Πιάνεται από εκεί και βγαίνει στον ήλιο. Και αγαπάει. Και μοιράζεται. Βοηθάει και πονάει. Ένας σκαντζόχοιρος με άγρια αγκάθια που δεν αφήνει κανέναν να αγγίξει την όμορφη ψυχή του. Ένα πληγωμένο παιδί που μεγάλωσε άγρια. Που όμως όσο κι αν τον σκλήρυνε η ζωή, εκείνος άφηνε πάντα κρυφά ένα μονοπάτι της ψυχής του ανοιχτό για να ακούσει το κελαϊδισμα του Αηδονιού. Ένα συγκλονιστικό βιβλίο που αγάπησα πολύ. Που θέλει να του ρίξεις μια δεύτερη ματιά. Λίγο βαθύτερη…