Το βιβλίο, με το οποίο ο Martin Heidegger (1889-1976) πέτυχε μια ριζική τομή στον φιλοσοφικό στοχασμό του 20ού αιώνα, φέρει τον τίτλο "Είναι και χρόνος" (κυκλοφόρησε σε ελληνική μετάφραση από τις εκδόσεις "Δωδώνη"). Τι είναι, λοιπόν, ο χρόνος; Ο Χάιντεγγερ κάνει μια αποφασιστική διάκριση ανάμεσα στον "κοινότυπο" ή "καθημερινό" χρόνο, όπου ζει ο μέσος άνθρωπος λογαριάζοντας τα όντα και τα συμβάντα με βάση κάποιους αριθμούς (ώρες, ημέρες, μήνες, έτη), και στον "αρχέγονο" ή "αυθεντικό" χρόνο, στον οποίο οδηγούμαστε μόνο εφόσον αλλάζουμε τη στάση μας απέναντι στα πράγματα και αποστασιοποιούμαστε από τον καθημερινό τρόπο ύπαρξης. Ο αυθεντικός χρόνος δεν αποτελείται από τις τρεις γνωστές διαστάσεις (παρελθόν, παρόν, μέλλον), άρα δεν εκτείνεται σε ένα απέραντο παρελθόν και ένα απέραντο μέλλον είναι πεπερασμένος, γιατί συνδέεται άμεσα με την πεπερασμένη ζωή καθενός από εμάς. Σε αντίθεση προς τον καθημερινό χρόνο, που στρέφεται προπάντων προς τη διάσταση του παρόντος και προς όσα είναι παρόντα ή απόντα, ο αυθεντικός χρόνος είναι στραμμένος "εκστατικά" προπάντων προς το μέλλον. Μια τέτοια αντίληψη περί χρόνου μπορεί να θεωρηθεί πράγματι καινοτόμος, μόνο εάν δειχτεί ότι βασίζεται σε βαθιές ερευνητικές τομές πάνω στην αντίστοιχη έννοια προηγουμένων στοχαστών. Η παρούσα μελέτη διεισδύει στο ερμηνευτικό βλέμμα του Χάιντεγγερ πάνω στον χρόνο έτσι όπως τον συνέλαβε ο Ιμμάνουελ Καντ (1724-1804), και φιλοδοξεί έτσι να συμβάλει στην ανίχνευση των θεμελίων και προϋποθέσεων της Χαϊντεγγεριανής αντίληψης περί χρόνου. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Ο Γιάννης Τζαβάρας γεννήθηκε στον Πειραιά το 1950. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών (1968-73) κι έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία (1973-78). Ανακηρύχθηκε διδάκτωρ φιλοσοφίας από το Πανεπιστήμιο του Μονάχου το 1978 χάρη στην εργασία Bewegung bei Kierkegaard [= Η Κίνηση κατά τον Κίρκεγκωρ]. Από το 1979 διδάσκει φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, αρχικά (1979-84) ως ειδικός επιστήμων, στη συνέχεια (1984-90) ως επίκουρος καθηγητής, ως αναπληρωτής καθηγητής (1991-97) και από το 1997 έως σήμερα ως καθηγητής.
Η πρόθεση του συγγραφέα είναι "εισαγωγική" και, κατά τα φαινόμενα, διασαφητική των συμβολικών σχημάτων του πρώιμου Χάιντεγκερ, υπό το φως των επιρροών τους στην υπερβατολογική ανάλυση της ΚΚΛ του Καντ. Παραμένει, εντούτοις, απλώς πρόθεση, όχι επίτευγμα. Η ανάλυση της ΚΚΛ είναι ικανοποιητική, μα δεν μπορώ να πω το ίδιο και για την χαιντεγγεριανή. Ίσια ίσια, ο συγγραφέας αντί να αναδείξει την καντιανή "κληρονομιά" με τρόπο γόνιμο, εγκλωβίζει τα χαιντεγγεριανά σύμβολα στην καντιανή τους κοινοτοπία. Η αδυναμία αυτή για μια γνήσια πρόσβαση στο πρόβλημα της χαιντεγγεριανής χρονικότητας έχει να κάνει κυρίως με την επιμονή του στο κυνήγι της καντιανής λεξιθηρίας που ,πέραν του ότι αποθαρρύνει και κουράζει, δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να νιώσει και να οικειοποιηθεί την χαιντεγγεριανή σκέψη στην ριζικότητα που της αναλογεί. Από την στιγμή που η βλέψη του συγγραφέα παραμένει δέσμια των ερμηνευτικών της αποφάσεων, ο Χάιντεγκερ παρουσιάζεται , κατά την γνώμη μου, είτε από σκοπού είτε όχι ως νεο-καντιανός.
Δεν προτείνω το βιβλίο α) σε εκείνον που επιχειρεί τα πρώτα του διαβάσματα στο χώρο της χαιντεγγεριανής σκέψης, β) σε όποιον θέλει να βρει στην χαιντεγγεριανή σκέψη, έξω από τις οντολογικές διχοτομήσεις της νεωτερικής παράδοσης, ένα βαθύ αντι-μεταφυσικό νόημα.