Στο βιβλίο αυτό συγκεντρώνονται κείμενα που γράφτηκαν στο διάστημα μιας δεκαπενταετίας. Τα ζητήματα που τίθενται μπορούν να περιγραφούν ως συνδεόμενα με μια σειρά από διαπλεκόμενα ζεύγη εννοιών: το σαφές και το σκοτεινό, το ψηφιακό και το αναλογικό, το γνωσιακό και το συγκινησιακό, το κοινωνικοϊστορικό και το βιολογικό -πάντα στον χώρο της γλώσσας. Ο αναγνώστης μπορεί να παρακολουθήσει μέσα από τη διερεύνηση μιας σειράς θεμάτων, ειδικότερων και γενικότερων, τη διαπλοκή αυτών ακριβώς των συστατικών που ορίζουν τη φύση της γλώσσας.
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1946, όπου και τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του (απόφοιτος του Πειραματικού Σχολείου Θεσσαλονίκης). Το 1968 πήρε το πτυχίο του από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. και με υποτροφία του Βρετανικού Συμβουλίου έφυγε για μεταπτυχιακές σπουδές στο Cambridge, όπου παρακολούθησε το Τμήμα Κλασικών Γλωσσών. Απέκτησε το Β.Α. το 1970 με εξαιρετικές επιδόσεις επιτυγχάνοντας έτσι τη χορήγηση νέων υποτροφιών. Στο διάστημα 1970-1971 ασχολήθηκε με την έρευνα της γραμμικής Β υπό την εποπτεία του καθηγητή J. Chadwick. Το 1972 με ειδική εργασία (On relative and complement clauses) έγινε κάτοχος του Diploma in General Linguistics και το 1974 του Μ.Α. Το 1977 του απονεμήθηκε ο τίτλος του διδάκτορα από το Πανεπιστήμιο του Cambridge (τίτλος διδακτορικής διατριβής: Adverbials: A study in the theory and practice of Transformational Generative Grammar· επόπτες: καθηγητές Sommerstein και Comrie· εξεταστές: καθηγητές Moore και Lyons). Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο εξωτερικό δίδαξε κατά καιρούς γλωσσολογία και νέα ελληνικά στο Cambridge και το Birmingham.
To 1976 έγινε βοηθός στο τότε Τμήμα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. και το 1978 επιμελητής. Το 1984 εκλέχτηκε επίκουρος καθηγητής (γνωστικό αντικείμενο: γενική γλωσσολογία με ειδίκευση στη θεωρία της σύνταξης) του μετέπειτα Τμήματος Φιλολογίας (Τομέας Γλωσσολογίας), το 1990 αναπληρωτής και το 1994 τακτικός καθηγητής. Υπήρξε από τους πρωτεργάτες των ετήσιων συναντήσεων του Τομέα Γλωσσολογίας, στον οποίο συνεισέφερε πολλαπλώς - εκτός των άλλων, με την οργάνωση της βιβλιοθήκης του Τομέα και με τη διοργάνωση συνεδρίων σε συνεργασία με άλλα πανεπιστημιακά τμήματα. Το εκπαιδευτικό του έργο υπήρξε ιδιαίτερα εμπνευσμένο, ενώ η συνεισφορά του στο πανεπιστημιακό πλαίσιο ήταν πολύπτυχη: από το 1995 μέλος του Δ.Σ. και από το 2000 γενικός γραμματέας του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη], από το 1995 μέχρι το 2004 μέλος της Επιτροπής Εποπτείας του Σχολείου Ελληνικής Γλώσσας του Α.Π.Θ.
Η επιστημονική του παραγωγή χαρακτηρίζεται από ένα αξιοθαύμαστο εύρος: θεωρία της γλώσσας, ιστορική σημασιολογία, σύνταξη, περιγραφή της νέας ελληνικής, ιστορία της αρχαίας ελληνικής, αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι, ζητήματα της σχέσης γλώσσας και κοινωνίας, γλωσσικές πολιτικές, αρχαιολογικές και φιλολογικές μελέτες, επιγραφικές-γλωσσολογικές μελέτες (κυπριακές συλλαβικές επιγραφές, καρικά, σημιτικές γλώσσες και σημιτική επιγραφική). Από το 1987 άρχισε να παρεμβαίνει δημόσια (τηλεόραση και Τύπο) στις συζητήσεις για το σύγχρονο «γλωσσικό ζήτημα», την εισαγωγή της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στο γυμνάσιο και γενικότερα για ζητήματα γλωσσικής ιδεολογίας και πολιτικής.
Από το 1976 ο Α.-Φ. Χριστίδης υπήρξε μέλος της ομάδας για τη μελέτη των χρηστηρίων ελασμάτων του Μαντείου της Δωδώνης, μαζί με τον Σ. Δάκαρη, καθηγητή αρχαιολογίας του Παν/μίου Ιωαννίνων, και την Ιουλία Βοκοτοπούλου, έφορο -τότε- αρχαιοτήτων Ηπείρου και μετέπειτα διευθύντρια του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για 1453 μολύβδινα πινάκια, στα οποία καταγράφονται, πολλές φορές επάλληλα, περί τις 4000 επιγραφές μέσα από τις οποίες αναδεικνύεται το διαλεκτικό και πολιτισμικό πανόραμα της αρχαιότητας. Για τον σκοπό αυτό, ο Α.-Φ. Χριστίδης έφυγε το 1982-1983 με υποτροφία του Βρετανικού Συμβουλίου στη Σχολή Κλασικών Σπουδών του Cambridge, ενώ η προσέγγιση και μελέτη του υλικού από μέρους του υπήρξε συστηματική και αδιάλειπτη για περισσότερο από 25 χρόνια. Από το 1996, μετά τον θάνατο της Ιουλίας Βοτοκοτοπούλου και του Σωτήρη Δάκαρη, υπήρξε ο τελευταίος εναπομείνας της ομάδας, ο οποίος συνεχίζοντας τη μελέτη των ελασμάτων πρόλαβε σχεδόν να ολοκληρώσει το κολοσσιαίο αυτό έργο, το οποίο πρόκειται να εκδοθεί από την Αρχαιολογική Εταιρεία.
Ο Α.-Φ. Χριστίδης υπήρξε από τους πρωτεργάτες του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας. Από την εποχή της ίδρυσης του ΚΕΓ (1994) και μέχρι τον θάνατό του διετέλεσε διευθυντής του Τμήματος Γλωσσολογίας και μέλος του Δ