Τούτη η ιστορία δεν είναι γέννημα του μυαλού, σε μια ώρα πούχε ξανάψει κι αναζούσε στο πυρρό ξεφάντωμά του παπόρια και φουρτουνιασμένες θάλασσες, μα αληθινή. Μοναχά τα ονόματα είναι ξαλλαγμένα. Μια ιστορία, που συνέβηκε εδώ και κάμποσο καιρό, πέρα κατά το νοτιά, στα απέραντα νερά της Κίνας και που στάθηκε τόσο σημαδιακή για τη ζωή και το μόχτο τού ναυτικού, που ακόμα και τώρα την αναθυμούνται οι γέροι, οι απόμαχοι θαλασσινοί της Αιγνούσας, στους καφενέδες του μικρού νησιού, ψηλά στη Χίο, σα φυσούνε δυνατοί διαολεμένοι πουνεντογάρμπηδες, π΄ αποζητούνε να ξεσηκώσουν δέντρα και σπίτια, να ξορίσουν πλεούμενα στη στερηά κι αιστάνουνται - παίρνουμε όρκο, πως δε λέμε μεγάλο λόγο - ασήκωτα σύγκρυα στη ράχη τους... (Χρήστος Λεβάντας)
Πρωτοεκδόθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1956, με πρόλογο του Στρατή Τσίρκα. Θεωρείται ένα από τα καλύτερα λογοτεχνήματα για την θάλασσα.
Ο Χρήστος Λεβάντας γεννήθηκε στον Πειραιά. Το πραγματικό του όνομα ήταν Κυριάκος Χατζιδάκης και καταγόταν από το Φόδελε του νομού Ηρακλείου της Κρήτης. Ορφάνεψε σε παιδική ηλικία και η ανέχεια τον ανάγκασε να εργαστεί από μικρός και του στέρησε τη δυνατότητα σπουδών. Από το 1922 μπήκε στο χώρο της επαγγελματικής δημοσιογραφίας αρθρογραφώντας σε πειραϊκές εφημερίδες. Πέθανε στον Πειραιά.
Από την καθημερινή ζωή στη γενέτειρά του, την οποία παρακολουθούσε από κοντά λόγω επαγγέλματος, άντλησε και τα θέματα των πεζογραφικών έργων του. Ήδη από το 1921 άρχισε να δημοσιεύει διηγήματα στο περιοδικό Μποέμ, ενώ υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Λογοτεχνικού και Καλλιτεχνικού Ομίλου Πειραιώς και συνεργάτης της Εφημερίδας των Νέων. Το 1923 πραγματοποίησε την πρώτη έκδοση έργου του, της συλλογής διηγημάτων Στο μεθύσι του πόνου. Από το 1958 και για δύο χρόνια επανεξέδωσε το Περιοδικό μας, που είχε ιδρύσει ο Γεράσιμος Βώκος.
Ο Χρήστος Λεβάντας τοποθετείται ανάμεσα στους έλληνες πεζογράφους του μεσοπολέμου. Θαυμαστής του Δημοσθένη Βουτυρά, τον οποίο αναγνώριζε ο ίδιος ως δάσκαλό του, στράφηκε από τα πρώτα βήματά του προς τη διηγηματογραφία, η οποία καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του έργου του. Η γραφή του είναι λιτή, ρεαλιστική και στοχεύει στην κατάδειξη των κακουχιών της ζωής των κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων. Η οπτική του, παρά τις συχνές ζωηρές περιγραφές συναισθημάτων και καταστάσεων απέχει από την ψυχρή αντικειμενικότητα του νατουραλισμού και κάποτε φτάνει σε εξιδανικευτικές απλουστεύσεις που μειώνουν τη δραστικότητα του λόγου. Τον κυρίαρχο τόνο στο έργο του Λεβάντα δίνει η ανθρωπιστική διάθεση και η συμπάθεια (με την έννοια του συμπάσχειν) με την οποία προσεγγίζει τους ήρωές του. Στην ειλικρίνεια των συναισθημάτων του έγκειται και η δύναμη του έργου του.
Μοναδική παρένθεση στη σχεδόν αποκλειστικά διηγηματογραφική παραγωγή του Λεβάντα αποτέλεσε το εκτενέστερο αφήγημα Πορεία κοντά στον τυφώνα, έργο που τοποθετείται ανάμεσα στα καλύτερά του και παράλληλα στα καλύτερα νεοελληνικά θαλασσινά πεζογραφήματα.
Τι καταπληκτικό που ήταν! Πότισα ώς το κόκκαλο κι εγώ μαζί με τους ναυτικούς διαβάζοντάς το. Κρίμα που έχει ξεχαστεί τελείως αυτό το μοναδικό αφήγημα κι είναι πλήρως εξαντλημένο δεκαετίες τώρα.