Ζουν στην καρδιά ενός αποσαθρωμένου κοινωνικού ιστού. Στη σύγχρονη Αθήνα, όπου όλοι βιάζονται, θέλουν, καταναλώνουν. Είναι ο συμβιβασμός. Άνθρωποι αθέατοι πίσω απ’ τις κλειστές πόρτες. Αθέατο και το αίμα τους που χύνουν για τους άλλους, αυτούς που τους νοικιάζουν το παρόν με πρόφαση τους νόμους της αγοράς και την τεχνοκρατική υπεροχή. Οι ζωές τους ιστορούνται με αφηγηματική ένταση. Μπροστά στο θάνατο και στο πεπρωμένο, ο φόβος τους γίνεται λαχτάρα για τον έρωτα, την αγάπη, το πατρικό σπίτι. Δέκα διηγήματα που ηχούν όμοια με ρεμπέτικο μινόρε.
Η Μάρτυ Λάμπρου, αφού μας ταξίδεψε «Με λυμένο χειρόφρενο» επιστρέφει με μια συλλογή εννιά διηγημάτων, που ποικίλουν σε κεντρική ιδέα, εξέλιξη της πλοκής και σκέψεις.
Η Γκαλίνα και ο Μπόρις από την Τυφλίδα ζουν δύσκολες και σκληρές στιγμές στην Αθήνα που τους υποδέχτηκε, ζώντας σε ακάλυπτο, η Μία, με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Πάολα, διαπρέπει στον χώρο του τηλεφωνικού σεξ, η Ζωή παίρνει ένα λεωφορείο που θα της αλλάξει τη ζωή (στο «Ενοικιάζεται το παρόν» και είναι το καλύτερο διήγημα της συλλογής) και πολλές άλλες ιστορίες, οι οποίες συγκροτούν μια ενότητα που αναφέρεται σε συνοικίες όπως η Κυψέλη, ο Σταθμός Λαρίσης, το Μπουρνάζι, που φωτογραφίζει ανθρώπους λιτούς, καθημερινούς, μοναχικούς...
Περιοχές της Αθήνας και αποσπάσματα από την καθημερινότητα έρχονται να ζωντανέψουν μπροστά στα μάτια του αναγνώστη, θυμίζοντάς του δικές του καταστάσεις, σεργιανώντας τον σε μέρη που θέλει να περπατήσει ή και να αποφύγει. Η γραφή είναι υπέροχη, οι λέξεις συγκροτούν κάθε φορά κι ένα διαφορετικό πλαίσιο, τα πρόσωπα που αφηγούνται τις ιστορίες τους καπου τα έχω δει ή ακούσει, για κάποια αδιαφόρησα ακόμη κι εγώ στη ζωή μου και προσπέρασα. Κάποια διηγήματα ρεαλιστικά, κάποια με βαθύτερο νόημα και χιλιάδες υπόνοιες, που εμφανίζονται σε μια δεύτερη ανάγνωση, συνολικά ένα ακόμη διαλεχτό βήμα από μια ταλαντούχα συγγραφέα.
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
«Το μόνο που τους ένωνε πια ως οικογένεια ήταν το πρόγραμμα κινητής τηλεφωνίας απεριορίστου χρόνου ομιλίας. Και ας μην είχαν τι να πουν» (σελ. 38).
«Όλοι με τα κινητά στα χέρια. «Τι σκέφτεσαι;» να τους ρωτάει το facebook, λες και σκέφτονταν. «Τι σπούδασες;», λες και θα τους έβρισκε δουλειά» (σελ. 129).
Μια πολύ ενδιαφέρουσα συλλογή διηγημάτων είναι το «Ενοικιάζεται το παρόν». Ένα βιβλίο που δεν σε αφήνει να το παρατήσεις στο δεύτερο διήγημα- συχνή πρακτική μου- αλλά σε αναγκάζει να το τελειώσεις. Η συγγραφέας του έχει φανερά διεισδυτική ματιά· στον τόπο, τον χρόνο και τους ανθρώπους που μας περιβάλλουν. Άλλοτε αρκείται να είναι ωτακουστής των ηρώων της, αφήνοντάς τους να διηγούνται σε αγνώστους στα ΜΜΜ ή στην τράπεζα, τη ζωή τους. Κι άλλοτε τους ακολουθεί σε αυτές τις ζωές, που μοιάζουν να μην έχουν άλλο προορισμό παρά τον θάνατο. Δεν υπάρχει ματαίωση, γιατί οι ήρωες της δεν έχουν πια όνειρα.
Η γλώσσα είναι εξαιρετική, ενώ η ατμόσφαιρα ζοφερή. Συνήθως καταλήγει σε μια υπόγεια πικρία, με μισοχαμόγελο, με μαύρο χιούμορ. Οι χαρακτήρες, αποκομμένοι από ο,τι είναι σημαντικό, ψάχνουν να πιαστούν από κάπου, έναν έρωτα, μια δουλειά, τους γονείς, τα παιδιά. Η κόλαση είμαστε εμείς και οι άλλοι. Φόντο είναι το αστικό τοπίο, βουτηγμένο στην κρίση- την οικονομική, των αξιών, των ελπίδων. Η Μάρτυ Λάμπρου μας μιλά για τον «μέσο άνθρωπο», που δεν υπάρχει, που δεν μπορεί να υπάρξει.
Αγαπημένος μου ο έφηβος με την μόλις αποκτηθείσα κάμερα, που την εστιάζει ανάμικτα σε δικούς και ξένους. Αυτός νομίζω είναι το άλτερ ίγκο της ίδιας της συγγραφέως, αίμα της. Είναι το βλέμμα της στα πράγματα.
Αλλά και η κοπέλα με την δουλίτσα στο δημόσιο, και το τριαμισάρι με το δάνειο, που τακτοποιήθηκε πια. Την τακτοποίησαν για την ακρίβεια. Τι παράπονο να έχει.
Κι εκείνο το κοριτσάκι στο τρένο, που αρέσκεται να φτιάχνει ιστορίες. Αυτό είναι το δικό μου άλτερ ίγκο.
Τα διηγήματα της Μάρτυ Λάμπρου δεν έχουν ξαφνικές ανατροπές, ούτε περίτεχνη πλοκή. Αν συμβεί το αναπάντεχο, αυτό γίνει θα είναι με τρόπο υπόγειο, υπόκωφο. Κάποτε η ανατροπή είναι η ίδια η μίζερη πραγματικότητα, που συνεχίζει αδιάκοπη, παρ’ όλα όσα νιώθουν οι ήρωες. Παρόλο τον πόνο. Η βία που κρύβει η αδιασάλευτη ρουτίνα, η ζωή που την έζησαν «όπως έπρεπε».
Πάντως, αν κάτι ξεχωρίζει αυτό το βιβλίο από τα άλλα είναι η ενότητα. Τα κείμενα, αν και διαφορετικά μεταξύ τους, ξέρεις καλά πως γράφτηκαν από τον ίδιο άνθρωπο, με τον ίδιο σκοπό, πως συμπληρώνει το ένα το άλλο, παρά αφαιρεί. Κι αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα σε κάθε συλλογή διηγημάτων. Η Μάρτυ Λάμπρου το κέρδισε.