Δώδεκα γράμματα ενός φυλακισμένου σε μια άγνωστη, γεμάτα μοναξιά, πικρία και πάθος. Η γραφή μεστή, μαγευτική. Ο τρόπος που αποκαλύπτονται οι πληροφορίες για τη ζωή του αποστολέα, και για την κατάληξή του, υπέροχος. Το τέλος συγκινητικό, αλλά και αναπόφευκτο. Το βιβλίο, ένα πραγματικό διαμάντι.
Eκπληκτικό και σπάνιο βιβλίο!Ο επιστολικός λόγος προβληματίζει χωρίς να κηρύττει. Κάθε γραμματόσημο έχει τη δική του μοναδική αξία. Δεν περίμενα να συγκινηθώ τόσο με τον επίλογο.
12 γράμματα. 12 μήνες. Στους φυλακισμένους επιτρέπουν να στέλνουν μόνο ένα γραμμα τον μήνα. Η αλληλογραφία στα τυφλά ενός καταδικου με μια άγνωστη γυναίκα στο Παρίσι, αλλά στην πραγματικότητα η αλληλογραφία με τον εαυτό του - η τελευταία ή και η μόνη του διέξοδος σε μια ζωή καταδικασμένη στο να μη ζει - η ενδοσκόπηση, η ελπίδα, το σκίρτημα, το πάθος για ζωή το πάθος για έρωτα- ο έρωτας χωρίς αντίκρυσμα, ο άυλος έρωτας, ο χωρίς υπόταση έρωτας. Η τρυφερότητα, η λυρικότητα, η ανάγκη να προσφέρεις, η ανάγκη ν' αποδείξεις (πρώτα απ' όλα στον εαυτό σου) ότι ζεις. Ότι είσαι εδώ, ακόμη, ανάμεσα στους ζωντανούς.
Λυρική κι Ευαισθησία
Με συγκίνησε βαθύτατα
"Υ.Γ. Σ' έχω κρύψει στο κελί μου, μαζί με τον λιγοστό ήλιο που κράτησα από το καλοκαίρι."
Με τον έρωτα, την απώλεια, την ελευθερία, τον θάνατο ασχολείται ο Δάνης Κουμασίδης σε αυτή την μικρή επιστολική νουβέλα που εκδόθηκε την άνοιξη από τον Κέδρο. Δώδεκα γραμματόσημα στον τοίχο, δώδεκα επιστολές ενός ανθρώπου που βρίσκεται φυλακισμένος στη Μαρτινίκα, κρατούμενος που ποτέ δεν έχει δει άλλους κρατούμενους, μόνο τους φρουρούς του κι ένα κομματάκι ουρανό.
Μια φορά σε αυτόν τον ουρανό είδε ένα αερόστατο κι αυτό άλλαξε όλη την διάθεσή του· έτσι και τα γράμματά του προς την νεαρή Ροζαλί Μεντώ που μένει στο Παρίσι και ποτέ δεν διευκρινίζεται πώς κατέληξαν να αλληλογραφούν, είναι το αερόστατο στον ουρανό του, η αλλαγή που του δίνει ελπίδα και αξιοπρέπεια. Και το βλέπουμε από το πρώτο ως το τελευταίο γράμμα, για χάρη της ο ήρωας- συγκρατημένος στην αρχή και μετά όλο και πιο τολμηρός- γίνεται ηθικός. Ηθικός ως προς τον εαυτό του: αργά και σταθερά η αφήγησή του περιέχει όλο και περισσότερες αλήθειες, απλώνεται, ξεθαρρεύει ερωτικά χωρίς να γίνεται χυδαία, μιλά για τον εγκλεισμό και την έλλειψη ελευθερίας με νηφαλιότητα.
Ο ήρωας είναι συμπαθητικός. Αυτό είναι το εντυπωσιακό. Είναι ένας άνθρωπος σε πτώση, στη χειρότερη θέση, που δεν γκρινιάζει ούτε αμπελοσοφεί, είναι ένας άντρας μετρημένος. Κι ό,τι λογοτεχνικές ή φιλοσοφικές καταβολές κι αν έχει, ποτέ δεν τις επιδεικνύει, βγαίνουν από τον λόγο του αβίαστα. Έτσι πιθανότατα γοητεύει την νεαρή Ροζαλί για να συνεχίσει να του στέλνει γράμματα.
Τα γράμματά της δεν τα διαβάζουμε ποτέ. Μόνο τα δικά του. Σε αυτά δεν μιλάει ποτέ για το τέλος. Ο θάνατος δεν εμφανίζεται παρά την τελευταία ώρα. Ο συγγραφέας, ενώ γράφει για ένα μάλλον ανοίκειο θέμα, με τρόπο παλιό, κατορθώνει να μιλήσει έτσι για το βασικό τρίπτυχο κάθε ανθρώπινης ζωής.
Απόλαυσα τις επιστολές, θα ήθελα, δεν το κρύβω, το μικρό βιβλίο να συνεχίσει κι άλλο, η Ροζαλί να μην μείνει κρυμμένη στην αιωνιότητα. Αλλά αυτή η λιτότητα είναι το βασικό του προτέρημα. Αυτή, και ο λόγος, απέριττος, χωρίς στολίδια, προσεγμένος αλλά πουθενά επιτηδευμένος. Θα διαβάσω με σιγουριά κι άλλα βιβλία του Κουμασίδη στο μέλλον.
Ένα μικρό και πανέμορφο ανθολόγιο δώδεκα επιστολών ενός κρατούμενου στη Μαρτινίκα προς μια απροσδιόριστη νεαρή παραλήπτρια, την Ροζαλί από το Κλισί.
Εξαιρετικά απαλό και όμορφο στη λιτότητα των ολιγοσέλιδων επιστολών, με μικρές αλλά προσεγμένες και καίριες ποιητικές σφήνες. Η ανυπαρξία του Θεού για την ελεύθερη και νεαρή Ροζαλί συνομιλεί με την ανυπαρξία του ανθρώπου για τον ανώνυμο κρατούμενο που συνεχώς προσπαθεί να απελευθερώσει το πνεύμα του (και κατ' αντιστοιχία, την ποιητική στο λόγο του), αλλά όλο αυτοσυγκρατείται μπροστά στο μάταιο της φυλακής του σώματός του.
Προτείνεται ως παρέα για ένα χαλαρό πρωινό, κατά προτίμηση με θέα την θάλασσα (σε κοντράστ με την περιορισμένη λωρίδα ορατότητας του κρατούμενου), έναν αργόσυρτο καφέ και συνοδεία Rene Aubry.
12 μήνες, 12 γράμματα. Η αλληλογραφία ενός έγκλειστου με μια άγνωστη. Γράμματα γεμάτα μοναξιά, γεμάτα σκέψεις που γίνονται εικόνες, τραγούδια που δημιουργεί η σιωπή, παράθυρα στο κόσμο εκεί έξω, αισθήματα που η απομόνωση τα γιγαντώνει. Αρκετά καλή προσπάθεια αλλά μου έμεινε η εντύπωση ότι κάτι λείπει.
Παρόλο που δεν μου πολυαρέσει η επιστολική λογοτεχνία μου έχει τύχει να διαβάσω μερικά διαμαντάκια της. Όσο δε για την ερωτική, την αποφεύγω σθεναρά. Τούτο δω όμως είναι ένα ακατέργαστο μεν ακόμη δείγμα τους, διαμαντάκι όμως δε!
Ένα πολύ γλυκό και ιδιαίτερο βιβλίο. Ένα βιβλίο που μας δείχνει πως η ελπίδα μπορεί να μας κρατήσει στην ζωή και να την χαιρόμαστε ακόμα και αν βλέπουμε το τέλος μας να έρχεται.
Δώδεκα μήνες, δώδεκα επιστολές, δώδεκα γραμματόσημα στον τοίχο Προς τη Ροζαλί Μεντώ Οδός Νταρσέ 21 Περιοχή Κλισί Παρίσι Γαλλία. Ένας κρατούμενος στην Μαρτινίκα που υπογράφει τις επιστολές του ως «Εγώ». Κι αυτό γιατί «ώρες ώρες πρέπει να επαναλαμβάνω στον εαυτό μου πως είμαι εγώ…» Βρίσκεται φυλακισμένος στη μέση του ωκεανού, δίχως ωστόσο να μπορεί να ξεδιψάσει –όπως εκμυστηρεύεται κι ο ίδιος μέσα από τα γράμματά του στην Ροζαλί– σαν βιβλική τιμωρία. Εκείνη είναι η μοναδική επαφή του με τον έξω κόσμο. Κι όμως, δεν ζητάει να μάθει τα «μεγάλα» νέα του κόσμου, μα τα «μικρά» και καθημερινά της ζωής αυτής της νεαρής γυναίκας. Γράμματα γεμάτα μοναξιά, απομόνωση, σκέψεις, προβληματισμούς, και ταυτόχρονα γλυκά και τρυφερά. Φυσικά πρόκειται για επιστολική λογοτεχνία, πράγμα που σημαίνει πως γνωρίζουμε τους χαρακτήρες και τις ιστορίες τους όσο μας το επιτρέπει αυτό το είδος. Εκείνο που μου άρεσε ήταν πως, παρά το μικρό του μέγεθος, δεν το διάβασα κατευθείαν – μονορούφι. Μου πήρε δώδεκα μέρες. Μία επιστολή κάθε απόγευμα. Και ήταν λίγο σαν να ήμουνα εγώ η Ροζαλί και να περίμενα τα γράμματα του «Εγώ» καθισμένη στην πολυθρόνα μου, με ένα γλυκόπικρο χαμόγελο στα χείλη.
Πρόκειται για ένα βιβλίο με επιστολικό χαρακτήρα κι όπως ονοματίζει ο τίτλος θα ο αναγνώστης διαβάζει 12 επιστολές του φυλακισμένου ήρωα προς την Ροζαλί. Πρόκειται για ένα καλογραμμένο βιβλίο καθώς ο συγγραφέας φαίνεται να γνωρίζει πότε κάποιος γράφει λογοτεχνία και πότε δεν γράφει. Οι ήρωες παρουσιάζονται τόσο όσο επιτρέπεται από τον συγγραφέα... Η Ροζαλί είναι απούσα, δεν γνωρίζει ο αναγνώστης περισσότερα στοιχεία εκτός από όσα δίνονται φειδωλά από τον ήρωα. Όσον αφορά τον κεντρικό ήρωα φθάνουμε στις τελευταίες σελίδες για να κατανοήσουμε τον λόγο της φυλάκισής του αλλά και το όνομά του που τελικά δεν φανερώνεται αλλά συστήνεται ως ο κρατούμενος με τον αριθμό 7. Δεν μπόρεσα να φανταστώ το τέλος του βιβλίου γεγονός που τοποθετώ στα προτερήματα του βιβλίου. Ένα βιβλία που αναπτύσσει το συναίσθημα της πίκρας ενώ μας μαθαίνει ότι ο άνθρωπος πάντα βρίσκει έναν τρόπο για να βρίσκει κουράγιο τις δύσκολες στιγμές...
Να πώς γίνεται ένα βιβλίο να είναι απλό στη σύλληψή του, απλό και αληθινό στη γραφή του αλλά τελικά δυνατό στον αντίκτυπό του. Είναι από τα βιβλία που τα διαβάζεις και μετά σκέφτεσαι...και μετά τα σκέφτεσαι. Είναι, δηλαδή, ένα καλό βιβλίο.