Όλα αυτά τα βράδια που σκεφτόμουν όσα έτυχαν στη ζωή μου, από τότε που ήμουν ένα μικρό παιδί στο κρεβάτι έως σήμερα που έκλεισα τα ογδόντα δύο, ποτέ μου δεν ονειρεύτηκα τόσο συχνά και τόσο πολύ καμιά άλλη εικόνα από το παρελθόν, όσο το να παίζω… Ούτε παλιές γνωριμίες, ούτε αγαπημένες μορφές, ούτε ταξίδια στον κόσμο, ούτε τα καθημερινά φυσιολογικά όνειρα. Ονειρευόμουν μόνο ότι παίζω. Ότι παίζω μπάλα στο γήπεδο με όλους τους παλιούς αγαπημένους συμπαίκτες μου και τους αντιπάλους… Ότι παίζω είτε στη Λεωφόρο, είτε στον δρόμο στην Κατοχή με το πάνινο τόπι, είτε στο Παρίσι, στο Τορίνο, στη Βαρσοβία, στη Νέα Υόρκη, στη Μελβούρνη, στην Πράγα, στο γήπεδο της γειτονιάς μου με τις αμυγδαλιές. Σε αυτά τα όνειρά μου δεν με ενδιέφερε να ξέρω αν τα γκολ τα έβαλα τότε στον ΠΑΟΚ, στο «αήττητο» πρωτάθλημα ή αν τα έβαλα στη Σάντος, στη Ρώμη, στη Γαλατασαράι ή σε ένα φιλικό παιχνίδι της Τετάρτης.
Για μένα όσο θα υπάρχει η Λεωφόρος θα υπάρχουν και τo όνειρo. Και αυτό το δικό μου όνειρο δεν θα μπορέσει να μου το πάρει κανείς.
Είχα την τύχη να γνωρίσω τον Δημήτρη Θεοφάνη στα πρώτα μου βήματα στην αθλητική δημοσιογραφία. Εκείνος πολύπειρος προπονητής στη Δόξα Βύρωνα και με βαρύ όνομα ως βασικό στέλεχος του Παναθηναϊκού επί μία δεκαετία, εγώ νεαρός και άβγαλτος ρεπόρτερ στην Αθλητική Ηχώ. Δεν γίνεται να ξεχάσω το δέος που ένιωθα την πρώτη φορά που τον πήρα τηλέφωνο, κάπου στον Νοέμβριο του 1995, όπως δεν ξεχνιέται και η χαρά της συνεργασίας μαζί του στον ενάμισι περίπου χρόνο που ακολούθησε, αφού στο μεταξύ κέρδισα την εμπιστοσύνη του και τη συμπάθειά του.
Με τα χρόνια χαθήκαμε και ομολογώ ότι η είδηση της κυκλοφορίας του βιβλίου του δεν με είχε συγκινήσει αρχικά, ίσως επειδή δεν είχα εντυπωσιαστεί από τις αντίστοιχες εκδόσεις άλλων μεγάλων ποδοσφαιριστών του παρελθόντος. Γι' αυτό άφησα να περάσουν τρία χρόνια μέχρι να το αγοράσω, μέχρι που το έκανα πριν τις φετινές γιορτές, για να συνειδητοποιήσω πολύ γρήγορα πόσο μεγάλο λάθος είχα κάνει. Γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τον έμφυτο αυτοσαρκασμό του Θεοφάνη -βασικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου με χιούμορ- θα έπρεπε να περιμένω ότι δεν θα γινόταν να εκδώσει μία συνηθισμένη ποδοσφαιρική αυτοβιογραφία, η οποία θα ωραιοποιούσε καταστάσεις και θα στεκόταν μόνο στις μεγάλες στιγμές της πλούσιας καριέρας του.
Το βιβλίο, βασικά, δεν θα το χαρακτήριζαν καν αυτογραφία, αλλά ένα βιωματικό αφήγημα, το δυνατό "χαρτί" του οποίου είναι το πρώτο του μέρος. Ο (γεννηθείς το 1933) Θεοφάνης καταφέρνει να συνδυάσει περίτεχνα στην αφήγησή του αθώες στιγμές των παιδικών του χρόνων, με ανατριχιαστικά γεγονότα που έζησε στην Κατοχή και τον Εμφύλιο, χωρίς να παραλείπει να αναφερθεί στα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα, στους δρόμους του Βύρωνα, αλλά και την πρώτη του επίσκεψη στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, στο οποίο έμελλε μερικά χρόνια αργότερα να μεγαλουργήσει φορώντας τη φανέλα του Παναθηναϊκού.
Η ανάγνωση συνεχίζεται με την ίδια λαχτάρα και στο δεύτερο μέρος, όπου ο Θεοφάνης συνδυάζει με την ίδια μαεστρία αμιγώς ποδοσφαιρικά γεγονότα με σπαρταριστά περιστατικά -όπως το μεθύσι του πριν από έναν αγώνα με την Εθνική Ενόπλων κόντρα στη Γαλλία, που είχε ως συνέπεια να βάλει... αυτογκόλ χωρίς να το καταλάβει. Ωστόσο, η αφήγηση να κάνει μία μικρή "κοιλιά" στη συνέχεια, με την επαναλαμβανόμενη αναφορά του συγγραφέα στις... μπουρδελότσαρκες στα ταξίδια στο εξωτερικό και στον έρωτά του με την πράσινη τσόχα. Ευτυχώς, όμως, το τρίτο μέρος έρχεται να σώσει την κατάσταση. Ως προπονητής, ο Λώρης (παρατσούκλι που προέρχεται από τον αξέχαστο "Λιγνό" του σινεμά, Σταν Λόρελ) δεν ακολούθησε... συνηθισμένη πορεία και ιδίως τα περιστατικά που περιγράφει από την εμπειρία που βίωσε ως προπονητής στη Νιγηρία, στα τέλη της δεκαετίας του '80, αναζωπυρώνουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη.
Το βιβλίο κλείνει με συγκινητικό τρόπο, μια και ο Θεοφάνης περιγράφει τη μάχη που δίνει με τον καρκίνο εδώ και δύο δεκαετίες, αλλά και με ένα μάλλον αχρείαστο επίμετρο, με δηλώσεις συμπαικτών και αντιπάλων του μες στα γήπεδα, κατά τις δεκαετίες του '50 και του '60.
Ομολογώ ότι ολοκλήρωσα την ανάγνωση χωρίς να είμαι τόσο ενθουσιασμένος όσο ήμουν στις πρώτες 200 σελίδες (επί συνόλου 304), αλλά αυτό δεν με εμποδίζει να χαρακτηρίσω το "Γήπεδο Αλεξάνδρας και πράσινης τσόχας", ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα. Μέσα από τις σελίδες του αποτυπώνεται με εξαιρετικό τρόπο η εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας ύστερα από τον πόλεμο, ενώ ο Θεοφάνης καταφέρνει να "ταξιδέψει" τον νεότερο αναγνώστη στη ρομαντική εποχή του ποδοσφαίρου μας, τότε που οι παίκτες δεν ήταν επαγγελματίες, τα γήπεδα ήταν ξερά και ο κόσμος έδινε μάχη για να εξασφαλίσει ένα εισιτήριο.
Προφανώς το βιβλίο θα συγκινήσει λίγο περισσότερο τους οπαδούς του Παναθηναϊκού, αλλά αξίζει να διαβαστεί απ' όλους τους ποδοσφαιρόφιλους, ανεξαρτήτως προτίμησης. Προτείνεται ανεπιφύλακτα, μια και ξεχωρίζει ανάμεσα στα αντίστοιχα έργα της ούτως ή άλλως φτωχής ελληνικής αθλητικής βιβλιογραφίας.