Στον Αλέξανδρο Ίσαρη χρωστάμε αρκετές και καλές μεταφράσεις σημαντικών γερμανικών πεζογραφημάτων και πολλά καλοσχεδιασμένα εξώφυλλα βιβλίων. Για μένα παραμένει ο μεταφραστής του Τόνιο Κρέγκερ του Τόμαν Μαν, ενός από τα μικρά κείμενα που μπορεί να σε σημαδέψουν μικρό και να μένουν χιλιοϋπογραμμισμένα στα ράφια σου, σε κείνη την ημιδιαλυμένη πράσινη έκδοση στο «Τραμ». Διαβάζοντας συγκεντρωμένη πλέον την ποίησή του, βλέπω τι ελκύει παροδικά και τι μονιμότερα. Ο αρχικός του υπερρεαλισμός, οι αποσπασματικές εικόνες με έντονους χρωματισμούς, το υπερχειλίζον συναίσθημα, το λόγιο υπόβαθρο, οι διακειμενικές αναφορές, ονόματα της μυθολογίας και της προσωπικής ιστορίας –ποιητικοί τρόποι σαν από τα ’70s που τους ξαναδιαβάζω αλλά δεν με κάνουν πια να σταματήσω ιδιαίτερα, ενώ σταματώ συχνότερα στους πίνακες του Ίσαρη.
Όμως, ειδικά από τα ποιήματα της συλλογής Θα επιστρέψω φωτεινός (2000), που δεν τα είχα διαβάσει, το τοπίο αλλάζει, και η δική μου θέαση και μετοχή σ’ αυτό. Θάνατος και ζωή επανέρχονται όχι ως απλά ποιητικά μοτίβα, αλλά είναι μπλεγμένα με έναν κατασταλαγμένο αισθησιασμό και μια διαρκή ρητή ή μη διερώτηση για την ίδια τη φύση της ποιητικής λειτουργίας (π.χ. το «Έτσι γίνεται το ποίημα»). Η κατάφαση στη ζωή, που φέρνει η αγάπη κι ο έρωτας καθώς ρέει σαν αίμα στο σώμα, μοιάζει να ακυρώνεται από το αναπόδραστο του θανάτου, τον φόβο, τη μοναξιά, τη μεγάλη έλλειψη, την απουσία της αγάπης (σὰν νὰ χιονίζει ἀδιάκοπα μέσα στὸ καλοκαίρι). Πολυδύναμες εικόνες τα ποιήματα αυτά, λεκτικές και εικαστικές (Το «Τοπίο με κρεμασμένο» είναι μια πυκνή 'ἔκφραση', μια ‘περιγραφή’ ενός πίνακα). Με ισοζυγιασμένα στοχασμό και βίωμα, μου φαίνονται ότι δεν μένουν σε τεχνικές και φόρμες (μολονότι άνετα τις χρησιμοποιούν, χωρίς πλέον εκζήτηση –αυτό ένιωθα για τις πρώτες συλλογές), αλλά στοχεύουν στον πυρήνα ενός υπαρξιακού λυρισμού.
Μπροστά σ’ ό,τι είναι να ‘ρθει ο ποιητής ξέρει τον δρόμο: Θά ‘ρθει ὁ ὕπνος ὁ βαθύς -/Ὣς τότε, ὁδοιπόρε, στάσου ἐδῶ/ Καὶ κοίτα τὸ φεγγάρι. Όσο κι αν σκοτεινιάζει, στα ωχρά πρόσωπα που έχουν λησμονήσει τον θάνατο, «βρίσκεται ἐδῶ ἡ πλατινένια βάρκα», και «μὲ μουσικὲς ἀνήκουστες μᾶς περιμένουν/ Οἱ ἄγγελοι ποὺ ξέρουν τὴν ἀλήθεια».
Και η κάθε αναζήτηση, ο κάθε προορισμός, παρά τη μουσική συνοδεία (η μουσική και οι μουσικοί σταθερό μοτίβο σε όλο το βιβλίο) γίνεται μέσα στη σιωπή, στην «σιωπὴ τοῦ Θεοῦ» που «γέμιζε τ’ αὐτιά μου/ Ὅταν μικρὸς γυρνοῦσα στὰ λιβάδια».
Στῶν ματιῶν τὸ Σ’ ἀγαπῶ
Στό ἀντίο τοῦ τρένου […]
Στοῦ σπασμοῦ τὴ χαρὰ
Πάντα ἐσένα διψοῦσα Θεέ μου
γράφει ο Ίσαρης, που –όχι τυχαία– έχει γράψει ενδιαφέρουσες «σημειώσεις» για τον Ρίλκε.
Σε όποιον κι αν απευθύνεσαι, στον κάθε άλλον, στον αγαπημένο, στον Θεό, η έγνοια είναι κοινή: Πρέπει νὰ βρῶ μιὰ γλώσσα/ Ποὺ θά ’χει τὴν πίκρα/ Τοῦ πιὸ γλυκοῦ φιλιοῦ/ Τὴν ἀλαφράδα τοῦ πουλιοῦ/ Καὶ τὸ στυφὸ τῆς γνώσης./ Πρέπει νὰ βρῶ μιὰ γλώσσα/ Γιὰ νὰ σοῦ μιλήσω. Ακόμη και στα τελευταία ποιήματα, όταν η μοναξιά είναι «ὄμορφη» και στο σώμα τυλίγεται «γλυκὸς μανδύας ἀνυπόφορος», η γλώσσα και η ποίηση είναι αυτές που αντέχουν.