...Δεν υπήρχε περίπτωση να ανακαλύψω τα πραγματικά γεγονότα που οδήγησαν στον θάνατο του παλιού μου φίλου. Ακόμα κι αυτή τη στιγμή, ο τρόμος από την εικόνα και τα λόγια του δεν έχει πάψει να στοιχειώνει τον ύπνο μου, και σεβόμενος την επιθυμία του να μην αποκαλύψω τίποτα από τα δύο, δεν τόλμησα ούτε να συζητήσω με κάποιον άλλον για τις τελευταίες ώρες του Νίκου Μαντά...
Γύρω μας υπάρχουν Ιερά μυστήρια και Μυσταγωγίες του κακού όπως και του καλού, και πιστεύω πως ζούμε σε έναν άγνωστο κόσμο, έναν τόπο όπου υπάρχουν σπήλαια και σκιές και κάτοικοι του λυκόφωτος. Ίσως ο άνθρωπος μπορεί μερικές φορές να γυρίσει πίσω στον δρόμο της εξέλιξης, και είμαι σίγουρος ότι μια φοβερή, μυστική, απόρρητη γνώση ακόμα δεν έχει πεθάνει. Άρθουρ Μάχεν
Έξι ιστορίες που μας κάνουν να σκεφτούμε ότι ένας φανταστικός κόσμος δεν είναι τόσο μακριά όσο νομίζουμε.
Get me one of those, minus the tentacles… (ή κάποιες σκέψεις για τα ‘’Διηγήματα Τρόμου και Φαντασίας’’ του Τόμμυ Πατωνίδη)
Γνώρισα τον συγγραφέα στις αρχές του 2016. Τον Φλεβάρη εκείνου του χρόνου δούλευα σε ένα escape house και το θέμα ήταν στοιχειωμένο ξενοδοχείο. Εγώ έκανα τον σαλεμένο ψυχίατρο, εκείνος τον απειλητικό μπαρμπέρη. Και οι δύο κάναμε τα φαντάσματα, μα ήταν εμφανές ότι στον Τόμμυ κόλλαγε πολύ ο ρόλος γιατί είχε μπόλικο ‘’πνεύμα’’. Ο Τόμμυ που γνώρισα, αν και σιωπηλός και μετρημένος σαν άνθρωπος, σε σαστίζει πρώτα με το μέγεθός του (μου ρίχνει ενάμιση με δύο κεφάλια το κτήνος) και έπειτα με την καρδιά του που είναι αντίστοιχη του όγκου του. Ανυπομονούσα εδώ και καιρό να διαβάσω το πρώτο του πόνημα, μα πάντα κάποιο άλλο έπεφτε στα χέρια μου και το βιβλίο του –σαν τον ίδιο- περίμενε υπομονετικά, δίχως να κραυγάζει για προσοχή, δίχως φανφάρες. Και αποδείχτηκε ήρεμη δύναμη σαν τον δημιουργό του.
Από τον πρόλογο καταλαβαίνουμε τις αγνές του προθέσεις και την ειλικρίνειά του για το πώς προσεγγίζει το υλικό του. Από αυτές τις δύο πρώτες σελίδες κιόλας, βλέπουμε ότι έχουμε να κάνουμε με ένα άτομο που δεν θέλει να ενθουσιάσει ή να μαγνητίσει, αλλά απλά να προβληματίσει με όσα προβλημάτισαν και τον ίδιο. Και μπαίνουμε μεμιάς στα διηγήματα.
A dream I had of you: ξεκινώντας με βαριά γλώσσα και ατμόσφαιρα, η ιστορία ενός ορθολογιστή που ένας έρωτας του μεταστρέφει τα πιστεύω, δεν είναι κάτι καινούριο στην λογοτεχνία τρόμου. Η πρόζα και η επιρροή από τον Λαβκραφτ και τον Πόε είναι εμφανής, ο ρυθμός όμως κάνει κάποια χρονικά άλματα που δείχνουν την απειρία της πένας του συγγραφέα. Τίποτε το ιδιαίτερο αλλά όμορφο ξεκίνημα.
Devil eyes: πολύ ωραίο κειμενάκι. Η αρχή ενός ήρωα που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κατά συρροή δολοφόνο, με αυτό το κείμενο να είναι απλά ο πρόλογος ενός μυθιστορήματος. Κάτι που ξεκινάει σε παιδική ηλικία σα φάρσα, εξελίσσεται σε εμμονή και φτάνει σε κρεσέντο αλλάζοντάς τον. Ωραίο!
In the name of love: ξεκίνημα Λάβκραφτ, ψυχή Πόε και πάλι ένα φεμ φατάλ. Τρία στα τρία μέχρι στιγμής. Ελπίζω να μην εξελιχθεί σε μανιέρα.
Η πολυκατοικία: ίσως το καλύτερο της ανθολογίας. Μεγαλύτερο σε όγκο από τα υπόλοιπα και με αρκετά πιο ενδιαφέρουσα υπόθεση από ό,τι είχε προηγηθεί μέχρι στιγμής. Η περιπέτειες ενός καθηγητή πανεπιστημίου που μπλέκεται με τα περιστατικά του Κακού μίας πολυκατοικίας. Όμορφη και ομαλή εξέλιξη αν και αδυνατεί σε ένα δύο σημεία λόγω των φραστικών επαναλήψεών του.
Η συναρπαστική περιπέτεια του Κώστα Παπαδόπουλου: ευχάριστη αλλαγή η τριτοπρόσωπη αφήγηση, ενδιαφέρον το ταξίδι στον χρόνο/ψευδαίσθηση, μα πάλι η δομή φέρνει πολύ στο μυαλό των Πόε και τον Λάβκραφτ (και δυστυχώς προϊδεάζει και ο τίτλος).
Τα αληθινά γεγονότα για την υπόθεση του Νίκου Μαντά: δυστυχώς άλλη μία λούπα του μοτίβου του Λάβκραφτ.
Λοιπόν, συνοψίζοντας: θα είδατε μία επανάληψη στους σχολιασμούς μου για τα διηγήματα και ίσως να με θεωρήσετε ‘’κακό’’ που το ποστάρω και δεν το στέλνω σε προσωπικό μήνυμα στο συγγραφέα, όπως κάνω συνήθως ΑΛΛΆ θεωρώ ότι υπάρχουν προοπτικές αν συνεχίζει να δουλεύει την πένα του! Ήταν το πρώτο του πόνημα και η επιρροή του για τα ινδάλματά του είναι εμφανής, μα ποιος δεν είναι ‘’ένοχος’’ και ποιος δεν έχει υποπέσει στο ίδιο αμάρτημα όταν ξεκινούσε την πορεία του στα λογοτεχνικά μονοπάτια. Το πρωτόλειο αυτής της πρόζας, δυστυχώς, επιτείνει και υπογραμμίζει το γεγονός ότι τα περισσότερα κείμενα είναι σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση (και οι φωνές δεν διαφοροποιούνται αρκετά ώστε να δίνουν την εντύπωση διαφορετικών χαρακτήρων, αλλά και ο Λάβκραφτ ώρες-ώρες δεν δίνει την αίσθηση ότι επαναλαμβάνεται τρομερά;)
Κατά την γνώμη μου, αυτό ήταν απλά ένα σημείο εκκίνησης και ένας φόρος τιμής, για έναν άνθρωπο που αν δουλέψει αρκετά και βρει την φωνή του, μπορεί να μας προσφέρει πολύ όμορφα πράγματα. Διότι, παρά τον θαυμασμό για τον Πόε και τον Λάβκραφτ, όλα τα κείμενα είχανε μία ειλικρίνεια που συχνά λείπει από τα ντεμπούτα πολλών συγγραφέων. Οι περισσότεροι πέφτουν θύματα του στόμφου και της ανάγκης να επιδείξουν το λεξιλόγιό τους, τα οποία όχι μόνο δεν συγκαλύπτουν τα κενά στην πλοκή μα τα υπογραμμίζουν με bold. Αυτό δεν υπήρχε εδώ και υπήρχε αγάπη και ψυχή ακόμα και αν τα εργαλεία δεν είναι τόσο καλοδουλεμένα.
Φίλε Τόμμυ, συνέχιζε να γράφεις, θα θελήσω πολύ να διαβάσω κάτι πραγματικά δικό σου στο μέλλον!