Το παραμύθι είναι η πεζή λογοτεχνική αφήγηση του λαού, το διήγημά του ή η νουβέλα του. Μοναδικός στόχος του είναι η ευχαρίστηση των ακροατών.
Όλα μες στο παραμύθι είναι θαμπά και αόριστα· και ο τόπος και ο χρόνος και τα πρόσωπα. Ο παραπάνω κανόνας σπάνια παραβαίνεται κι εκείνο, συνήθως, στα παραμύθια όπου βρίσκονται ενσωματωμένες εντόπιες παραδόσεις, γιατί ταιριάζανε με το θέμα ή την εξέλιξη του παραμυθιού. Αλλά και τότε η προσαρμογή -τοπική ιδίως- είναι ολότελα εξωτερική και το παραμύθι στην ουσία του εξακολουθεί να παραμένει θαμπό και αόριστο.
Το παραμύθι αρχίζει και τελειώνει με φράσεις στερεότυπες, πολλές φορές έμμετρες κι ευτράπελες, που νομίζουν όμως με έμφαση την αοριστία του και την πλαστότητά του, και ιδίως το τελευταίο αυτό. Θαρρείς και υπήρχε ανάγκη και υποχρέωση από τη μεριά του αφηγητή να γίνει η υπόμνηση για να συνέλθει και να αποκολληθεί το ακροατήριο απ' τον μαγικό κόσμο στον οποίο είχε μεταφερθεί και μπλέξει. Μερικές απ' τις φράσεις αυτές θα αναφέρουμε παρακάτω.
Το παραμύθι ξεκινάει απ' την ηρεμία ή μάλλον από μια παγιωμένη κατάσταση ανάγκης και καταλήγει πάλι στην ηρεμία, στην πλήρωση της ανάγκης, αφού όμως ενδιάμεσα έχει κυριαρχηθεί από υπεράνθρωπη δράση και κίνηση για να κατανικηθούν τα εμπόδια. [...]
Πολύ ενδιαφέρουσα συλλογή λαϊκών παραμυθιών, μέσα από την οποία παρελαύνουν δράκοι, βασιλοπούλες, μάγισσες, κακές μητριές και ο παραδοσιακός αράπης (εύκολα σε κάποιες περιπτώσεις ο αναγνώστης μπορεί να κάνει παραλληλισμούς και με πιο σύγχρονα παραμύθια). Στην αρχή μου φάνηκε κουραστική η επανάληψη των συμβολισμών, των καταστάσεων και των προσώπων από μύθο σε μύθο, όμως σταδιακά ο γίνεται αντιληπτό ότι ακριβώς αυτοί οι συμβολισμοί και οι καταστάσεις ήταν και ο κοινός τόπος των απανταχού λαϊκών ανθρώπων οι οποίοι μέσα από την εξιστόρηση των παραμυθιών αυτών εξέφραζαν τους φόβους, τις αγωνίες, τις πεποιθήσεις, τις κοινές καταβολές και τις χαρές τους.