Mέσα στον κατ' ευφημισμόν, μόνο, ονομαζόμενο «δρόμο των Αγγέλων», η φτώχεια, η αθλιότητα και το άχθος της ζωής καταυγάζονται από τον ιερό πόθο της επιβίωσης. Με μια καθαρόμορφη, ρεαλιστική γραφή, χωρίς εκφραστικούς κλυδωνισμούς, όπου εντυπωσιάζει ωστόσο η χρήση της γλώσσας, η Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ καταθέτει τη δύναμή της να δομεί μια ιστορία με επάρκεια και φραστική γοητεία. Εξιστορείται, με την οπτική ενός μαγεμένου από το πολυσχιθές θαύμα της ζωής αγοριού, η παιδική ηλικία ως το κατώφλι της εφηβείας. Τόπος: η Γαλλία, και για την ακρίβεια η ιδιαίτερη πατρίδα του «μοναδικού συντρόφου» της Ροζέ Μιλλιέξ, στον οποίο και είναι αφιερωμένο το βιβλίο. Το δύσκολο αυτό εγχείρημα αποσκοπεί να κάνει κατοχή μιας περιοχής για πάντα ανέγγιχτης: της αθωότητας, της κορυφαίας δηλαδή στιγμής, όταν σκίζεται η προστατευτική μεμβράνη που περιβάλλει κάθε παιδί, σημαδεμένη από την ύψιστη ψυχοσωματική εγγύτητα με τη μητέρα, για να εισβάλει ο ανατρεπτικός άνεμος του έξω κόσμου. Η Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ δεν κοιτάζει από την κλειδαρότρυπα τη βασική αυτή φάση της ηλικίωσης του ανθρώπου, αλλά προσδοκά με άκρα συναίσθηση να παρασταθεί στην άωρη ψυχή του μικρού Αντρέα, καθώς αποκτά συνείδηση της προσωπικής συμμετοχής στη χαρτογράφηση του Καλού και του Κακού.
Εξέχον στοιχείο αυτού του βιβλίου είναι ότι μας επιτρέπει να εντοπίσουμε την παιδική ψυχή ως κέντρο, όπου συνυπάρχουν διαρκώς εναλλασσόμενες η ασύλληπτη σκληρότητα και η ακόρεστη ροπή για ομορφιά και ηδονή.
Αυτό το καθιστά όχι ένα επίπεδο βιβλίο με παιδικά βιώματα, αλλά ένα βιβλίο όπου ο καθένας αναβιώνει το χλωρό Χρόνο της παιδικής ηλικίας.
Η Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ γεννήθηκε στην Αθήνα. Τέλειωσε το Γυμνάσιο με κατ' οίκον μαθήματα, ενώ ασχολήθηκε για λίγο και με το χορό. Το 1942 μπήκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές της. Σπούδασε τραγούδι στο Ελληνικό Ωδείο και γαλλική φιλολογία στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Στη διάρκεια της Κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση ωε μέλος του Ε.Α.Μ. ενώ εργάστηκε και ως εθελόντρια του Ε.Ε.Σ. Το 1949 παντρεύτηκε τον Γάλλο ελληνιστή Ροζέ Μιλλιέξ, με τον οποίο απέκτησε δυο παιδιά. Από το 1945 έως το 1975 ταξίδεψε και έζησε για μεγάλα διαστήματα στη Γαλλία την Κύπρο και την Ιταλία.
Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα στη διάρκεια της Κατοχής μεταφράζοντας τη Σιωπή της θάλασσας του Βερκόρ, που κυκλοφόρησε επίσημα το 1945, και δημοσιεύοντας δυο δικά της διηγήματα στα Ελεύθερα Γράμματα (1945). Συνεργάστηκε με τις εφημερίδες Ανεξάρτητος Τύπος, Ανένδοτος, Αυγή, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία γράφοντας κριτικές βιβλίων, χρονογραφήματα και ρεπορτάζ. Συνεργάστηκε επίσης με κυπριακά έντυπα.
Τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος, το βραβείο των Δώδεκα, το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος και το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών.
"Τίποτα δεν έμενε κρυφό ανάμεσά μας. Κάποιος άγραφος νόμος μας έδενε όλους εμάς, μας έκανε μια παρδαλή παράξενη φαμίλια, ήμαστε ζυμωμένοι στη σκόνη του δρομάκου μας, πνιγμένοι στη μυρωδιά της φάμπρικας, και είχαμε τα χέρια όλοι καμένα από τα κόκκινα κάρβουνα του βαγονέτου. Η ίδια μοίρα μας ένωνε και τίποτα δεν είχαμε μυστικό αναμεταξύ μας."
"Εκεί είχα γνωρίσει την αθλιότητα και τη μεγάλη καρδιά που κλείνει μέσα του ο λαός, όλος εκείνος ο παρδαλός λαός που'χε ξεράσει η γης στο ξεχασμένο δρομάκι της Μαρσίλλιας."