Το χώμα θα μας συστήνει πάντα, θα μας ολοκληρώνει και ταυτόχρονα θα μας παρακολουθεί με τον παρασημαντικό του τρόπο, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ακραιφνής υποδόρια μουσική περιδίνησή του, η άπειρη και πολύσημη γλώσσα των υλικών του που θροΐζουν, καθώς κοσμούν την ανεπαίσθητη γειτνίαση του σώματός μας με την πλαστική και πολύμορφη ιδιοσυστασία του. Το χώμα είναι το βάλσαμο της όρασης, η δεκτικότητα των υποδοχών του γίνεται η παγηγορία της αφής, η οσμή του εγείρει και αναστατώνει την όσφρηση. Το χώμα γίνεται το πιο εύχρηστο κλειδί για τη λειτουργία όλων των αισθήσεων.
Ένα μικρό κομπακτ βιβλιαράκι γεμάτο με διηγήματα παράδοξα, πιο πολύ ανθρώπινα παρά οτιδήποτε άλλο. Οι λέξεις του τίτλου, αναδύονται από κάθε κείμενο σα μυρωδιά και σαν αποφορά. Δεν ξέρεις αν χαίρεται τη χωματίλα του ο κάθε ήρωας ή όχι. Διαβάζεις και νιώθεις μια τρυφερότητα για κάθε κείμενο, μια οικειότητα και ταυτόχρονα κάτι στατικό, που σε αγκυρώνει στο σημείο.
Διαβάζεις ιστορίες τρόμου και εφ και δοκίμια για την εντοπιότητα και μικρές παρεΐστικες ιστορίες για τα δώρα που έρχονται από το χωριό και πώς πλαντάει μια νύφη στο σπίτι των πεθερικών και δεν ξέρει τι σε συγκινεί περισσότερο, τι σε γοητεύει περισσότερο.
Δεν ξέρω αν αυτό που μόλις έγραψα είναι για καλό ή για κακό ή αν λέει πόσο μου άρεσε το βιβλίο. Ειδικά σχόλια για κάθε διήγημα δε μπορώ να κάνω, θα ήταν αδύνατον. Θυμάμαι μόνο καθαρά την απίστευτα σαββοπουλική αίσθηση του Ιntime Bar, τον καημένο τον Ψυχούλα, τη λεπτότητα του Ανεπίληπτου Φίλου.