Με αφετηρία την Κρανιά του Κάτω Ολύμπου, περιγράφεται η "Οδύσσεια" του Κουτσιούλα, ενός αγνού παιδιού της υπαίθρου, το οποίο, αφού, μετά τη δολοφονία των γονιών του, έζησε στο πετσί του την κτηνωδία του συγγενικού του περιβάλλοντος και μάλιστα της θείας του σε όλο της το μεγαλείο, βρέθηκε και πέρασε την παιδική του ηλικία στη φιλόξενη καλύβα ενός βοσκού, του παππού του, ο οποίος και τον μύησε στον κόσμο των ανθρώπινων αξιών, καθιστώντας τον ικανό να βρει το δικό του δρόμο, μέσα από πολλές περιπέτειες και αναπάντεχες γνωριμίες με ανθρώπους...
Τελικά τα αδιέξοδα και το δράμα του ήρωα, θύμα συχνά προκαταλήψεων και δεισιδαιμονιών, που κυριαρχούν την εποχή εκείνη στην ύπαιθρο αλλά και στην ελληνική κοινωνία γενικότερα, θα μπορέσουν να οδηγήσουν τον Κουτσιούλα και μια ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων στο να βρουν το δρόμο τους προς την ευτυχία και την καταξίωση στον εαυτό τους και στους συνανθρώπους τους;
Ένα κοινωνικό, ηθογραφικό μυθιστόρημα που με αφορμή την οδύσσεια του μικρού Κουτσιούλα διαβάζουμε για την κοινωνική ιστορία της Θεσσσαλίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, που το καταπράσινο αυτό γεωγραφικό διαμέρισμα έχει πια προσαρτηθεί στην Ελλάδα και πλήττεται από ληστές ενώ οι βοσκοί και οι γεωργοί αγωνίζονται για μια χαψιά ψωμί. Με συγκίνησε πάρα πολύ και με ταξίδεψε στα μακρινά, δύσκολα και σκληρά χρόνια όχι μόνο των ενήλικων βιοπαλαιστών αλλά και των αθώων παιδιών που βεβιασμένα μεστώνουν κάτω από τις δύσκολες συνθήκες επιβίωσης της ορεινής και της πεδινής αγροτικής Ελλάδας, μακριά από τα γράμματα, τη μάθηση, την παιδεία.
Σε γενικές γραμμές, ο Κουτσιούλας, μετά τη δολοφονία των γονιών του, «υιοθετείται» μέχρι να ενηλικιωθεί από τον άβουλο θείο του που είναι παντρεμένος με τη σατανική Πανάγιω, μια σκληρή γυναίκα που εποφθαλμιά στην περιουσία του παιδιού αλλά του κάνει τον βίο αβίωτο, βασανίζοντας την ψυχούλα του με αδικίες, κακομεταχείριση, κακοποίηση. Έτσι το παιδί κρύβεται στην καλύβα ενός βοσκού για να γλυτώσει κι από κει και πέρα μια σειρά συγκυριών και ανατροπών βελτιώνουν τη ζωή του και αλλάζουν για πάντα το μέλλον του. Ο συγγραφέας, πότε με ντοπιολαλιά και πότε με τρέχοντα, καθημερινό λόγο περιγράφει άριστα την ψυχολογία και την ωρίμανση του Κουτσιούλα και δίνει με αμεσότητα τις αντιλήψεις και τη νοοτροπία των φτωχών και αγράμματων χωρικών απέναντι στις γυναίκες τους και στα παιδιά τους. Κανόνες στοιχειώδους σήμερα υγιεινής τότε θεωρούνταν ανεδαφικοί, οι ανέσεις και τα προτερήματα της σημερινής αστικής για όλους σχεδόν ζωής τότε ήταν δυσνόητα (φανταστείτε να μην έχετε γνωρίσει, τρεχούμενο νερό, ηλεκτρισμό, αυτοκίνητα και ξαφνικά όλα αυτά να τα βλέπετε μπροστά σας!) κλπ. Εξαιρετική ηθογραφία, συγκινητική πλοκή, διαπεραστική ψυχογραφία συγκροτούν ένα καταπληκτικό μυθιστόρημα που δε θα αφήσει κανέναν ασυγκίνητο.
Στην πορεία της ιστορίας, ο συγγραφέας εκμεταλλεύεται διάφορα περιστατικά για να αναπτύξει τις σκέψεις και τις απόψεις του για το σήμερα και για το τότε, όχι όμως με δασκαλίστικο, μονόπλευρο και βαρετό τρόπο. Με ζωντάνια, παρατηρητικότητα και γλαφυρότητα μαθαίνουμε πολλά για την προκοπή των Ελλήνων, για τα λάθη που γίνονταν στην ανατροφή των παιδιών (τόσα ήξεραν, όμως, τόσα έκαναν), για την ιστορία του ελληνικού πολιτισμού, για τα σχέδια, τα όνειρα και την αποδοχή των μεταναστών στη γη της επαγγελίας, την Αμερική, για τις συνθήκες που επικρατούσαν στα κρουαζιερόπλοια με τους μετανάστες, για τις δυσκολίες της αγροτικής και κτηνοτροφικής ζωής.
Ένα πραγματικό σεντούκι γεμάτο νομίσματα αλήθειας και κοσμήματα πραγματολογικών στοιχείων που δε μου επέτρεψε να το αφήσω εύκολα από τα χέρια μου. Κι είναι τόσο αληθοφανές που πραγματικά αναζήτησα αν υπήρξε ποτέ ο μικρός Κουτσιούλας και στην πραγματικότητα! Στα πλεονεκτήματα του βιβλίου είναι και το γεγονός ότι παρά τις παρατηρήσεις και τις νουθεσίες και τις απόψεις του συγγραφέα, πουθενά δεν μπόρεσα να το χαρακτηρίσω βαρετό ή «γραφικό», από αυτά τα ηθικοπλαστικά της νεολαίας και των παιδιών, αντίθετα ο συγγραφέας ξέρει ακριβώς πού να σταματήσει και μέχρι ποιο σημείο να υποδείξει και να τονίσει τα λεγόμενά του! Επίσης, παρ’ όλο που περιγράφονται και σκηνές ληστρικού βίου που μου θύμισαν έντονα τη λεγόμενη λαϊκή λογοτεχνία με τους ληστές των ορέων κλπ. και πάλι ούτε εκεί ακούμπησε το κείμενο, αντίθετα προχώρησε περισσότερο, υψώνοντας γύρω του ένα τείχος απαιτήσεων! Πολλά μπράβο στον συγγραφέα για τη μελέτη και την απόδοση και πολλά μπράβο και στον εικονογράφο, που με απλότητα και αμεσότητα μας δίνει οπτικοποιημένο το φόντο και το σκηνικό του μυθιστορήματος, τους πρωταγωνιιστές και το σκηνικό δράσης τους. Εύφημο μνεία στο υπέροχο εξώφυλλο με το γλυκό παιδάκι!
Το βιβλίο του Κώστα Σπρίντζιου “Για μια χαψιά Ψωμί”, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΑΤΙ, είναι μία εξαιρετική περίπτωση στα λογοτεχνικά δρόμμενα. Ο αναγνώστης αντιμετωπίζει ένα βιβλίο δύσκολο στην ανάγνωση, αλλά με πληθώρα θησαυρών για το μυαλό και την καρδιά.
Το βιβλίο, εκ πρώτης όψεως, μας διηγείται τη ζωή του μικρού Κουτσιούλα, ο οποίος από νεαρή ηλικία αναγκάζεται να ζήσει σκληρές καταστάσεις, να αντιμετωπίσει τη ζωή κατά μέτωπο, να θυσιάσει τις επιθυμίες και τα όνειρά του και τελικά, ίσως, να δικαιωθεί. Κατά τη γνώμη μου, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την ιστορία του Κουτσιούλα για να μιλήσει για μια συγκεκριμένη ιστορική και κοινωνική περίοδο της Ελλάδας. Στα μάτια του μικρού πρωταγωνιστή, ο οποίος μεγαλώνει και ανδρώνεται μέσα στις σελίδες του βιβλίου, ο αναγνώστης μπορεί να γνωρίσει και να μάθει για όλα τα ελληνόπουλα που αναγκάστηκαν να βγουν στη βιοπάλη από τα μικράτα τους.
Ζούμε σε μία εποχή η οποία, αν και βιώνει φθορά και ξεπεσμό, έχει κάποιες σταθερές. Τότε, την εποχή του Κουτσιούλα και του κάθε Κουτσιούλα, αυτά τα οποία εμείς θεωρούμε δεδομένα, δεν υπήρχαν. Μικρά παιδάκια αναλάμβαναν ρόλους που δεν τους αναλογούσαν, οικογένειες έφταναν σε πράξεις που τώρα φαίνονται σοκαριστικές και η επιτυχία ήταν κάτι σχετικό και πιο προσωπικό από ότι είναι τώρα.
“Από μικρός, από τότε που ήταν τζομπανάκι ήθελε να μπορούσε να πετάξει σαν πουλί για να δει τον κόσμο από ψηλά. Ήξερε όμως ότι αυτό ήταν αδύνατο, χρειαζόταν φτερά τα οποία ο άνθρωπος δε διαθέτει.”
Πρόκειται για δυο από τις αγαπημένες μου προτάσεις μέσα στο βιβλίο, τις οποίες θεωρώ τόσο καθολικές, όσο και αρκετά συγκεκριμένες για την εποχή στην οποία τοποθετείται η ιστορία.
Το βιβλίο “Για μια χαψιά Ψωμί” είναι μια ιστορική και πολιτισμική αναδρομή στα δεδομένα και τα γεγονότα της Ελλάδας του 20ου αιώνα. Με εξαιρετική χρήση της ελληνικής αλλά και της ντοπιολαλιάς, ο συγγραφέας επιλέγει να αναδείξει και να ερευνήσει τις συνήθειες, τις προκαταλήψεις αλλά και τους τρόπους που επιτελούνταν οι κοινωνικές αναπαραστάσεις εκείνη την εποχή. Κατά τη γνώμη μου πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο θα μπορούσε πολύ εύκολα να αποτελέσει πανεπιστημιακό σύγγραμμα, την ίδια στιγμή που αποτελεί ιδανικό ανάγνωσμα για ψαγμένους αναγνώστες με ιστορικά, κοινωνικοπολιτικά και λαογραφικά ενδιαφέροντα.