Η Παρέσσα είναι μια γυναίκα που έζησε ολόκληρο αιώνα. Ήπιε όλο το ποτήρι της προσφυγιάς και τον καημό της τυραννισμένης μα τόσο δυνατής γυναίκας του Πόντου. Τις συνάντησα αυτές τις απλές γυναίκες του Πόντου. Μου μίλησαν για τη ζωή τους με φωνή που 'χε μέσα της όλο το ξεροβόρι του ξεριζωμού, όλο το χιονιά του διωγμού. Τα σταυρωμένα πάνω στις ποδιές χέρια τους είχαν μια ατσαλωμένη δύναμη. Μ' αυτά είχαν θάψει τα παιδιά τους, μ' αυτά είχαν κρατήσει την τσάπα και το δρεπάνι. Μ' αυτά φτιάξανε τα πλιθιά για να φωλιάσουν την οικογένειά τους στους τόπους της εξορίας. Είχαν βυζάξει γενιές ολόκληρες με τη λαχτάρα και την άσβεστη ελπίδα πως θα 'ρθει μια μέρα ποθητή που θ' ανοίξουν οι δρόμοι να πάνε στη μεγάλη μάνα-πατρίδα, την Ελλάδα.