Jump to ratings and reviews
Rate this book

Παράλληλες τροχιές

Rate this book
Έξι ιστορίες σαν έξι διαφορετικοί αστερισμοί. Κανείς τους δεν συναντά τον άλλον, κι όμως όλοι φωτίζονται από το ίδιο φως: τη μοναξιά.
Μια σκιά που πέφτει αθόρυβα, ένα κενό που απλώνεται σαν θάλασσα, μια σιωπή που άλλοτε συνθλίβει κι άλλοτε προσφέρει απροσδόκητη γαλήνη. Οι ήρωες αυτών των διηγημάτων αναζητούν δρόμους διαφυγής∙ παλεύουν με τις σκιές τους, πασχίζουν να σπάσουν τον κύκλο. Κάποιοι καταφέρνουν να συναντήσουν το φως∙ άλλοι χάνουν το μονοπάτι μέσα στο σκοτάδι. Μα όλοι αφήνουν πίσω τους το αποτύπωμα της προσπάθειας.
Σε μια εποχή που οι φωνές πνίγονται μέσα στον θόρυβο, οι Παράλληλες Τροχιές ψιθυρίζουν το πιο επίμονο ερώτημα: μπορεί η μοναξιά να ξορκιστεί ή είναι ο μυστικός μας συνοδοιπόρος;

354 pages, Paperback

First published January 1, 2025

About the author

Ratings & Reviews

What do you think?
Rate this book

Friends & Following

Create a free account to discover what your friends think of this book!

Community Reviews

5 stars
0 (0%)
4 stars
1 (100%)
3 stars
0 (0%)
2 stars
0 (0%)
1 star
0 (0%)
Displaying 1 of 1 review
Profile Image for Πάνος Τουρλής.
2,724 reviews173 followers
February 22, 2026
Έξι αστερισμοί που τους φωτίζει η μοναξιά, έξι ιστορίες με διαφορετικούς χαρακτήρες αλλά ένα κοινό γνώρισμα. Οι ήρωες των ιστοριών προσπαθούν να ξεφύγουν από κάτι, παλεύουν, κάποιοι κερδίζουν, κάποιοι χάνουν, όλοι τους όμως προσπαθούν. Μια συλλογή από τα πιο προσωπικά κείμενα του συγγραφέα που με ταξίδεψε, μου δημιούργησε ποικίλα συναισθήματα, με προβλημάτισε αλλά με έκανε και να γελάσω. Τελικά: «Μπορεί η μοναξιά να ξορκιστεί ή είναι ο μυστικός μας συνοδοιπόρος;»

Ο Κωνσταντίνος Ιωακειμίδης δημιούργησε έξι χαρακτήρες που με όλους ταυτίστηκα και συγκινήθηκα. Είτε σ’ ένα ταξίδι με το τρένο είτε στις πλούσιες συνοικίες των βορείων προαστίων είτε στα χαμόσπιτα έξω από την Πάτρα είτε και κάπου αλλού υπάρχουν άντρες και γυναίκες που γεννιούνται σε περιβάλλοντα που δεν επέλεξαν, πλήττονται από ασθένειες που δε θέλησαν (ποιος ποτέ θέλησε μιαν ασθένεια στη ζωή του άλλωστε; ), ερωτεύονται, απομονώνονται, ζουν τις δικές τους δυσκολίες ο καθένας. Με υποδειγματικό τρόπο μπλέκονται προσωπικά βιώματα του δημιουργού με την αχαλίνωτη φαντασία του και παρουσιάζονται με τον καλύτερο συγγραφικά ως τώρα τρόπο, μιας και η πένα του Κωνσταντίνου σε κάποια εξ αυτών δείχνει πόσο πολύ έχει βελτιωθεί συν τω χρόνω. Όσο κι αν σε κάποια συναντάμε το οικείο χιούμορ του ή τον γνωστό ρομαντισμό του, υπάρχουν και καινοφανείς τεχνοτροπίες που δείχνουν πόσο πολύ έχει ασχοληθεί με τη γραφή.

Στο «Ταξίδι στο όνειρο», ένας διάσημος πλέον συγγραφέας ζει στον Πειραιά και συναντά μια φορά την εβδομάδα τους φίλους του στην Κηφισιά. Μεγάλωσε γράφοντας ιστορίες και τώρα, μόνος και μοναχικός, κατάφερε να δημοσιεύσει τα έργα του. Γράφει ακόμη μυθιστορήματα, διηγήματα, ό,τι τον εμπνέει και ό,τι αναπολεί από τη ζωή του. «…από τόσο δα μικρός ήξερα τι ήθελα να κάνω. Να καταγράφω στο χαρτί τις μικρές μου ιστορίες και να τις μοιράζω στους ανθρώπους να τις διαβάζουν» (σελ. 16). Αυτήν τη φορά το καθιερωμένο ραντεβού με την παρέα του είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς και προς έκπληξή του διαπιστώνει πως μια κοπέλα στο βαγόνι διαβάζει δικό του έργο. Η Ελπίδα είναι στριφνή και κοφτή αρχικά, γλυκιά και λιγότερο απόμακρη στη συνέχεια. Ο Μάνος παραδέχεται στον εαυτό του: «Ξεκίνησα από τον Πειραιά απλώς ερωτευμένος με την ομορφιά της και κόντευα να την αγαπήσω» (σελ. 26). Πράγματι, πόσο γλυκιά είναι η στιγμή που αφήνεται η κοπέλα να κοιμηθεί στον ώμο του και τον παρακαλά να της πει μια ιστορία, «Ευχάριστη, σαν αυτή που θα έγραφες για μας». Όσο γνωρίζονται, τόσο την ερωτεύεται ο Μάνος, εκείνη όμως τι νιώθει γι’ αυτόν; Γιατί το κορίτσι πρέπει να τελειώσει το βιβλίο του ως τα μεσάνυχτα που θ’ αλλάξει ο χρόνος;

Από σελίδα σε σελίδα, ο άντρας που υποστηρίζει πως: «Σε όλη μου τη ζωή αποζητούσα την επιβεβαίωση… Ίσως να μην την άξιζα τελικά αφού δεν είχα το θάρρος να τη διεκδικήσω» (σελ. 40) μεταμορφώνεται, αλλάζει ενώ σταδιακά ανακαλύπτουμε το τραυματικό του παρελθόν, με τον κακοποιητικό πατέρα που τον πίεσε να δουλέψει μαζί του παρατώντας το σχολείο, που έδερνε τη μητέρα του, που οι σχέσεις τους καταστράφηκαν οριστικά εκείνη τη μοιραία στιγμή ενώ δάκρυσα με την έντονη συναισθηματικά σκηνή στον σταθμό του Ταύρου. Θύμησες που διακόπτουν την ευτυχία του με την Ελπίδα όσο ταξιδεύουμε προς Κηφισιά, διακόπτοντας μια τρυφερή ρομαντική ιστορία, με κάποιες όμως σκοτεινές στιγμές, όπως ακριβώς είναι η ζωή: «συγχρόνως τόσο θλιβερή και όμορη». Το τέλος ήταν γροθιά στο στομάχι: «Η φαντασία μου εξαντλήθηκε», μια διττή φράση, που έδειξε το τέλος της φαντασίας του αφηγητή αλλά και το όριο των ψυχολογικών του αντοχών. Βούρκωσα…

Στο «Σ’ αγαπώ που δε μου είπα», ο Φίλιππος βιώνει μια ζωή δύσκολη και σκληρή, με τη μητέρα του να παλεύει σκληρά με τον καρκίνο και τον πατέρα του να πάσχει από αλτσχάιμερ. Από τα πιο σκληρά και απαισιόδοξα κείμενα της συλλογής, όσο κι αν λάμπει κάτι φωτεινό στο φινάλε του κειμένου. Πεσιμιστικές και αποθαρρυντικές οι σκέψεις και οι περιγραφές του αφηγητή, άκρως ρεαλιστικός ο τρόπος που βρίσκει καταφύγιο σε τραγούδια και στην απομόνωση για να τα βγάλει πέρα, διάχυτη σκοτεινιά και ταυτόχρονα εντυπωσιακή καταγραφή του ψυχοσυναισθηματικού φορτίου που κουβαλάει κάποιος με διπολική διαταραχή. Ο συγγραφέας όμως παρασύρθηκε από τη θέλησή του να γράψει καταλεπτώς τα όσα συμβαίνουν γύρω και μέσα σε έναν τέτοιο άνθρωπο, με αποτέλεσμα να έχουμε ένα καλογραμμένο αλλά εκτενές κείμενο για το αλτσχάιμερ και τη διαταραχή, ασθένειες για τις οποίες μαθαίνουμε πολλά και εξαιτίας των οποίων καταγράφονται άφθονα στιγμιότυπα. Ένα χρονικό για τα φάρμακα που παίρνει για να διώχνει τις φωνές και τις φοβίες και για να έχει ήρεμο ύπνο χωρίς εφιάλτες, για το πώς λειτουργεί ο δικός του εγκέφαλος εν αντιθέσει με των άλλων, για τους κανόνες που δεν πρέπει να παραβλέπει επ’ ουδενί, μα πάνω απ’ όλα για την απελευθέρωση ότι μπορεί να μιλήσει για την ασθένειά του πλέον χωρίς να τον αποκαλούν «τρελό» και να τον αποφεύγουν είναι όσα αφορούν το πρώτο σκέλος της ιστορίας. Τι είναι η διπολική διαταραχή ή μανιοκατάθλιψη, ποιοι γιατροί πρέπει πάντα να βρίσκονται δίπλα στον ασθενή, πότε και πώς εμφανίζεται, ποιο το στίγμα και τα στερεότυπα που τη συνοδεύουν, πώς συνδέεται με τη δημιουργικότητα και την ιδιοφυία;

«Κι εμένα με αγαπώ αλλά πάντα ξεχνάω να μου το πω. Λάθος!... Γιατί αν δεν αγαπάμε τον εαυτό μας εμείς, κανένας άλλος δε θα μας αγαπήσει» (σελ. 66), τονίζει ο αφηγητής, που βιώνει ταυτόχρονα μια εξίσου σκληρή κατάσταση με τον πατέρα του, με τις κρίσεις του ανθρώπου αυτού, τις αστοχίες του, την αδυναμία του να αντιληφθεί τα βασικά, να θυμάται, να αναγνωρίζει: «Δεν καταλαβαίνει τι κάνει. Δεν καταλαβαίνει γιατί βάζει τις φωνές με το παραμικρό… Γιατί με πονάει τόσο που δε με αναγνωρίζει;… …ήταν πάντα δίπλα μου, να μου κρατάει το χέρι, να με ενθαρρύνει. Τώρα μου τράβαγε το παντελόνι να με διώξει γιατί “ήμουνα ένας ξένος”» (σελ. 71). Ο αφηγητής παραθέτει και γι’ αυτήν την ασθένεια τα αίτια, τις συνέπειες, την καθημερινότητα, τα προβλήματα, τις παρενέργειες, τα φάρμακα που παίρνει ο ασθενής για να τον κοιμίζουν και όχι για να τον θεραπεύουν αφού η νόσος είναι ανίατη, τις φωνές των συγγενών του «λες και με το μάλωμα θα καταλάβαινε τον κίνδυνο που διατρέξαμε»! Μια απολογία ζωής, ένα ξεσκαρτάρισμα «φίλων», λάθη, αβλεψίες, αδυναμίες, όλα χαρίζονται στον αναγνώστη με ειλικρίνεια, αμεσότητα και αντικειμενικότητα, αν και με έκταση μεγαλύτερη απ’ όσο χρειαζόταν.

Το «Δεν είμαι εγώ η Σταχτοπούτα» είναι ένα ξεκαρδιστικό, ανάλαφρο κείμενο που βρίσκεται λες σκόπιμα ανάμεσα στα άλλα κείμενα της συλλογής ακριβώς για να ελαφρύνει το κλίμα με τις ατάκες και το χιούμορ του. Είναι μια ιστορία που κινείται ανάμεσα στο φανταστικό και στον ρεαλισμό, με ηρωίδα μια κοπέλα που έζησε στη σκιά της πατρικής απουσίας και πάλεψε να επιβιώσει. Η Μαρία-Λουίζα ή Σταχτοπούτα λοιπόν είναι υπομονετική, υποτακτική, ήρεμη, κόρη παντρεμένου που τον είδε ελάχιστες φορές και μεγάλωσε μόνο με τη μάνα της, την Πηνελόπη, στα Εξάρχεια, αναρχικιά από τα Lidl, νερόβραστη όπως τη χαρακτήριζαν οι «συναγωνιστές» της. Από την άλλη, στην Πολιτεία, έχουμε την Μπαμπέτ, κούκλα και χωρίς μυαλό, και τη Σαμάνθα Βρανά, πανούκλα, δίδυμες αδελφές που ζουν στον πύργο που κληρονόμησαν και ροκανίζουν τα χρηματικά αποθέματα των γονιών τους χωρίς έλεος και χωρίς να σκέφτονται ότι θα μείνουν απένταρες. Λίγο πιο πέρα, ο εφοπλιστής Πιπερόπουλος, που ξεκίνησε από φτωχές καταβολές, έχει φάει τ’ αυτιά του γιου του, Αλέξανδρου, να σταματήσει να σπαταλάει τα χρήματά τους και να στρωθεί στη δουλειά, να συνεχίσει την εταιρεία τους, και κυρίως να παντρευτεί, αλλιώς θα τον αποκληρώσει. Πώς θα συνδεθούν αυτές οι αλλοπρόσαλλες οικογένειες; Με τον πιο ευφάνταστο τρόπο θα έλεγα, που θα σκορπίσει άφθονα γέλια και αξέχαστες ατάκες. Μια ιστορία που ακολουθεί τη δομή του κλασικού παραμυθιού της Σταχτοπούτας αλλά είναι έξυπνα προσαρμοσμένη στο σήμερα και διανθισμένη με κωμικά στιγμιότυπα.

Οι «Δέκα μαύρες εντολές» είναι ένα αστυνομικό διήγημα, γραμμένο ως μονόλογος στο πλαίσιο μιας δίκης. Πρωταγωνιστεί η Ελίζα Περόν που παραδέχεται πως δολοφόνησε δέκα άντρες, όσες και οι εντολές του Κυρίου, ανθρώπους που στάθηκαν εμπόδιο στη ζωή της είτε εν γνώσει είτε εν αγνοία τους και τους τιμώρησε. Θύμα κακοποίησης από τον πατέρα της, γνώρισε άτομα που τα εμπιστεύτηκε και τα αγάπησε, το καθένα τους όμως την πρόδωσε ή την κακομεταχειρίστηκε, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα ψυχρό τέρας. Πώς εκτέλεσε τους φόνους, πώς δεν εντοπίστηκε νωρίτερα, γιατί παραδέχτηκε τα εγκλήματά της, πώς θα τιμωρηθεί; Βρήκα έξυπνη την ταύτιση των δολοφονιών και των κακοποιητικών στιγμών που ζούσε η Ελίζα με τη διατύπωση των δέκα εντολών.

Στο σύντομο «Έρωτας είναι» η Μιρέλλα Σάλτη, μια μοναχική γυναίκα, επιστρέφει στο σπίτι της στην Εκάλη μετά από ψώνια στο κέντρο ερωτευμένη με τον ταξιτζή που την έφερε. Η ιστορία που θα ζήσει μαζί του θα την ανεβάσει στα ουράνια αλλά ταυτόχρονα θα τη ρίξει στα τάρταρα, με κίνδυνο να καταστραφεί η καριέρα της ως τηλεπερσόνα. Μια σύντομη, γλυκόπικρη, ανατρεπτική ρομαντική ιστορία. Τέλος, στης «Πατρινιάς ο γιος», έχουμε έναν γοητευτικό άντρα, μοντέλο καριέρας αλλά στις προσωπικές του στιγμές μελαγχολικό, που βάζει τα κλάματα χωρίς λόγο και που η διάθεσή του χαλάει στο άψε σβήσε. Με διαρκή πρωθύστερα ταξιδεύουμε στο παρελθόν του, οπότε και βλέπουμε πώς μεγάλωσε με τη Φωφώκα έξω από την Πάτρα ως κτηνοτρόφος, πώς έγινε μοντέλο και πόσο διαφέντευε τη ζωή του η μάνα του και με τι συνέπειες. Το κείμενο έχει ένα ιδιαίτερο στυλ γραφής, ανακατεύοντας τον σαρκασμό και το χιούμορ με το δράμα, εκεί δηλαδή που πήγα να πάρω στα σοβαρά τις εξελίξεις του σήμερα, έρχεται το χτες σα φαρσοκωμωδία με απανωτές ατάκες και αλλάζει τη διάθεση και το κλίμα. Το τέλος μάλιστα, εκτός του ότι αποτελεί μια καλή κορύφωση της πλοκής, μπλέκει υποδειγματικά την πραγματικότητα με τη φαντασία. Μια ιστορία που δείχνει την αρρωστημένη εξάρτηση μάνας με γιο και τις ανυπολόγιστες ζημιές από κάτι τέτοιο, αν και ο το τέλος ανατρέπει τα πάντα.

«Παράλληλες τροχιές» έξι ανθρώπων που βιώνουν διαφορετικά στιγμιότυπα και ερεθίσματα αποτελούν την καλογραμμένη αυτή συλλογή διηγημάτων που μου χάρισε ποικίλα συναισθήματα και μου έδειξε το εύρος του ταλέντου του Κωνσταντίνου Ιωακειμίδη. Πότε γελώντας και πότε κλαίγοντας βίωσα ερωτικές στιγμές, σκληρές δυσκολίες, ανολοκλήρωτους έρωτες και πολλά άλλα. Έξι κείμενα με ποικίλους τρόπους γραφής και πολλές κεντρικές ιδέες που δημιουργούν προβληματισμό και συγκίνηση.

Πρώτη δημοσίευση στο site μου: https://www.vivliokritikes.com/%cf%80...
Displaying 1 of 1 review

Can't find what you're looking for?

Get help and learn more about the design.