Μια γυναίκα που τρέχει μακριά από τις αναμνήσεις της. Κι ένας έρωτας που δεν έσβησε ποτέ. Η Τζόις Τζέιμς, πρώην lip reader της αστυνομίας, θέλησε μόνο σιωπή. Αντί για σιωπή, βρήκε θάνατο. Αντί για γαλήνη, βρήκε τον Ίθαν Μπέκετ ξανά μπροστά της. Κάποια μυστικά δεν θάβονται. Κι όταν αναδύονται, ζητούν αίμα. Μια φωνή από το παρελθόν ψιθυρίζει: Πρέπει να πεθάνεις.
Δε νομίζω ότι υπάρχει ο οποιοσδήποτε νοήμων κι έχων σώας τας φρένας άνθρωπος εκεί έξω που θα ακούσει -σε οποιονδήποτε τόνο/τρόπο- τη φράση ''Πρέπει να πεθάνεις'' και θα καταφέρει να διατηρήσει την όποια ψυχραιμία του και να μην τρομάξει, έστω κι ασυναίσθητα. Δεν είναι και το πιο όμορφο ως προς το άκουσμα. Μάλλον φόβο και αγωνία μπορεί να προκαλέσει η σκέψη ως σκέψη και μόνο. Σκεφτείτε, λοιπόν, αυτή η φράση να γίνεται ο τίτλος που θα κοσμεί το κατά τ΄άλλα λιτό, μα πλούσιο από άποψη δυναμικής και αισθητικής εξώφυλλο ενός μυθιστορήματος που θα διαβάζατε. Ελάτε! Παραδεχθείτε το! Από μόνο του αυτό ως πρόκληση μπορεί να φαντάζει. Από εκείνες τις προκλήσεις που δεν τις προσπερνάμε τόσο εύκολα, αλλά σηκώνουμε επιδεικτικά το γάντι που έχουν ρίξει μπροστά μας και ριχνόμαστε στην όποια ''μάχη''.
''Πρέπει να πεθάνεις'', λοιπόν, ο τίτλος του καινούργιου μυθιστορήματος της συγγραφέως Νατάσας Γκουτζικίδου (αναμένεται να κυκλοφορήσει στις 08 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Αυγέρη - ευχαριστώ πολύ τη συγγραφέα και τις εκδόσεις για την εμπιστοσύνη να το διαβάσω), το οποίο παντρεύει το αστυνομικό στοιχείο με εκείνο του ψυχολογικού θρίλερ... Κι επειδή, όσο κι αν περνούσε ο χρόνος δε θα λάμβανα περισσότερες πληροφορίες για την υπόθεση του βιβλίου, ξεκίνησα την ανάγνωσή του.
Έχοντας περάσει ένα μεγάλο διάστημα από τότε που διάβασα έργο της συγγραφέως μέχρι και σήμερα, δύο ήταν τα πρώτα θετικά που εντόπισα διαβάζοντας το παρόν μυθιστόρημα. Αρχικά, αυτός ο χρόνος που μεσολάβησε λειτούργησε ώστε να λαχταρήσω να έρθω ξανά σε επαφή με κάποιο έργο της και κατά δεύτερον, είναι εμφανέστατη η εξέλιξη στην ήδη καλή συγγραφική της βάση που τώρα φαντάζει ακόμη πιο μεστή και ώριμη ώστε να μας προσφέρει ακόμη πιο συναρπαστικά δείγματα γραφής. Μα, καλύτερα, ας μαζέψω σε ένα σημείο τις σκέψεις μου και ας τις μοιραστώ μαζί σας.
Λένε ότι αν θέλεις να μάθεις το μέλλον, πρέπει να επιστρέψεις και να θυμηθείς το παρελθόν. Κι όπως ο δολοφόνος πάντα επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος, έτσι και η πηγή πολλών εγκλημάτων, ή, και μη είναι όσα έχουμε αφήσει πίσω μας ως περασμένα, μα ποτέ ξεχασμένα. Τα τραύματα της ψυχής μπορεί να γίνουν αιτία για να αναζητήσουμε την όποια ''αποζημίωση'' για τα όσα μας στέρησαν. Για τα όσα μας αναλογούσαν, μα μας τα πήραν, διότι αυτό ήθελαν οι άλλοι/ες για εμάς. Δίχως να σκεφτούν το τί μπορεί να θέλαμε εμείς. Όχι! Καμία ερώτηση. Μόνο διαταγή και επιβολή. Κι αυτό γίνεται το ''όπλο'' που ''οπλίζει'' το χέρι και τη σκέψη μας και ψάχνουμε να βρούμε προς τα πού θα στρέψουμε τα όποια ''πυρά'' για εκδίκηση; Λύτρωση; Μα φταίει πάντα αυτό το άτομο που του ρίχνουμε το όποιο ανάθεμα; Ή κάποιες φορές υπάρχουν και οι παράπλευρες -αναγκαστικές- απώλειες;
''Μια γυναίκα που τρέχει μακριά από τις αναμνήσεις της. Κι ένας έρωτας που δεν έσβησε ποτέ. Η Τζόις Τζέιμς, πρώην lip reader της αστυνομίας, θέλησε μόνο σιωπή. Αντί για σιωπή, βρήκε θάνατο. Αντί για γαλήνη, βρήκε τον Ίθαν Μπέκετ ξανά μπροστά της. Κάποια μυστικά δεν θάβονται. Κι όταν αναδύονται, ζητούν αίμα. Μια φωνή από το παρελθόν ψιθυρίζει: Πρέπει να πεθάνεις." (Από το οπισθόφυλλο)
Άραγε, όσο κι αν τρέξει κάποιος/α μακρυά, μπορεί να καταφέρει να (ξε)φύγει από ό,τι μπορεί να τον/την πληγώνει, τρομάζει, κρατά δέσμιό του, αλλά και δεν του/της επιτρέπει να ζήσει όπως το επιθυμεί; Πόσο εύκολη, ή, δύσκολη είναι η απόφαση να κόψει -μια για πάντα- κάποιος/α τους δεσμούς του/της με το παρελθόν κι ό,τι μπορεί αυτό να συνεπάγεται τόσο για την ύπαρξή του/της όσο και για την πορεία του/της στη ζωή; Πώς μπορούν οι θύμησες να μας στοιχειώνουν και να μας απελευθερώνουν την ίδια στιγμή; Πώς μπορεί το παρελθόν να επιστρέφει ξανά και ξανά και να επηρεάζει το παρόν μας;
Η συγγραφέας χρησιμοποιεί την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενισχυμένη από τους γρήγορους και ρεαλιστικούς διαλόγους -όταν κι όπου πρέπει- ώστε να υπάρχει μία σαφής και κατανοητή ανάπτυξη όλης της υπόθεσης πάνω στο χαρτί. Συνεπώς είναι αναπόφευκτη και μη διαπραγματεύσιμη μία πιθανή ταύτιση με τα πρόσωπα της ιστορίας. Ακόμη κι αν δεν έχουμε τίποτα το κοινό να μας ενώνει. Το μυστήριο έρχεται και παρεισφρύει σχεδόν ύπουλα κι αθόρυβα σαν την υγρασία που προκαλεί ανατριχίλα σε όλο μας το κορμί και αφήνει μία κολλώδη αίσθηση πάνω μας που μας κάνει να θέλουμε να τη διώξουμε με κάθε τρόπο, αλλά εκείνη επιμένει να γίνεται ένα με το δέρμα μας. Ναι, η συγγραφέας φαίνεται ότι ξέρει να κινεί τα νήματα και να ''παίζει'' με την ψυχολογία τόσο των προσώπων της ιστορίας όσο και των αναγνωστών/στριων. Η κλιμακούμενη ένταση των συναισθημάτων συμπορεύεται με το πώς εξελίσσεται όλη η ιστορία μαζί με τις όποιες ανατροπές και άλλες αποκαλύψεις που έρχονται στο προσκήνιο, ώστε να ταράξουν τις ισορροπίες και να μας βάλουν στη διαδικασία να σκεφτούμε το πού, τελικά, θα καταλήξουμε.
Εν κατακλείδι, το ''Πρέπει να πεθάνεις'' εδώ δε γίνεται μόνο ο τίτλος του βιβλίου, αλλά είναι και μία εμφατική δήλωση, από την οποία πηγάζει κι αναδεικνύεται όλη η πλοκή του. Η αφορμή, το μέσο και η όποια κατάληξη γύρω από τα όσα θα συμβούν μέσα στις σελίδες του. Με την άμμο να κυλά όλο και πιο γοργά μέσα στην κλεψύδρα και τον χρόνο να λιγοστεύει όλο και περισσότερο, ποιος/α μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι θα βγει αλώβητος/η απ'όλο αυτό και το ''Πρέπει να πεθάνεις'' θα παραμείνει μία κούφια και δίχως αντίκρισμα απειλή; Αναζητήστε το! Καλή ανάγνωση.
Το «Πρέπει να πεθάνεις» της Νατάσας Γκουτζικίδου είναι ένα βιβλίο που στηρίζεται ξεκάθαρα στον ρυθμό του και το κάνει σωστά. Από την αρχή χτίζει ένταση, κρατάει σταθερά το μυστήριο ζωντανό και δεν αφήνει την ιστορία να "κάτσει" ούτε στιγμή. Η αφήγηση προχωράει γρήγορα, με τρόπο που σε βάζει μέσα στο κλίμα χωρίς καθυστερήσεις και χωρίς περιττές φλυαρίες.
Το στοιχείο που με κέρδισε περισσότερο είναι η κινηματογραφική ροή. Η ιστορία διαβάζεται σαν να εξελίσσεται μπροστά σου, με σκηνές που έχουν εικόνα, κίνηση και σωστό χτίσιμο. Το σασπένς λειτουργεί σταθερά, όχι επιφανειακά. Υπάρχει συνεχώς η αίσθηση ότι κάτι παραμονεύει, ότι το παρελθόν δεν έχει τελειώσει και ότι κάθε εξέλιξη οδηγεί σε κάτι μεγαλύτερο. Η ατμόσφαιρα είναι από τα δυνατά χαρτιά του βιβλίου και το σκηνικό ενισχύει ιδανικά την ένταση. Η λίμνη δημιουργεί ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον που αυξάνει την αγωνία, ανεβάζει την ένταση και κρατάει το ενδιαφέρον σταθερά ψηλά όσο προχωράει η ιστορία, ενώ το δάσος συμπληρώνει ιδανικά αυτή τη σκοτεινή, ανήσυχη αίσθηση που ταιριάζει απόλυτα με το ύφος του βιβλίου. Ο θρύλος για τις "γυναίκες αερικά" είναι από τα στοιχεία που σε κρατούν σε εγρήγορση και σε κάνουν να γυρίζεις τις σελίδες πιο γρήγορα, γιατί λειτουργεί σαν κλειδί μέσα στην πλοκή. Παράλληλα, η συγγραφέας δείχνει αγάπη τόσο για την αλληγορία των θρύλων και των δοξασιών, όσο και για τη λογοτεχνία, με ευρήματα που ανεβάζουν τον πήχη. Το όνομα της ηρωίδας, το "Τζόις Τζέιμς", λειτουργεί σαν ένα έξυπνο λογοτεχνικό κλείσιμο ματιού στον James Joyce, ειδικά με την αναφορά στον “Οδυσσέα”.
Η γραφή είναι άμεση και σύγχρονη, κάτι που βοηθάει πολύ στο να κρατηθεί ο ρυθμός ψηλά. Το βιβλίο δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με "βαριές" περιγραφές, αλλά με την ένταση, τη ροή και τον τρόπο που δένει τις πληροφορίες, ώστε να θες να πας παρακάτω. Και αυτό, για μένα, είναι το μεγαλύτερο του πλεονέκτημα. Δεν σου δίνει απλώς μια ιστορία μυστηρίου. Σε βάζει σε μια διαδρομή όπου κάθε κεφάλαιο έχει λόγο ύπαρξης και κάθε σελίδα σε σπρώχνει να συνεχίσεις.
Ταυτόχρονα, πίσω από την αγωνία, υπάρχει και το ανθρώπινο κομμάτι. Υπάρχει συναίσθημα, υπάρχει ένταση στις σχέσεις, υπάρχει βάρος, κάτι που κάνει την ιστορία πιο δυνατή και πιο προσωπική. Αυτό είναι που ανεβάζει το βιβλίο ένα επίπεδο πιο πάνω, γιατί δεν βασίζεται μόνο στο "τι θα γίνει μετά", αλλά και στο “γιατί έχει σημασία”.
Το "ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ" είναι ένα βιβλίο που διάβασα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την αρχή μέχρι το τέλος και το ευχαριστήθηκα πραγματικά. Είτε σταθεί κανείς στον τίτλο, είτε στο έξυπνο εξώφυλλο, είτε στην ατμόσφαιρα που χτίζει από την αρχή, το βιβλίο σε τραβάει σε έναν κόσμο που δεν σε αφήνει να φύγεις εύκολα.
Όταν έχεις στα χέρια σου ένα αστυνομικό μυθιστόρημα όπως το Πρέπει να πεθάνεις η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να μιλήσεις γι' αυτό χωρίς να προδώσεις την αγωνία του αναγνώσ��η. Κάθε στοιχείο της πλοκής είναι τοποθετημένο προσεκτικά από τη συγγραφέα και κάθε αποκάλυψη μπορεί να αποβεί μοιραία για το μυστήριο.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η Τζόις Τζέιμς. Μια γυναίκα με μια σπάνια ικανότητα για την αστυνομία, εκείνη της αναγνώστριας χειλιών (lip reader) η οποία όμως ζει υπό τη σκιά ενός τραγικού λάθους. Ένα περιστατικό που οδήγησε στον θάνατο συναδέλφων της ήταν η αιτία να αποσυρθεί οριστικά ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε.
Η πορεία της Τζόις ανατρέπεται όταν βρίσκεται ξανά μπροστά στον Ίθαν Μπέκετ. Η επανεμφάνιση του πρώην συναδέλφου της συνδέεται με μια υπόθεση που την αγγίζει με τρόπο προσωπικό φέρνοντάς την αντιμέτωπη με δεδομένα που δεν περίμενε. Η παρουσία του Ίθαν λειτουργεί ως ο σύνδεσμος με την έρευνα που ξεκινά αναγκάζοντας την Τζόις να διαχειριστεί καταστάσεις που έρχονται στο φως από το παρελθόν της.
Η Νατάσα Γκουτζικίδου υφαίνει μια πλοκή όπου οι ανθρώπινες σχέσεις δοκιμάζονται κάτω από το βάρος παλιών τραυμάτων δείχνοντας πώς οι δεσμοί που μας ενώνουν μπορούν ταυτόχρονα να μας εγκλωβίσουν. Η λύση του μυστηρίου δεν φέρνει απαραίτητα τη λύτρωση αλλά την οδυνηρή αποδοχή ότι κάποια πράγματα όσο κι αν προσπαθήσεις να τα θάψεις θα διεκδικούν πάντα την παρουσία τους στο φως. Το βιβλίο οδηγεί τον αναγνώστη σε μια διαρκή αναζήτηση της αλήθειας υπενθυμίζοντας πως στο τέλος το πιο δύσκολο κυνήγι είναι αυτό που μας φέρνει αντιμέτωπους με την ίδια μας την ιστορία.
Το Πρέπει να Πεθάνεις δεν είναι απλώς ένα θρίλερ αλλά μια κραυγή απελευθέρωσης που αντηχεί σε κάθε σελίδα. Η Νατάσα Γκουτζικίδου κατασκευάζει ένα σκοτεινό, κλειστοφοβικό περιβάλλον τόσο ρεαλιστικό, που ο αναγνώστης νιώθει τον παλμό της ηρωίδας να επιταχύνεται σε κάθε απειλητικό βήμα του διώκτη της. Η δύναμη του βιβλίου έγκειται στην ωμότητα με την οποία περιγράφει τη μεταμόρφωση μιας γυναίκας από ανίσχυρο πιόνι σε κυρίαρχο του παιχνιδιού. Η γραφή είναι κοφτή, νευρική και γεμάτη συναισθηματική ένταση, μετατρέποντας την ανάγνωση σε μια εμπειρία που σε κάνει να σφίγγεις τις γροθιές σου. Είναι μια συγκλονιστική μελέτη πάνω στα όρια της ανθρώπινης αντοχής και στην τρομακτική δύναμη που κρύβει μέσα του όποιος δεν έχει πια τίποτα να χάσει. Ένα βιβλίο γροθιά στο στομάχι, που σε στοιχειώνει πολύ μετά την τελευταία τελεία. Εξαιρετικό όπως και το υπέροχο εξώφυλλο!
Δεύτερο βιβλίο της χρονιάς ένα βιβλίο που είχα μεγάλη ανυπομονησία να διαβάσω, καθώς ήμουν ήδη γοητευμένη από τα "Φτερά της λιβελούλας". Η μαγεία εξακολουθεί να παραμένει στο συγκεκριμένο βιβλίο, τόσο αναφορικά με τον τρόπο γραφής της Νατάσας, όσο και ως προς την αγωνία της ανακάλυψης του δολοφόνου. Με έναν απρόσμενο τρόπο νιώθεις ότι διαβάζοντας το συγκεκριμένο βιβλίο διακτινίζεσαι στον τόπο του εγκλήματος, αποτελείς μέλος της ομάδας που αναζητεί τον δολοφόνο. Το τέλος, ακόμη και αν κάποιος επιβεβαιώσει την υποψία του παραμένει αινιγματικό. Διαβάζεται απνευστί.