Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος (1936) είναι Έλληνας ποιητής[2], δοκιμιογράφος[2] και μεταφραστής[3].
Βιογραφικά στοιχεία Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1936. Δημοσίευσε τα πρώτα[2] του ποιήματα στο περιοδικό "Νέα Εστία". Συμμετείχε[3] στην έκδοση και σύνταξη των περιοδικών "Μαρτυρίες" και "Προτάσεις" και στη συνέχεια, το 1973, συμμετέιχε στην ίδρυση[2] και έκδοση του περιοδικού "Σημειώσεις", στις σελίδες του οποίου έχει δημοσιευθεί[3] μεγάλος μέρος του συγγραφικού του έργου. Έχει αρθρογραφήσει σε πλήθος περιοδικών και εφημερίδων[3] μεταξύ των οποίων στην Καθημερινή, την Βραδινή κ.α. Είναι επίσης υπεύθυνος των εκδόσεων Έρασμος.
Παράλληλα με την ποιητική του δραστηριότητα έχει δημοσιεύσει αρκετά δοκίμια και μελέτες και έχει πραγματοποιήσει δεκάδες μεταφράσεις έργων, θεωρητικού[2] κυρίως περιεχομένου.
Πάντα επίκαιρο το βιβλιαράκι αυτό, κάρφος από όταν πρωτογράφηκαν τα δοκίμιά του ενάντια στα κύρια ρεύματα της εξειδανίκευσης και της οικειοποίησης του 'ενδόξου παρελθόντος' και ταυτόχρονου παροπλισμού της δυνάμει επαναστατικότητας του παρόντος -του νεοελληνικού κατά κύριο λόγο. Το ιδεολόγημα του "όλα τάχει η Μαριορή, ο Ντερριντά της έλειπε", το χτυπά, ασχέτως εάν δεν υποστηρίζει κάποιο μεταμοντέρνο υποκατάστατο της μεγάλης εθνικής αφήγησης. Πικρός, όπως κι αλλού, ή μάλλον πικραμένος, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος δεν εφησυχάζει στρατευόμενος σε ιδεολογίες, ούτε όμως βαυκαλίζεται με την προβολή κάποιας ιδεολογίας της μη ιδεολογίας. Αναρωτιέσαι πού βρίσκει το σθένος της αντίστασης προς τις πλευρές που αγοράζουν και πωλούν τις μεγάλες ιδέες του νεότερου 'ελληνισμού', την ελληνικότητα, τη ρωμιοσύνη, το άχρονο και το έγχρονο, το μεταφυσικό και το πολιτικό τους απείκασμα. Κάπως θα βρίσκεται στην έντιμη διανοητική του στάση, από τις ελάχιστες πραγματικά αδέσποτες στον χώρο, είτε συμφωνείς είτε διαφοροποιείσαι προς αξιολογήσεις του. Έξυπνη γραφή, χωρίς παραχωρήσεις σε τρέχουσες πνευματικές μόδες, απλή και προσωπική. Σου υπονομεύει τις βεβαιότητες και δεν σε αφήνει να ησυχάσεις, ακόμη κι αν κλίνεις προς κάποια ερμηνεία της ρωμιοσύνης. Ο Λυκιαρδόπουλος, ποτέ "υπό ξένην σημαία", μας θυμίζει στα δοκίμιά του τον στίχο του "Όταν ήρθαμε / υποχωρούσαν τα μεγάλα οράματα αποδεκατισμένα / στα υπόγεια καταφύγια του στίχου" -όπου και διαμένουμε.
Σύμφωνα με τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ Ντ. Αίζενχάουερ “διανοούμενος είναι όποιος χρησιμοποιεί περισσότερες λέξεις από όσες χρειάζονται για να πει κάτι το οποίο δεν ξέρει”. Αν γνώριζε τον Γ. Λυκιαρδόπουλο, πιθανόν να μην χρειαζόταν να χρησιμοποιήσει τόσες πολλές λέξεις απλώς να εκφράσει κάτι που θα αρκούσε το ονοματεπώνυμο του για να το περιγράψει.
Το βιβλίο αυτό ανταποκρίνεται άριστα στο παραπάνω απόφευγμα. Λέξεις μετά λέξεων για να μην ειπωθεί τίποτα. Ή μάλλον, απλώς για βγει μια ψευτοδιανοουμενίστικη κατινιά, μια τοξική γκρίνια που προσπαθεί να υποτιμήσει τους πάντες, μια ντεμέκ “ψαγμένη” χυδαιότητα, χωρίς ωστόσο να εκφράζει το παραμικρό ως αντιπρόταση για τη συλλογική μας ταυτότητα. Κι όταν στον πρόλογο της ανανεωμένης έκδοσης (“απολογητική” τη βαφτίζει ο … διανοούμενος, απλώς για να διαλύσει το νόημα ακόμη μίας λέξης, αφού δεν υπάρχει τίποτε το απολογητικό) θέλει υποτίθεται να εξηγήσει γιατί απέτυχε τόσο οικτρά στις προηγούμενες … “διανοήσεις” του, ούτε λίγο ούτε πολύ σχεδόν μας ψέγει επειδή η πραγματικότητα μας του χάλασε τα τόσο “σοφά” ιδεολογήματα.
Αν κάτι μπορεί να διασωθεί μέσα στον ορυμαγδό ειρωνίας που εκτοξεύει εναντίον των “σταλινορθόδοξων” είναι το δεύτερο άρθρο (“ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ”) όταν σχολιάζει την “άγρια χαρά” του Παπαδιαμάντη, το περίπου ζωικό του πάθος που τον απέτρεψε από τον Άθω και τον έστρεψε στη λογοτεχνία. Τιμής ένεκεν λοιπόν το δεύτερο αστεράκι για την προσπάθεια αυτή. Πέραν αυτού τίποτε περισσότερο από αερολογίες εναντίον της “νεοελληνικής ταυτότητας” και της προσπάθειας να περισωθεί η συλλογική μας ετερότητα - χωρίς ξαναλέω να υπάρχει κάποια άλλη αντιπρόταση για συλλογική πολιτισμική έκφραση. Μάλλον ο Γ.Λ. δεν τολμά να ψελίσει ότι το μόνο που απομένει είναι ο ατομοκεντρικός εκτσογλανισμός του αναρχο-φιλελευθερισμού, είτε ως πρωτόγονος αναρχισμός είτε ως συμφεροντολογικός αναρχοκαπιταλισμός.