Το βασίλειο της Θερίνια σπαράσσεται από τις επιδρομές των πειρατών. Οι κάτοικοι των νησιών σφαγιάζονται και βλέπουν τις περιουσίες τους να αρπάζονται ή να καίγονται. Ο βασιλιάς Νέγουεν ασφαλής στην ηπειρωτική Τύοναν αδιαφορεί. Ο αδερφός του πρίγκιπας Αθίριλ όμως θα τον πείσει να ενεργήσει για την σωτηρία των παραθαλάσσιων περιοχών. Έτσι ο νεαρός Αθίριλ χωρίς πείρα από μάχες και με το σπαθί του άβαφο ακόμα από αίμα εχθρικό, θα ξεκινήσει μια εκστρατεία με αβέβαιη έκβαση, όπου θα συναντήσει αμέτρητους κινδύνους και θα γνωρίσει τον ίδιο του τον εαυτό. Κατά την απουσία του όμως οι εξελίξεις στο βασίλειο είναι εξίσου ανησυχητικές. Μια ομάδα αντιφρονούντων πρός τον βασιλιά Νέγουεν, βρίσκεται βάναυσα δολοφονημένη στην επαρχιακή πόλη Πάρνια. Όλα τα βλέμματα στρέφονται πρός το παλάτι αλλά λίγοι είναι εκείνοι που τολμούν να εκφράσουν δυνατά τις υποψίες τους. Οι φίλοι και συγγενείς των θυμάτων, άνθρωποι ισχυροί και ευγενικής καταγωγής, συνωμοτούν για την εκθρόνιση του βασιλιά και την εκδίκηση για τον χαμό των ανθρώπων τους. Οι άνεμοι του εμφυλίου φυσούν δυνατά στην Θερίνια και ίσως η προσπάθεια του πρίγκιπα Αθίριλ, αποδειχτεί μάταια.
Ο Στυλιανός Κιλημάντζος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 8/2/1981. Έχει σπουδάσει αγγλική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και έχει μεταπτυχιακό στη μετάφραση από το Πανεπιστήμιο του Portsmouth. Έχει ασχοληθεί επαγγελματικά με τη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας, τη μετάφραση και τη διερμηνεία.
Τυπικό επικό φάνταζυ. Μοιάζει stand-alone νουβέλα, αλλά μπορεί αν θέλει να γράψει και τη συνέχεια. Πραγματικά δε θέλω καν να φανταστώ τι θα μπορούσε να είναι η συνέχεια, γιατί θέλω να την περιμένω με την ανυπομονησία που της αξίζει.
Ο θρόνος της Θερίνια είναι τρία ή τέσσερα σκαλιά σε δεκαβάθμια κλίμακα πάνω από την Παγωμένη Ήπειρο, το πρώτο βιβλίο του Κιλημάντζου. Έχει χαρακτήρες, έχει πλοκή, έχει και σοβαρή βελτίωση στη χρήση της γλώσσας. Έχει και αληθοφάνεια πολλά σκαλιά πάνω από την Παγωμένη Ήπειρο. Και επίσης, πράγμα που με έκανε πραγματικά πολύ χαρούμενη, είχε και σαφέστατη κλίση στο μοντέρνο φανταστικό.
Αναλυτικά:
Οι χαρακτήρες είναι αληθινοί άνθρωποι. Χαρακτηριστικά, το καλό παλικαράκι δε μένει πιστό στις ιδέες του γιατί είναι το καλό παλικαράκι. Αντίθετα, σιγά-σιγά μεταμορφώνεται σε έναν ξεροκέφαλο σφαγέα, που όταν επιστρέφει και βλέπει την αρραβωνιαστικιά του παντρεμένη με άλλον, πάει και της λέει να τον παρατήσει και να πάει μαζί του. Καθόλου χολιγουντιανός ο καλός λοιπόν.
Ο δευτεραγωνιστής από την άλλη, ένας χοντρός μέθυσος αστυνομικός, με ξεγέλασε -ποιαν, εμένα!- και δεν κατάλαβα εξαρχής ότι ερωτευτεί το κορίτσι…
Κι ο μ@λ@κ@ς ο βασιλιάς που το σκάει πάνω στον αναβρασμό της μάχης και γυρίζει μετά να διεκδικήσει το θρόνο, μένει στο τέλος βασιλιάς! Λίγο αλλαγμένος βέβαια, αλλά και πάλι όχι δραματικά αλλαγμένος, που να τον πεις και καλό.
Όχι ότι δεν έχουν τα μικροπροβληματάκια τους. Υπάρχουν φορές που ο παλιός Κιλημάντζος αναδύεται και κάνει τους χαρακτήρες του είτε να κάνουν σαχλαμάρες είτε να λένε πράγματα που δε θα τα έλεγαν. Αλλά αυτά είναι πράγματα που τα ξεχνάς εύκολα, γιατί το σύνολο είναι πρακτικά πιστό σε αυτό που σου λέει εξαρχής ότι θα είναι. Δηλαδή πολύπλοκο και ενδιαφέρον, όπως ακριβώς θα ήταν ένας πραγματικός άνθρωπος.
Η πλοκή μπορώ να πω ότι με τραβούσε να διαβάζω παρακάτω. Υπήρξαν στιγμές που μάντεψα τι θα γινόταν, αλλά αυτό δεν ήταν απαραίτητα κακό. Υπήρξαν επίσης στιγμές που έβλεπα να γίνονται πράγματα που δε θα γίνονταν ποτέ στην «πραγματικότητα» (όπως ας πούμε ότι ο Καράνταρ βγαίνει στους δρόμους της παραγκούπολης και περιμένει να βρει να περνάει μια άμαξα-παύλα-ταξί, να τον γυρίσει σπίτι του ή ότι από τα εξακόσια καράβια και τους αντίστοιχους άντρες που έχει μαζί του ο Αθίριλ, όταν κατεβαίνει στο νησί με τον κερατόχοιρο, παίρνει μαζί του για εξερεύνηση καμιά δεκαριά). Αλλά και πάλι τα έβαλα στην άκρη για να δω πού θα το πάει τελικά. Και μπορώ να πω ότι δεν απογοητεύτηκα.
Η δράση είναι καταιγιστική όπου χρειάζεται και σε παρασέρνει επίσης.
Εκεί όπου είδα ότι έχει γίνει μεγάλη βελτίωση, αλλά και όπου θεωρώ ότι χρειάζεται κι άλλη, είναι η γλώσσα και η τεχνική. Η γλώσσα έχει πάψει να είναι η εφηβικά φανφαρόνικη, μιλάει απλά, με κοφτές προτάσεις και δε λέει πράγματα που δεν τα ξέρει. Μπορεί να τη βελτιώσει ακόμη, να πλουτίσει το λεξιλόγιό του μια ιδέα περισσότερο και να βάλει ακόμη ένα συν στην ικανότητά του. Τώρα για την τεχνική, έχω να παρατηρήσω δύο κύρια σημεία που θέλουν πολύ προσοχή.
Το πρώτο είναι αυτό που λέμε info-dumb. Μεγάλα κείμενα μέσα στο βιβλίο που εξηγούν το υπόβαθρο του κόσμου, βάζοντας πληροφορία πάνω στην πληροφορία και περιμένοντας να τα θυμόμαστε μετά. Σόρρυ, αλλά αυτό δε πρόκειται να γίνει. Μέσα στις 500 σελίδες του βιβλίου θα μπορούσε να έχει απλώσει κάπως όλη αυτήν την πληροφορία, ώστε να μπορέσουμε να την χωνέψουμε οι αναγνώστες του πολύ καλύτερα. Είναι -θεωρώ- ένα από τα σημεία που αναδεικνύουν την ωριμότητα ενός συγγραφέα στο χώρο του φανταστικού. Όσο λιγότερο μάθημα πατριδογνωσίας κάνεις στους αναγνώστες σου, τόσο πιο φανατικούς θα τους έχεις.
Το δεύτερο και πιο σημαντικό είναι το πώς χωρίζονται οι σκηνές μεταξύ τους. Πολλές φορές ξεκινά ένα κεφάλαιο με μια σκηνή, τελειώνει η σκηνή, ακολουθούν αστεράκια και μετά δεύτερη σκηνή. Λαμπρά κι εγώ μαζί σου. Όμως επίσης πολλές φορές αλλάζει η σκηνή χωρίς αστεράκια και μάλιστα πάει από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη. Μεγάλο φάουλ αυτό. Εκεί που ήμουν πραγματικά βυθισμένη μέσα στο βιβλίο και την πλοκή, μέσα στον κόσμο που έχει δημιουργήσει, παφ! με πετάει απ’ έξω. Με μια λέξη ξενέρωμα.
Αυτό που με ενθουσίασε περισσότερο και με κέρδισε, παρά τα προβλήματα του βιβλίου, είναι ότι ο συγγραφέας δε στάθηκε στην παλιά γνωστή λιωμένη από τη χρήση ιδέα του quest party. Αντίθετα, έβαλε τη φαντασία του να δουλέψει πραγματικά, έφτιαξε μια πρωτότυπη ιστορία και έπαιξε με την έννοια του καλού και του κακού ως εκεί που δεν παίρνει. Ακόμη και το τέλος είναι εξαιρετικά «μοντέρνο». Κανείς δεν έχει το τέλειο happy end ούτε την τέλεια δραματική-τραγική κατάληξη. Αυτό εμένα μου είπε δύο πράγματα: πρώτον ότι ο συγγραφέας μετά την Παγωμένη Ήπειρο διάβασε αρκετό σύγχρονο φανταστικό και δεύτερον ότι από το διάβασμά του έμαθε πράγματα, τα έκανε κτήμα του και όχι μόνο αυτό αλλά κατάφερε κιόλας να τα προσαρμόσει στη γραφή του.
Συγγραφεάς που εξελίσσεται και μάλιστα με τόσο θεαματικό τρόπο για μένα είναι ό,τι καλύτερο. Το είπα σε φίλους σε ιδιωτικές συζητήσεις, αλλά το λέω κι εδώ: αν συνεχίσει να εξελίσσεται έτσι, να ωριμάζει και να προοδεύει με αυτούς τους ρυθμούς, ίσως όχι το τρίτο αλλά σίγουρα το τέταρτο βιβλίο του Κιλημάντζου θα μας τινάξει τα μυαλά στον αέρα.
This entire review has been hidden because of spoilers.