Η Μαρίνα δε σκεφτόταν ό,τι έκανε - απλώς έκανε, για πρώτη φορά στη ζωή της, ό,τι επιθυμούσε. Λες και με κάθε βογγητό, με κάθε σπασμό, διέγραφε κι από μια μέρα, ή ένα μήνα, ή ένα χρόνο από την παλιά ζωή της, απ΄ όλα εκείνα τα ατέλειωτα πρωινά στο μαγαζί, απ΄ όλες εκείνες τις αναρίθμητες νύχτες που πέρασε δίπλα στον Χρίστο. Ένιωθε πως ο εαυτός της ως μαμά και γιαγιά και σύζυγος και μπακάλισσα και τίμια κι άμεμπτη γυναίκα ξεθώριαζε, όπως και το ίδιο το οικείο περιβάλλον της - σα να έβλεπε τον εαυτό της με τους δικούς της μέσα στο σπίτι και το μαγαζί να χάνουν τα χρώματά τους και τους ήχους τους, να γίνονται κάπως διάφανοι και σιωπηλοί. Ενώ αντίθετα φανταζόταν πως η άλλη, η καινούρια Μαρίνα, η ερωμένη του Παναγιώτη, γινόταν εντονότερη με κάθε μέρα που περνούσε. Όπως η εικόνα της, έτσι και της ίδιας το περίγραμμα γινόταν πιο αδρό, τα χρώματά της πιο ζωντανά, οι μυρωδιές κι οι ήχοι που εξέπεμπε πιο ευδιάκριτοι, πιο υπαρκτοί.
Αφοσιωμένη σύζυγος και μητέρα η ηρωίδα του βιβλίου, πιστή στο ρόλο για τον οποίο την προόρισε η καταγωγή και η ανατροφή της, θα συναντήσει στα πενήντα πέντε της πρώτη φορά τον έρωτα στα μάτια ενός πολύ νεότερού της άντρα: ενός ταλαντούχου ζωγράφου με τον οποίο θα υπερβεί προσωπικές αναστολές και κοινωνικά στερεότυπα, θα διαρρήξει οικογενειακούς δεσμούς και θα διεκδικήσει τελικά το δικαίωμά της στην ευτυχία. Οι συνέπειες όμως, τόσο για την ίδια όσο και για τους γύρω της, θα είναι απρόβλεπτες.
Ο Παύλος Μεθενίτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1962. Είναι δημοσιογράφος – έχει συνεργαστεί με περιοδικά, εφημερίδες, ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς ως σχολιογράφος, ελεύθερος ρεπόρτερ, κινηματογραφικός συντάκτης, ερευνητής, σεναριογράφος και σταυρολεξοποιός.
Πριν αποφασίσει να βιοποριστεί ως γραφιάς, εργάστηκε σε ναυτιλιακό πρακτορείο, βιβλιοδετείο, σουβλατζίδικο, εκδοτικό οίκο, κατάστημα ενδυμάτων, συνεργείο καθαρισμού, εταιρεία κούριερ και τράπεζα. Μετά θυμήθηκε πως έγραφε καλές εκθέσεις στο Δημοτικό. Είναι παντρεμένος με την Ευάννα Βενάρδου κι έχει ένα γιο, ο οποίος τον διδάσκει πώς να είναι πατέρας.
Ο Μεθενίτης επέστρεψε! Με χαρά ανακάλυψα το τρίτο του βιβλίο, μετά το Άλλος και το Αμανίτα Μουσκάρια (κι έχει κι άλλο, τη Συνέντευξη). Μια απλή σχετικά ιστορία, ένας έρωτας λίγο ανατρεπτικός. Αλλά με το χιούμορ, την ειρωνική και σαρκαστική ματιά, τη σκέψη και τον προβληματισμό για τις συνέπειες των πράξεων των ηρώων που χαρακτηρίζει όλα τα κείμενα του συγγραφέα. Μια γυναίκα 55 ετών, δούλα στο μίνι μάρκετ του άντρα της και στο σπίτι της, μια κόρη μεγαλοκοπέλα, παρθένα στα 30 της, έτοιμη για ραφιέρα, ένας γιος παντρεμένος με μια ξινή και μεγαλομανή κοπέλα με την οποία έχουν ένα αγοράκι. Η Μαρίνα λοιπόν είναι η πρώτη που ξυπνά και η τελευταία που κοιμάται σε αυτό το σπίτι, με την οικογένειά της να της φέρεται χειρότερα κι από ζώο. Ώσπου προκύπτει ο έρωτας! Στη γειτονιά μετακομίζει ο ζωγράφος Παναγιώτης κι ερωτεύονται με την πρώτη ματιά. Η Μαρίνα μετά από πολλούς δισταγμούς κι εμπόδια υποκύπτει στο φλερτ, ζουν παράνομα αλλά ευτυχισμένα ώσπου η κόρη τούς ανακαλύπτει και κάνει το βίο αβίωτο στη μάνα της, εκβιάζοντάς την για να μην πει τίποτα στον μπαμπά. Το ποτήρι ξεχειλίζει στα γενέθλια του εγγονού κι έτσι όταν ο Παναγιώτης μετακομίζει, η Μαρίνα δεν διστάζει να τον ακολουθήσει, με συνέπεια η κόρη να καταντά μισότρελη, ο πατέρας να παραιτείται από τη ζωή και να μαραζώνει ψυχολογικά. Το τέλος της ιστορίας γράφεται στο γεφύρι της Κόνιτσας.
Με αυτήν την ιστορία ο αναγνώστης σκέφτεται τις επιπτώσεις που έχουν οι ξαφνικές αποφάσεις, οι αλλαγές στην ανθρώπινη συμπεριφορά και νοοτροπία. Δεν είναι τόσο βαρύ το βιβλίο όσο ίσως αφήνω να εννοηθεί γιατί ο συγγραφέας πότε σαρκάζει, πότε σοβαρεύει. Χρησιμοποιεί λέξεις που ελαφραίνουν κάπου κάπου την ατμόσφαιρα αλλά και δίνουν κατακέφαλα κάπου αλλού. Πείστηκα ότι υπάρχει μια Μαρίνα που ίσως τα παρατήσει όλα πίσω της, πιεσμένη και διαλυμένη ψυχολογικά από την οικογένειά της, για να προλάβει να ζήσει ό,τι στερήθηκε, πείστηκα ότι υπάρχει ένας ζωγράφος νεαρός σχετικά που ίσως αγαπήσει μια τέτοια γυναίκα και δε θα διστάσει μπροστά στη διαφορά ηλικίας (ευτυχώς στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Παναγιώτης αγάπησε πραγματικά τη Μαρίνα, δεν την κορόιδεψε, ούτε την αντιμετώπισε ως περιπέτεια), πείστηκα ότι μια κοπέλα νεαρή, αν και παραιτημένη, ίσως τρελαθεί από ζήλια που συνομήλικός της άντρας προτίμησε τη μάνα της κι όχι αυτήν, αναγκάζοντας την να φτάσει στα άκρα της τρέλας και της παραφροσύνης, κάνοντας κακό κυρίως στον εαυτό της. Την ιστορία τη μαθαίνουμε από τον εγγονό, που ψάχνοντας στοιχεία για τον άγνωστο ζωγράφο που ζωγράφισε τον εκπληκτικό πίνακα "Γυναίκα με σεντόνι" και κρύβεται πίσω από το ψευδώνυμο Πιανίστας καταφέρνει να γνωρίσει τον ίδιο τον ζωγράφο και να σοκαριστεί, μαθαίνοντας ότι στον πίνακα είναι η γιαγιά του! Όμορφη και πρωτότυπη ιστορία, καλογραμμένη, ψυχογραφημένη και ψυχολογημένη σωστά.
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
"-Κι ο καφές ο δικός μου; ακούστηκε η φωνή του πάτερ φαμίλια, ενός εξηντάχρονου αθεράπευτου γκρινιάρη, που πίστευε ακράδαντα σ' ολόκληρη την ενήλικη ζωή του πως ο Θεός, ο Διάβολος, η Μοίρα, το Κράτος, ο Καιρός και η Διεθνής Οικονομική Κατάσταση είχαν συνωμοτήσει εναντίον του προσωπικώς, για να πλήξουν την υγεία, τη δουλειά και τα δικαιώματά του" (σελ. 14-15).
"Πράγματι, τι θα γινόταν όταν αυτό το ώριμο, μελωμένο κορμί που στεκόταν εμπρός του θ' άρχιζε να κρεμάει, να καταρρέει, να φθίνει, να υποκύπτει σ' αυτόν τον γαμ... τον πανδαμάτορα χρόνο, που δημιουργήθηκε για να καταστρέφει; Που δίνει με το ένα χέρι, ο απατεώνας, ο τοκογλύφος, τα δώρα της νιότης, ενώ με το άλλο περιμένει να εισπράξει εν καιρώ την υπεραξία τους σε ρυτίδες, ασχήμια κι ανημπόρια..." (σελ. 205).
"Η προεξόφληση του Αύριο είναι για τους πολιτικούς, η εξόρυξη του Χτες για τους ιστορικούς αλλά η διακονία του Τώρα είναι το υψηλό λειτούργημα των εραστών, που ζουν, αθάνατοι, στη στιγμιαία του απειροσύνη" (σελ. 209).
"Ακόμα κι αν ο ήλιος έψηνε την πέτρα δέκα μέτρα παρακεί, το ποτάμι ζούσε τη δική του δροσερή, βαθυπράσινη ζωή, κυλώντας τα φωτεινά, τραγουδιατά νερά του κάτω από τα ημικύκλια των γεφυριών, που φαίνονταν τόσο άψογα, τόσο τέλεια, σα να 'ταν πέτρινα, θεόρατα, μισοθαμμένα δαχτυλίδαια αρραβώνων κι ο ποταμός το δάχτυλο" (σελ. 214).