Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις IANOS η συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Παρά θίν’ αλός». Πρόκειται για τα 50 διηγήματα που βραβεύτηκαν στο πλαίσιο του φετινού Διαγωνισμού Διηγήματος της Αλυσίδας Πολιτισμού IANOS, ο οποίος διεξήχθη για έβδομη συνεχή χρονιά παράλληλα με τον Διαγωνισμό Φωτογραφίας και με το ίδιο θέμα. Εδώ και επτά χρόνια, μέσω της διοργάνωσης, δίνεται η ευκαιρία σε σύγχρονους νέους λογοτέχνες να μοιραστούν τις ανέκδοτες ιστορίες τους. Φέτος, έναυσμα στάθηκε η ομηρική φράση «παρά θίν’ αλός», που τη συναντάμε στην Ιλιάδα (στίχος 1.327). Όπως επισημαίνουν και τα μέλη της κριτικής επιτροπής, Ευτυχία Γιαννάκη, Τέσυ Μπάιλα και Κωνσταντίνος Μπούρας, στον πρόλογό τους: «Το αποτέλεσμα ήταν ιδιαίτερα ικανοποιητικό. Στην πλειοψηφία τους, τα κείμενα που συμμετείχαν στον διαγωνισμό είναι κείμενα καλογραμμένα, ποικίλης θεματογραφίας και δείχνουν αυξημένη ενσυναίσθηση και καλλιεργημένη ευαισθησία σε κοινωνικά ζητήματα διεθνούς βεληνεκούς. Μέρος από τον πρόλογο της Κριτικής Επιτροπής »Οι πρόσφυγες που ξεβράζονται απροστάτευτοι στις ακτές της Μεσογείου, τραγικά παρασυρμένοι από τις τρικυμίες της θάλασσας και της Ιστορίας, κατέχουν φυσικά την κυρίαρχη θέση στον κοινωνικό προσανατολισμό των διαγωνιζόμενων συγγραφέων. Παράλληλα, η μυθολογία αποτελεί μια ασφαλή παρακαταθήκη ιδεών και συμβόλων. Οι εξιδανικευμένες αναμνήσεις νεανικών ρομαντικών ερώτων, όμως, κατέχουν τη μερίδα του λέοντος, ενώ ακολουθεί μια παντοειδής θεματογραφία, στην οποία κυριαρχεί η ακροθαλασσιά ως τόπος μνήμης, αναπόλησης, ευτυχισμένων στιγμών, οδύνης αλλά και θανάτου. Τόπος ορισμού της ελληνικότητας και του πολιτισμού της, που καθορίζει την ανθρωπογεωγραφία της. »Ως εκ τούτου, ως μέλη της κριτικής επιτροπής δυσκολευτήκαμε εξαιρετικά να επιλέξουμε το άριστο ξεχωρίζοντάς το από το “λίαν καλό”, καθώς το νόημα αυτής της ευγενούς άμιλλας είναι να αναδειχτούν οι καινούριες φωνές που θα επιδράσουν σημαντικά στη Νεοελληνική Λογοτεχνία και θα αφήσουν ανεξίτηλο το στίγμα τους».
Το διήγημά μου «Φλοίσβος Φάντασμα» διακρίθηκε στον 7ο Διαγωνισμό Διηγήματος του IANOS και εκδόθηκε στη συλλογή με τα 50 βραβευμένα διηγήματα.
Φλοίσβος Φάντασμα Λευτέρης Αναγνωστόπουλος
Στα όνειρά μου έχω τα πόδια στο νερό και το αεράκι μού δροσίζει τον σβέρκο. Τα νιώθω να βουλιάζουν στα χαλίκια της ακτής και να μπλέκονται στα δάχτυλά μου. Βλέπω τα σύννεφα να ταξιδεύουν στον ορίζοντα, στη γραμμή του οποίου πλέουν τα καράβια. Έχω αυτή τη σκέψη, πως θα ήθελα να ταξίδευα μαζί τους, αλλά γρήγορα την ξεπερνώ, γιατί λατρεύω το σημείο όπου τα πόδια μου έχουν ριζώσει. Η πολιορκία των φαντασιώσεων όμως δεν σταματάει εδώ.
«Άντε, έλα για μεζέ!» φωνάζει ο βαρκάρης. «Αναθεματισμένοι γλάροι, θέλουν να κλέψουν τα ψάρια μου. Να κεράσω τσιγαράκι;»
Πλησιάζω τη βάρκα και τρώω τα μικρά ψάρια που έχει πιάσει ‒ είμαι τόσο πεινασμένος. Το τσιγάρο καίει στα χείλη μου. Το εκτοξεύω μακριά και ανοίγω τα μάτια ξεφεύγοντας από την ουτοπική παραίσθησή μου. Η γόπα απορροφάται από τον ορίζοντα της ερήμου και γίνεται ένα ναυάγιο ανάμεσα σε άλλα. Η θάλασσα είναι ένα τασάκι κι εγώ το τελευταίο της ετοιμοθάνατο τσιγάρο και όπως συμβαίνει στα παραμύθια ‒όπου τα άλογα γίνονται ποντίκια και οι άμαξες κολοκύθες‒, τα ψάρια γίνονται σκουλήκια και οι γλάροι όρνια που καραδοκούν να καπνίσουν την τελευταία τζούρα.
Ο βαρκάρης νεκρός. Στα χέρια του ακόμα κρατάει τα κουπιά και η άμμος από κάτω τους σκαμμένη. Δεν έφυγε ποτέ. Έχει μια ανοιχτή πληγή που τα σκουλήκια έχουν φωλιάσει μέσα της. Συνειδητοποιώ πως ήταν ο μεζές μου και με πιάνει ναυτία. Τώρα τα νιώθω στην κοιλιά μου να γεννούν… Εγκυμονώ τα αυγά τους!
Προσπαθώ να κλείσω τα μάτια και να δω τον ωκεανό, να ακούσω την εκπνοή του στη στεριά, αλλά ο ιδρώτας εισβάλλει μέσα τους και τα κάνει να καίνε. Η μόνη κίνηση που υπάρχει στη στασιμότητα της ερήμου είναι αυτή που δημιουργεί η κλεψύδρα όταν αδειάζει. Με τραβάει πίσω.
Διψάω. Γδέρνω τη γλώσσα μου στα ξερά μου χείλη. Μπροστά μου ένας αμμόλοφος περιμένει υπομονετικά το πέρασμά μου, κι από μέσα του εξέχει μια διαλυμένη πλώρη που θυμίζει κεφάλι ροφού. Η έρημος κινείται για τελευταία φορά γύρω μου κι ο μεταλλικός κολοσσός εμφανίζεται από τα σπλάχνα της και σπαρταράει ετοιμοθάνατος. «Ποιος άδειασε τους ωκεανούς;» ρωτάει το καράβι, κι εγώ τρομοκρατημένος βρίσκομαι πάλι στην ακτή να ακούω τον φλοίσβο στην ξαπλώστρα.
Έφυγα ή επέστρεψα; Ασήμαντο. Δυσκολεύομαι, αλλά καταφέρνω να γελάσω με τον εαυτό μου. Ο ήλιος με έχει πειράξει. Βλέπω τον βαρκάρη να συνεχίζει το κουπί του, βλέπω τους γλάρους να βουτούν για να πιάσουν το ψάρι τους και… βλέπω το όρνιο. Περιμένει στην άκρη με τσιγάρο στο ράμφος.
Το διήγημα μου "Το απόγευμα μιας καρδιάς στην άμμο" συμπεριλήφθηκε στις 50 σύντομες ιστορίες που διακρίθηκαν στο διαγωνισμό του Ιανού! Πολύ ωραίο το θέμα και πόσες ωραίες ιστορίες υπάρχουν σε αυτό το τομίδιο!