...Ήταν τότε που οι μικροί αντάρτες της επαναστατικής αίρεσης "οι πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς" αποφάσισαν την αναμέτρηση, για να μοιράσουν με νέο τρόπο τη διαθέσιμη ζωή κι έστησαν ενέδρες στα περάσματα του χρόνου... Στο μικρό δούναι και λαβείν των ημερών, στον υπολογισμό του κέρδους και στο λογαριασμό των πιθανοτήτων, αντιπρότειναν το μάταιο, το περιττό... Ήταν τότε που τόσες σπαταλημένες ζωές επιστρατεύθηκαν, τόσες ημέρες που εκχωρήθηκαν στο ασήμαντο διεκδικούσαν τη θέση τους... Θα παρατηρήσατε ότι κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης άρχισε ο τόπος να γεμίζει αισθήματα. Μια διάχυτη καλοσύνη, ένα ερωτικό πάθος ασυνήθιστο. Ήταν που οι μικροί αντάρτες επανέφεραν τον έρωτα. Περίεργα φαινόμενα παρουσιάστηκαν τότε. Οι σαραντάρηδες άρχισαν να ζωγραφίζουν ήλιους στις σαμσονάιτ. Διέλυαν τις συνεδριάσεις και πέταγαν μπαλόνια στο διάστημα. Μοίραζαν σερπαντίνες στις γωνίες των οδών. Το ποσοστό κέρδους σημείωσε κατάρρευση, καθώς οι εργάτες δούλευαν πια με την έγνοια της ζωής και οι επιχειρηματίες δεν μπορούσαν να τους πιέσουν. Κανείς δεν υπολόγιζε τις απειλές μετά από τόση αιθρία. ... Λοιπόν εκείνη τη φορά ο κόσμος έμεινε στην ίδια θέση. Κι ο χρόνος δεν κύλαγε. Μάταια πάλευε να ξεφύγει από τη λαβή του μικρού αντάρτη. Μάταια προσπαθούσε ν' αλλάξει την κατάσταση. Να ξαναπάρει πόζα αγέρωχου. Εκείνος, ο ανίκητος, κλονιζόταν. Η μνήμη γινόταν ισχυρή. Οι απειλές, οι διαδόσεις, οι θάνατοι δε στάθηκαν ικανοί να τη ματαιώσουν. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Όμορφο, ποιητικό, συμβολικό... δύσκολο να μην αγγίξει κάποιον/-α. Απλώς, κάποιες φορές αισθανόμουν κούραση από την τόσο αυτόματη -υπερρεαλιστική-γραφή.
Ακολουθεί απόσπασμα του βιβλίου. Είναι διαμαντάκι, στεναχωριέμαι κάπως που είναι τόσο άγνωστο.
«Κι εγώ τώρα που σας ιστορώ δεν έχω πια την πολυτέλεια της μελαγχολίας. Να την περιφέρω σε νυχτερινούς δρόμους, από την πόρτα μιας ερωμένης στην αυλή των παιδικών φαντασμάτων. Γιατί έχουν γίνει αμετάκλητα τα πράγματα.
Αλλά πρέπει να ξανανοίξει μια φλέβα, να τρέξει όλο το αίμα. Να στενέψουν τα περιθώρια απελπιστικά. Ν’αρχίσει άλλη αρίθμηση.
Αφού κάθε πρωί εξακολουθεί να ανατέλλει ένα καινούργιο χαμόγελο κοριτσιού. Αυτό που συναντάς σε μια νυσταγμένη καλημέρα, μ’ένα φίλι στον αέρα, μια κίνηση χορού στο κενό. Σαν την εικόνα της πιο γαλήνης που έχει η ψυχή σου, σαν το κλειδί για να ξεμπλέξεις τον κόσμο.
Θα φυλάξω αυτή την καλημέρα, το φιλί, την όρεξή μου, το κάθε πρωί που είναι καινούργιο. Θα φυλάξω τις καλύτερες ευχές. Θα κάνω ελιγμούς ανάμεσα στα διάκενα των ημερών, σαν να κρατάω τις σπουδαίες σημειώσεις στο περιθώριο. Θα τις διασχίσω αναπότρεπτα.
Δεν είναι καλύτερα να παρακαλάς τον καιρό να συντομεύει. Είναι καλύτερο να επισπεύδεις τις συντέλειες.
Έχει γεμίσει ο κόσμος γιασεμιά. Και να τα βλέπεις είναι πολύ.
Γιατί φτάσαμε ως εδώ με κόπο πολύ. Κάποιες φορές πάνω στο λιποψύχισμα βρίσκαμε τόπο να πατήσουμε. Ένα πείσμα, την υπομονή, το «πάμε παρακάτω». Δεν ήταν γι’αστείο αυτά που κάναμε.
Φυσικά δεν διανύσαμε τόσες αποστάσεις ανάμεσα σε πυρπολημένα εδάφη, δεν χάσαμε τόσους φίλους, τόσα κομμάτια ζωής, χωρίς ν'ασπρίσει ούτε μια τρίχα μας. Μέσα κι έξω.
Ισορροπήσαμε πολλές φορές πάνω στην κόψη. Όχι πως αποφύγαμε τις πτώσεις. Αύριο όμως ξαναρχίζουμε. Δεν ξέρω αν αυτό είναι η σοφία ή η αδιάκοπη αποκοτιά. Ή μήπως είναι το ίδιο;
Μαντεύετε λοιπόν γιατί ακόμα με απασχολούν οι στίχοι. Σχεδόν με βασανίζουν.
Σαν να ακούω τη φωνή τους, να καλεί την κλάση μας. Σαν να ζω μαζί τους όλες τις ζωές, τις πριν και τις επόμενες, σαν να συναναστρέφομαι όλες τις μεθυσμένες εικόνες του άλλου κόσμου, που φαντάστηκα. Ο κόσμος που αντέχει, που αλλάζει και μένει ίδιος, που χαμογελάει στην καταστροφή, που ξαναρχίζει αδιάκοπα. Μπορεί και να νικάει.
"Είτε βραδιάζει είτε φέγγει μένει λευκό το γιασεμί".
Να το θυμάστε. Όπως όλα τα καλύτερα που δεν είναι πλέον εδώ κι όμως δεν λείπουν.»