Η Αλεξία, μια νεαρή δικηγόρος από τον Καναδά, φτάνει στο Διακοφτό, το χωριό του πατέρα της, αποφασισμένη να εκπληρώσει την τελευταία του επιθυμία και να βρει την ετεροθαλή αδερφή της, αυτήν που ο ίδιος ο πατέρας είχε κρατήσει μακριά της για μια ολόκληρη ζωή. Έτσι, η Αλεξία βρίσκεται σε μια χώρα που μαστίζεται από την οικονομική κρίση, σε έναν τόπο για τις συνήθειες και την κουλτούρα του οποίου δεν ξέρει τίποτα – και, σαν να μην έφταναν αυτά, καλείται να αντιμετωπίσει ένα σόι που κουβαλά αμέτρητα μυστικά. Πράγματι, η οικογένεια Σαρινόπουλου έχει σημαδευτεί σκληρά από τραγικά συμβάντα, από τον πόλεμο και από ένα στίγμα ηθικό για το οποίο το χωριό κουτσομπολεύει ακόμα. Το ταξίδι της Αλεξίας, αλλά και το ταξίδι που είχε κάνει στο χωριό κι ο μετανάστης πατέρας της είκοσι πέντε χρόνια πριν, βρίσκονται, σιγά σιγά, στη σκιά της σφαγής των Καλαβρύτων, της τραγωδίας που άλλαξε για πάντα το πεπρωμένο της οικογένειας.
Πότε με τη φωνή της Αλεξίας και πότε με τη φωνή του πατέρα της, Νικόλα, αυτό το βαθύτατα τρυφερό μυθιστόρημα διηγείται την ιστορία ενός τρομερού μυστικού που κακοφορμίζει στα σπλάχνα μιας ολόκληρης οικογένειας, ώσπου να φανερωθεί η αλήθεια που θα γιατρέψει την παμπάλαιη πληγή.
Προσπάθεια γραφής από Ελληνίδα 2ης γενιάς που φαίνεται ότι αγαπά την πατρίδα της. Πέραν τούτου ουδέν. Ανία και πλήξη. Η επιμέλεια θέλει μια γερή επιμέλεια. Τι άλλο; Α! Απαράμιλλο! Σελ. 122. "Στα δεξιά τους, φορτηγά μπαινόβγαιναν στη βιομηχανική ζώνη του Διακοφτού." Καλά που έχουμε πάει στο Διακοφτό και μπορέσαμε να γελάσουμε!
Βιβλίο που αναφέρεται για τον τόπο καταγωγής της συγγραφέως που είναι η Ελλάδα.Μέσα από την αφήγηση πότε της Αλεξίας και πότε του Νικόλα μας ταξιδεύει πότε στο παρελθόν και πότε στο σήμερα.Γεγονότα που η ηρωίδα ανακαλύπτει για την οικογένειά της που η απουσία της ήταν αισθητή για την Αλέξια από μικρή ηλικία.Μια πλοκή χωρίς έντονα συναισθήματα και νομίζω μια δόση υπερβολής όσον αφορά τις προκαταλήψεις στην σημερινή χώρα μας.Κατανοητή γραφή,αλλά κουραστική σε ορισμένα σημεία που αιτία μπορεί να είναι η μετάφραση.
H γενικη ιδεα καλη,ωστοσο η ιστορια ειχε πολλες ΄΄τρυπες΄΄. Ειναι ξεκαθαρο πως η συγγραφεας εχει ελαχιστη επαφη με την ελληνικη πραγματικοτητα.Ολα αυτα ειναι αρκετα παλιακα και δεν αντιπροσοπευουν επαρκως την ελλαδα του 2010
Η Στέλλα Λεβεντογιάννη-Χάρβι είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση συγγραφέα. Αν και ελληνικής καταγωγής, έχει γεννηθεί στο Κάιρο και έχει μεγαλώσει στον Καναδά. Παρ' όλα ταύτα, ποτέ δεν έχασε επαφή με τις ρίζες της. "Οι Κόρες Του Νικόλα", το πρώτο της μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε στο εξωτερικό από τις εκδόσεις Signature, φανερώνει ξεκάθαρα την αγάπη της για τον τόπο καταγωγή της, και αυτός είναι ίσως ο βασικός λόγος που οδήγησε τις εκδόσεις Ψυχογιός στην απόφαση να εκδώσουν το βιβλίο της και στη χώρα μας. Όσοι διαβάζετε τακτικά το blog μου, θα γνωρίζετε πολύ καλά πως το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, δεν είναι από τα πλέον αγαπημένα μου. Παρ' όλα ταύτα, το βιβλίο αυτό, είχε κάτι που μου κίνησε την περιέργεια από την πρώτη στιγμή, άσχετα από το αν τελικά την ικανοποίησε ή όχι.
Η Αλεξία έμεινε ορφανή από μητέρα στα οχτώ της μόλις χρόνια, αναλαμβάνοντας ουσιαστικά να φροντίζει τον πατέρα της, ο οποίος συναισθηματικά και ψυχολογικά κατέρρευσε όταν έχασε τη σύζυγό του, κάτι που τον ώθησε στο να εγκαταλείψει για ένα διάστημα την ίδια του την κόρη και να επιστρέψει στην Ελλάδα, από τον Καναδά όπου είχε μεταναστεύσει και χτίσει και μια νέα ζωή. Απ' όταν γύρισε και πάλι σε εκείνην, έμεινε στο πλευρό της χωρίς να φύγει μακριά της ποτέ ξανά. Και μια μέρα, έπειτα από μάχη με τον καρκίνο, ο Νικόλας φεύγει από τη ζωή αφήνοντας στην Αλεξία ένα κουτί που πρέπει να παραδώσει σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, κι ένα φορτίο πιο βαρύ απ' όσο μπορεί εκείνη ν' αντέξει. Η Αλεξία, έχει μια αδερφή για την οποία δεν έμαθε ποτέ τίποτα και η οποία ζει στην Ελλάδα, κοντά στον τόπο καταγωγής του πατέρα τους. Και μπορεί στην αρχή να είναι αρνητική απέναντι στην ιδέα, ωστόσο, δεν μπορεί να μην ικανοποιήσει την τελευταία επιθυμία του πατέρα της, ταξιδεύοντας τελικά στον τόπο της, γνωρίζοντας τους συγγενείς της, αλλά και μαθαίνοντας σταδιακά την αλήθεια πίσω από την ιστορία της οικογένειάς της που τόσα χρόνια αγνοούσε.
Η συγγραφέας επιλέγει να την αναχρονιστική αφήγηση. Μας ταξιδεύει από το 1986 στο 2010 και αντιστρόφως, δίνοντας τον λόγο στον Νικόλα στην πρώτη περίπτωση, στην Αλεξία πάλι κατά την δεύτερη. Η επιλογή αυτή διόλου τυχαία δεν είναι και επί του πρακτέου, αποδεικνύεται πως είναι το καλύτερο που θα μπορούσε να γίνει. Έχουμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε σταδιακά όλα τα γεγονότα, τόσο τα παρελθοντικά που οδήγησαν στο σήμερα, στο παρόν της Αλεξίας, αλλά και όλα εκείνα που διαδραματίζονται όσο εκείνη ανακαλύπτει την ιστορία της οικογένειάς της, βήμα το βήμα, βάζοντας κι από ένα λιθαράκι στον πίνακα εκείνο που συνθέτει μια εικόνα που κρύβει περισσότερα απ' όσα μπορεί να νόμιζε ή να υπέθετε, τόσο η ίδια, όσο και ο πατέρας της κάποτε. Και οφείλω να ομολογήσω πως το συγκεκριμένο κομμάτι, τεχνικά, η κυρία Λεβεντογιάννη το έχει δουλέψει εξαιρετικά καλά, χωρίς τα πισωγυρίσματα αυτά στο χρόνο να γίνονται κουραστικά και χωρίς να δυσκολεύεται ο αναγνώστης να παρακολουθήσει την ροή των γεγονότων, δίνοντάς του κάθε φορά μόνο όσα χρειάζεται να ξέρει μια δεδομένη στιγμή.
Εκεί που προσωπικά έχω τις εντάσεις μου, είναι ως προς την δυναμική της αφήγησης. Ναι μεν μπορεί χρονικά να ακολουθείται μια πολύ καλή ροή που δεν κουράζει και δεν χωλαίνει, αλλά στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τίποτα το συγκλονιστικό. Ουσιαστικά, "Οι Κόρες Του Νικόλα", είναι ένα βιβλίο που θα σας θυμίσει πολλά άλλα, όχι απαραίτητα ως προς τον πυρήνα της ίδιας της ιστορίας που πραγματεύεται, αλλά ως προς το γενικότερο αίσθημα που αυτή βγάζει προς τα έξω. Η ιστορία του Νικόλα και της οικογένειάς του είναι πολύ επίπεδη, χωρίς μεγάλες εκπλήξεις ή και εκρήξεις από μεριάς των πρωταγωνιστών. Ακόμα και οι αντιδράσεις τους απέναντι στις διάφορες καταστάσεις, δίνονται τόσο ομαλοποιημένα που φαντάζουν κενές από συναίσθημα. Επίσης, κάτι που δεν μου άρεσε, είναι η υπερβολή του πουριτανισμού και της προκατάληψης της οικογένειας του Νικόλα, αλλά και του κοινωνικού τους περίγυρου. Σίγουρα η συγγραφέας, δεν έχει τόσο τακτική επαφή με την Ελλάδα και τις επαρχίες αυτής, μπορώ όμως να την διαβεβαιώσω πως στο σήμερα, η υπερβολή με την οποία αποδίδει στο χαρτί τις δήθεν πομπές του Νικόλα, κατ' εξοχήν, δεν έχουν σχεδόν καμία επαφή με την πραγματικότητα, άρα θέλοντας και μη, το αντιμετωπίζω ως κάτι ξένο προς εμένα.
"Οι Κόρες Του Νικόλα" είναι ένα βιβλίο που έχει τα καλά και τα στραβά του. Στα καλά μπορούμε να αναφέρουμε το καλογραμμένο κείμενο και την καλοδουλεμένη αφήγηση της ιστορίας που περιγράφει, την αρκετά καλή ανάλυση των χαρακτήρων του, αλλά και την έρευνα που φαίνεται να έχει κάνει η συγγραφέας, τόσο ιστορικά όσο και τοπογραφικά, περιγράφοντας με συγκινητικό τρόπο την ιστορία ενός τόπου που λόγο καταγωγής, γνωρίζω πολύ καλά και που με συγκινεί απεριόριστα. Στα αρνητικά μπορούμε σίγουρα να αναφέρουμε την υπερβολή ως προς την παρουσίαση του δήθεν καθωσπρεπισμού της επαρχίας του σήμερα, αλλά κυρίως, την έλλειψη κορύφωσης του δράματος. Έχω την αίσθηση πως τελικά, έγινε πολύ κακό για το τίποτα, ειδικά όσον αφορά τις κόρες του Νικόλα και πως όλο αυτό δεν αποσκοπούσε πουθενά αλλού, παρά μονάχα στο να ανακαλύψουμε την αλήθεια της ιστορίας του δικού του πατέρα που αν και προβλέψιμη, είναι συγκινητική, όμως, όχι τίποτα περισσότερο από αυτά.
Η ιστορία εκτυλίσσεται σε δύο επίπεδα: τη δεκαετία του 1980 και το 2010. Τότε την ιστορία την αφηγείται ο Νικόλας, ο οποίος μετά τον θάνατο της λατρευτής του γυναίκας στο Βανκούβερ του Καναδά όπου μετανάστευσε, κυνηγώντας τους δαίμονες του παρελθόντος του, εγκαταλείπει την ανήλικη κόρη του, Αλεξία, στους νονούς της κι επιστρέφει στην Ελλάδα, στο Διακοφτό. Τα όνειρα και οι προσδοκίες του ότι άλλαξαν τα πράγματα και ότι ίσως καταφέρει να ξανακερδίσει τον πατέρα του, γκρεμίζονται από την πρώτη στιγμή. Η εβδομάδα γίνεται μήνας, οι συγκρούσεις με τον πατέρα του έντονες, η απάντηση στα ερώτηματα που έβαλε στη ζωή του δεν έρχεται. Οι αδερφές του, Χριστίνα, Μαρία και Κατερίνα είναι οι μόνες που τον καλοδέχονται. Μόνη ανάσα ζωής και φωτεινή ηλιαχτίδα στη σκοτεινή ατμόσφαιρα της καθημερινότητάς του είναι η πρώτη του ξαδέρφη, η Δήμητρα. Ο Νικόλας και η Δήμητρα, μετά τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα των παιδικών τους χρόνων, βρίσκουν την ευκαιρία να ξαναθυμηθούν ο ένας τον άλλον, να αντιμετωπίσουν το παρελθόν και το μέλλον και να δημιουργήσουν έναν απαγορευμένο ερωτικό δεσμό. Παράλληλα ο Νικόλας ξαναζεί τη φιλία του με τον Αχιλλέα, έναν καιροσκόπο, άεργο και φαφλατά άντρα που στηρίζει όλα του τα όνειρα στην τουριστική αξιοποίηση μιας περιοχής του Διακοφτού.
Σήμερα την ιστορία την αφηγείται η Αλεξία, μετά τον θάνατο του πατέρα της. Ο Νικόλας έχει επιστρέψει στον Καναδά κι έχει ξαναφτιάξει τους δεσμούς του με την κόρη του. Πεθαίνοντας όμως της αφήνει ένα πακέτο με την παράκληση να γυρίσει στο Διακοφτό και να το δώσει στην...αδερφή της, τη Θεοδώρα! Η κοπέλα χάνει τον κόσμο κάτω από τα πόδια της και αρχίζει να βάζει τα κομμάτια του παρελθόντος στη θέση τους. Η σχέση με τον πατέρα της, μια σχέση με χιλιάδες τριγμούς και κλυδωνισμούς δέχεται έναν ισχυρό σεισμό και η Αλεξία ξύνει σιγά σιγά την επιφάνεια της προσωπικότητας του πατέρα της. Ταξιδεύει στο Διακοφτό, γνωρίζει και φιλοξενείται από τις παντρεμένες πια θείες της, έρχεται σε επαφή με τα ήθη και τα έθιμα και τη νοοτροπία του τόπου και καταφέρνει να εντοπίσει την αδερφή της, Θεοδώρα, μια γυναίκα παγιδευμένη σε έναν γάμο χωρίς έρωτα και όνειρα με τον χασάπη της πόλης και μια αυστηρή πεθερά που της κάνει τη ζωή δύσκολη. Η Αλεξία κερδίζει τη φιλία της αλλά η ζωή της Θεοδώρας είναι τόσο περίπλοκη που δυσκολεύεται να της αποκαλύψει ότι είναι αδελφές. Σα να μην της φτάναν όλα αυτά, διαπιστώνει ότι η οικογένεια έχει κρατήσει το στόμα της κλειστό και δυσχέραινεται να ξανοιχτεί στην τοπική κοινωνία λόγω του σκανδάλου με τη Δήμητρα αλλά κυρίως λόγω της εμπλοκής του πατέρα του Νικόλα στη σφαγή των Καλαβρύτων στην Κατοχή!
Πολύ καλό μυθιστόρημα, από τα λίγα \"ψυχογραφικά\" ή \"ψυχολογικά\", όπως θελετε πείτε το, αληθινό, καίριο, άμεσο και βαθιά ανθρώπινο. Η συγγραφέας έχει συγκροτήσει την πιο περίπλοκη, αληθοφανέστατη, πολυδιάστατη προσωπικότητα που έχω συναντήσει σε βιβλίο. Έχει τοποθετήσει καίρια τα μυστικά μέσα στην ιστορία και τα αποκαλύπτει σταδιακά και σωστά μελετημένα, κάνοντάς τα να αλλάζουν οι πορείες ζωής, οι απόψεις και η στάση των εμπλεκομένων απέναντι στον γύρω κόσμο. Το μυθιστόρημα είναι γεμάτο ανατροπές: θα αποκαλύψει τελικά την αλήθεια η Αλεξία στη Θεοδώρα και με τι συνέπειες; Θα μάθουμε τι συνέβη στη σφαγή του 1943 και τι ρόλο διαδραμάτισε ο πατέρας του Νικόλα; Γιατί υπέκυψε ο Νικόλας σε αυτόν τον απαγορευμένο έρωτα και πώς θα αντιδράσει η Θεοδώρα όταν μάθει την πραγματική ταυτότητα της σχέσης των γονιών της;
Δυστυχώς, όσο καλογραμμένο κι αν είναι, θέλω να σταθώ σε δυο περιπτώσεις που μου χτύπησαν άσχημα: στην επανάληψη του Ναι και στην προσπάθεια της συγγραφέως σε κάποια σημεία να δείξει την οικογένεια του Νικόλα το 2010 (που έχουν παντρευτεί και έχουν κάνει και παιδιά) φασαριόζικη και ανάγωγη.
Σε πολλά σημεία βλέπουμε να επαναλάμβανεται η κάτωθι μορφή πρότασης: "...κύρια πρόταση...Ναι;" δηλαδή: "Ήθελες να μου πεις κάτι. Ναι;", "Ενδιαφέρον. Ναι;", "Διακοπές είσαι. Ναι;". Κατ' εμέ, είναι μια ιδιόμορφη σύνταξη που δεν απαντάται συχνά τουλάχιστον στην ελληνική γλώσσα, οπότε δε γνωρίζω αν είναι έτσι το πρωτότυπο κείμενο ή η επιλογή του μεταφραστή. Και στο πρωτότυπο να αναγράφεται έτσι, κατ\' εμέ έπρεπε να βρεθεί κάποιος τρόπος να αποδοθεί με πιο προσιτό τρόπο στο δικό μας γλωσσικό αίσθημα. Κι αν το έλεγε ένα άτομο μόνο, θα το δεχόμουν ως ιδίωμα αλλά το συναντώ παντού στην κυριολεξία.
Επίσης, το 2010 που έρχεται στην Ελλάδα η Αλεξία, την παραλαμβάνουν από το αεροδρόμιο των Σπάτων και τη μεταφέρουν στο Διακοφτό με τα αυτοκίνητά τους, οι θείες της και τα ξαδέρφια της και ζούμε τις σκηνές από την ταινία \"Γάμος αλά ελληνικά\": φωνάζουν, γελάνε, χορεύουν, τρώνε δυνατά και φωναχτά, χωρίς τάξη και σειρά. Γιατί αυτό; Το βιβλίο είναι αξιόλογο, σοβαρό και έχει βάθος και κάποια μυστικά που θα επηρεάσουν τις ζωές κάποιων. Γιατί να αμαυρωθεί αυτή η οικογένεια από μια τόσο ιλαρή τουλάχιστον εικόνα, η οποία πίσω στο Διακοφτό δεν επαναλαμβάνεται! Για να μην αναφέρω ότι η συγγραφέας χαρακτηρίζει το Διακοφτό χωριό και δεν έχει σήμα το κινητό!
Ο απόηχος των δραματικών γεγονότων της καταστροφής των Καλαβρύτων κατά τη Γερμανική Κατοχή, σημαδεύει την ζωή των ηρώων της ιστορίας. Η οκογένεια του Νικόλα πληρώνει τις συνέπειες επιλογών κατά το παρελθόν, κυρίως του πατέρα. Στο μυθιστόρημα αποτυπώνεται η όλη ατμόσφαιρα και η νοοτροπία της κοινωνίας στη συγκεκριμένη περιοχή που δεκάδες χρόνια μετά επηρεάζεται από τα τότε γεγονότα.Συγχρόνως βλέπουμε την προσπάθεια τόσο των μεγαλυτέρων στην ηλικία όσο κυρίως των νεοτέρων, να ξεπεράσουν τις προκαταλήψεις, να επουλώσουν τις πληγές και να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα βασισμένο στο ειλικρινές ενδιαφέρον και στην αγάπη που δεν έπαψαν ποτέ να υπάρχουν μεταξύ των μελών της οικογένειας .