«Μην το κάνεις… σε παρακαλώ!» Τρεις πυροβολισμοί ήρθαν σαν απάντηση στην ικεσία της. Οι βολίδες σφηνώθηκαν ψηλά, στους μηρούς. Η γυναίκα παραπάτησε κι έγειρε προς τα πίσω. Έπεσε πάνω στην πόρτα του αυτοκινήτου. Τα χέρια της υψώθηκαν αβέβαια, σαν να προσπαθούσε να προστατέψει το σώμα της απ’ αυτό που καταλάβαινε ότι θα ακολουθούσε. Ο άντρας την πλησίασε λίγο ακόμα. Τράβηξε ξανά τη σκανδάλη. Άλλοι δυο πυροβολισμοί χαμηλά, στην κοιλιά. Η Περσεφόνη γλίστρησε αργά προς τα κάτω και σωριάστηκε ανάσκελα στο δρόμο. Ο άντρας πλησίασε κι άλλο. Τα δευτερόλεπτα μέχρι τους επόμενους πυροβολισμούς αργοσύρθηκαν σαν βαριεστημένες χελώνες. Άλλες δυο βολίδες, στο στήθος. Έμεινε να την κοιτάζει ακίνητος. Ακόμα λίγα δευτερόλεπτα. Έσκυψε αποπάνω της. Ακούμπησε σχεδόν το περίστροφο στο μέτωπό της. Μια τελευταία βολίδα. Εξ επαφής. Ένας διαταραγμένος δολοφόνος κυκλοφορεί τις νύχτες στους δρόμους της Αθήνας και ικανοποιεί το δολοφονικό του ένστικτο, σπέρνοντας πτώματα στο διάβα του και προκαλώντας την αστυνομία να τον σταματήσει… Το Μοτίβο του Δολοφόνου είναι ένα σκληρό αστυνομικό μυθιστόρημα, το πρώτο στην ελληνική crime λογοτεχνία που περιγράφει την ιστορία ενός σίριαλ κίλερ και την αντιμετώπισή του από την ομάδα του Τμήματος Εγκλημάτων κατά Ζωής υπό την ηγεσία της αστυνόμου Τρύπη, με τη χρήση της θεωρίας του profiling, την οποία ανέπτυξαν οι πρωτοπόροι του είδους θρυλικοί ερευνητές του FBI Robert Ressler και John Douglas.
Ο Γρηγόρης Αζαριάδης γεννήθηκε το 1951 στην Αθήνα. Είναι μέλος της ΕΛΣΑΛ (Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας). ''Το μοτίβο του δολοφόνου'' (Γαβριηλίδης, 2015) είναι το τρίτο του αστυνομικό μυθιστόρημα. Έχουν προηγηθεί τα βιβλία ''Παλιοί λογαριασμοί'' (Γαβριηλίδης, 2012) και ''Η τελευταία παράσταση της Μαρίνας Φιλίππου'' (Γαβριηλίδης, 2013).
Όταν ο Lazlo Nemes, κολλούσε την κάμερα στην πλάτη του Geza Rerig για την ανάγκες του film : "Ο γιος του Σαούλ", σίγουρα δεν περίμενα ότι θα μπορούσα να ανταμώσω την ίδια τεχνική σε συγγραφικό έργο ... Και όμως , ο Γρηγόρης Αζαριάδης έκανε ότι και ο σκηνοθέτης της καλύτερης ταινίας της τελευταίας πενταετίας. Το Μοτίβο του Δολοφόνου μας έδωσε τον ρόλο που κάθε αναγνώστης λαχταρά. Τον ρόλο του μάρτυρα που αγγίζει με τα ίδια του τα χέρια τους ήρωες, τους φωνάζει, τους λέει που να ψάξουν ,αγωνιά ,λυπάται !!! Δεν μπορώ να γράψω μια κριτική , κριτική γράφουν οι αναγνώστες ,εγώ δεν ήμουν ένας από αυτούς ,εγώ ήμουν ο βουβός, ο αόρατος ακόλουθος πίσω από την πλάτη της αστυνόμου Τρύπης και της ομάδας της ... 5/5 αστεράκια από εμένα! Ύ.Γ: Άμα θέλετε να διαβάσετε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με θεματολογία serial killer, ΜΗΝ το αγοράσετε,παίξτε με τα Σκανδιναβικά. Άμα επιθυμείτε να εμπλακείτε στο κυνήγι του δολοφόνου τρέξτε να λύσετε το μοτίβο...
Η γνωστή ομάδα του τμήματος Εγκλημάτων κατά Ζωής και Προσωπικής Ιδιοκτησίας, Μπρίνης, Ντονάς και Φούκουρας, με επικεφαλής την Αστυνόμο Τρύπη, βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν serial killer - ξένο σώμα για τα ελληνικά δεδομένα - που δρα χωρίς να επιλέγει τα θύματά του, χωρίς να αφήνει ίχνη παρά μόνο την υπογραφή του. Δύο πυροβολισμοί ψηλά στους μηρούς, δύο πυροβολισμοί στην κοιλιά, δύο στο στήθος και ένας τελευταίος εξ επαφής στο μέτωπο. Τέσσερις φόνοι σε διάστημα δύο χρόνων. Κοινή συνισταμένη των δολοφονιών αθώων και ανυποψίαστων ανθρώπων είναι η υπογραφή του δολοφόνου.
Οι προσπάθειες για τη διαλεύκανση ξεκινούν από το σημείο μηδέν. Μια αλληλουχία συνδυασμών σκέψεων, ερευνών, μαθηματικών … πράξεων και συνειρμών αρχίζει να ξετυλίγεται κι ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός της επίλυσης του γρίφου ακολουθώντας βήμα – βήμα τις σκέψεις τους, τις ανησυχίες τους και τους προβληματισμούς τους. Παρακολουθεί, υποψιάζεται, κάνει τις δικές του υποθέσεις, ανακαλύπτει τον δολοφόνο, αλλά περιμένει στην τελευταία πρόταση, στο κλείσιμο του βιβλίου, την επιβεβαίωση.
Είχα καιρό να απολαύσω ένα κλασσικό αστυνομικό μυθιστόρημα ευφυές, πολύπλευρο, άρτιο τεχνικά, με σωστή πλοκή, με σφιχτή δομή, σασπένς, ατμόσφαιρα και … γοητεία. Μια γοητεία επικίνδυνη για έναν αναγνώστη - μιας και με κράτησε καθηλωμένη και αποκομμένη από τους γύρω μου για ώρες – και που απορρέει κατά κύριο λόγο από την άκρως λογοτεχνική πένα του συγγραφέα. Ναι μεν η ιστορία είναι έξυπνη, πρωτότυπη, ευρηματική και φοβερά ενδιαφέρουσα, με τα 2/3 του κορμού της να πατάει στο μεσογειακό νουάρ και το 1/3 στη σκοτεινή, ψυχρή σκανδιναβική σχολή, αλλά κυριολεκτικά απογειώνεται με τη γραφή του Γρηγόρη Αζαριάδη, μια γραφή στακάτη αλλά και περιγραφική, μια γραφή σκληρή, ωμή αλλά και γλαφυρή. Μια γραφή μεστή.
Ο Αζαριάδης πετυχαίνει τη σύζευξη των δύο σχολών δίνοντας πρωταρχικό ρόλο στην έρευνα για τη διαλεύκανση των φόνων, βάζει κυριολεκτικά τη δική του σφραγίδα θίγοντας κοινωνικά θέματα που άπτονται της καθημερινότητας και σκορπά λεπτές πινελιές χιούμορ εδώ και εκεί. Μπαίνει σε κακοφωτισμένα μπαρ, συναντιέται με μόνο όμορφες υπάρξεις (ποτέ δεν βρήκα ούτε μία άσχημη γυναίκα σε αστυνομικό μυθιστόρημα), στοιχεία κλασσικής νουάρ ατμόσφαιρας, φτιάχνοντας ένα σύνολο που μόνο αδιάφορο δεν είναι! Λογοτεχνικό τερτίπι : τα ημερολόγια και η σωστή ένταξή τους στην ιστορία.
Προσπάθησα να απομονώσω ένα δύο αποσπάσματα - συνηθίζω να εντάσσω κομμάτια μικρά από κάθε βιβλίο στον σχολιασμό μου - αλλά ήταν τόσα τα άξια αναφοράς που πραγματικά θα κατέληγα να γράψω πάνω από μία σελίδα. Προτιμώ να κλείσω με ένα τυχαία επιλεγμένο απόσπασμα και να τονίσω κάτι που με εκφράζει απόλυτα και αφορά όλα τα είδη μυθιστορίας. Σκοπός δεν είναι να φτάσουμε στο τέλος να δούμε τι έγινε. Ακόμη και στα αστυνομικά δεν έχει σημασία αν ανακαλύψουμε τον δολοφόνο στην χ ή ψ σελίδα, αλλά η διαδρομή. Κι όταν αυτή η διαδρομή έχει αυτό το ‘’ κάτι ‘’, τότε αξίζει να την ακολουθήσουμε!
‘’ Η Τρύπη πήρε το μετρό από τον σταθμό Εθνική Άμυνα. Κατεχάκη, Πανόρμου, Αμπελόκηποι…μέχρι το Μοναστηράκι. Μια διαδρομή διαρκείας δεκατεσσάρων λεπτών, ένα ατέλειωτο οδοιπορικό δίκην οδύσσειας Ιθάκης και ταυτόχρονα ένα ρεαλιστικό μωσαϊκό της σύγχρονης Αθήνας. Ο κλειστοφοβικός χώρος είχε την ικανότητα να δημοσιοποιεί τα αποστασιοποιημένα προσωπικά δράματα των επιβατών. Οι χαμηλωμένες, ψιθυριστές φωνές την έκαναν να νιώθει ότι ήταν μέσα σε εξομολογητήριο κι οι άλλοι, καθισμένοι στην εξωτερική πλευρά, της αποκάλυπταν μες στο μισοσκόταδο τα εσώψυχά τους. ΄΄
‘’Μια πλήρης γκάμα βαρύτατων ασθενειών και ισοπεδωτικών κοινωνικών προβλημάτων απλωνόταν σαν ασφυκτικό πέπλο στα βαγόνια του τρένου. Κι από δίπλα, κάμποσα ναυαγισμένα φαντάσματα μιας προηγούμενης ζωής με ανθρώπινες συνθήκες έσερναν αδύναμα τα βήματα ζητιανεύοντας λίγα λεπτά για να τσοντάρουν για τη δόση τους. Αλλά αν αυτή ήταν η εικόνα της καθημερινότητας αποτυπωμένη σε ξεθωριασμένη ασπρόμαυρη φωτογραφία, η μαγεία έγκειτο στην ταυτόχρονη παρουσία έγχρωμου φιλμ, που έσφυζε από ζωή. Κι οι εικόνες του ; Νεαρά κορίτσια κι αγόρια, από δεκαπέντε και πάνω, με περίεργα χρωματισμένα μαλλιά, ντυμένα με ό,τι πιο εκκεντρικό μπορούσες να φανταστείς, να φλυαρούνε ακατάπαυστα και να χασκογελάνε, να φλερτάρουν, να φιλιούνται και να κραυγάζουν αισιόδοξα ΄΄θέλω να ζήσω … θέλω να φτάσω στα όρια ΄΄, λες και δεν έπαιρναν χαμπάρι την κρίση και την κατάθλιψη, που πίεζαν ασφυκτικά την κοινωνία γύρω τους. ΄΄
Θετικά στοιχεία :
1.Άριστη γραφή 2.Σωστή δομή 3.Ανατροπές και σασπένς 4.Φανερή η ενδελεχής έρευνα του συγγραφέα πάνω σε θέματα που άπτονται των διαδικασιών που αφορούν εγκλήματα. 5. Ανάδειξη κοινωνικών προβλημάτων. 6.Πολύ καλή επιμέλεια κειμένου. 6/5 Τα αστέρια !
Είναι ένα καλό police procedural βιβλίο που φτάνεις σταδιακά στη λύση της υπόθεσης αλλά επειδή δεν είναι ακριβώς του στυλ μου δεν με ενθουσίασε πάρα πολύ. Περισσότερα εδώ: http://bit.ly/2gR1fmu
Το "Μοτίβο του Δολοφόνου" είναι το τρίτο βιβλίο του Γρηγόρη Αζαριάδη που διαβάζω, καθώς και το τρίτο από τα βιβλία του που αποσπά 5 αστέρια. Παρότι καταλήγει καλύτερο από τα προηγούμενά του, σε καμία περίπτωση δεν μιώνει την αξία τους, εν τέλει τα χρησιμοποιεί για να απογειώσει το τελικό αποτέλεσμα του βιβλίου και να μην κάνει τον αναγνώστη να ξεχάσει την σύνδεση με τα παλιά. Αλλά στα της πλοκής: ένας serial killer τυραννά την Αθήνα και η ομάδα του Τμήματος Εγκλημάτων κατά Ζωής και Προσωπικής Ιδιοκτησίας βρίσκεται στο κατόπι του. Πώς όμως θα μπορέσουν οι άπειροι σε θέματα κατ' εξακολούθηση δολοφόνων αστυνομικοί να οδηγηθούν στην επίλυση του μυστηρίου, πόσο μάλλον όταν ο δολοφόνος είναι απόλυτα μεθοδικός και αλάνθαστος; Η ιστορία που μας προσφέρει ο Γρηγόρης Αζαριάδης μου προκάλεσε φόβο όταν πρωτοδιάβασα την περίληψη: "Ωχ, κι άλλος κατά συρροή δολοφόνος, τώρα από την Ελλαδίτσα με αγάπη"... Όμως διάβασα κάποιες συνεντέυξεις του και θεώρησα πως δεν θα μιλάμε για ένα Σκανδιναβικό κακέκτυπο, οπότε αποφάσισα δειλά να δείξω εμπιστοσύνη και να αποκτήσω το βιβλίο. Προτίμησα να ξεκινήσω, βέβαια, την σειρά από την αρχή, μιας και περισσότερο κλικ μου έκανε η αναφορά στον Manchette στα οπισθόφυλλα. Έτσι μπόρεσα να συνηθίσω και τους χαρακτήρες, να τους συμπαθήσω και να θέλω να τους ακολουθήσω και σε άλλες περιπέτειες. Το "Μοτίβο του Δολοφόνου" δεν είναι ένα κλασικά παιγμένο θρίλερ με serial killer. Σίγουρα, υπάρχει το ανθρωποκυνηγητό, η έρευνα, ο παράγων του profiling, η ψυχολογική ανάλυση και η αναγνώριση μοτίβων συμπεριφοράς, όμως υπάρχει και μια καλοστημένη πλοκή που είναι δύσκολο να επιτύχεις. Γεμίζοντας την ανάγνωση με αγωνία από την αρχή ως το τέλος, ο serial killer αντιμετωπίζεται σαν τον δράστη του εγκλήματος κλασικού νουάρ, όπου θα αποκαλυφθεί μόνο στην τελική αναμέτρηση. Και ο τρόπος που αποκαλύπτεται είναι σχεδόν Chandler-ικός, μιας και η υπόθεση έχει λυθεί στα μυαλά των ηρώων μας πολύ πριν μας αποκαλύψουν οι ίδιοι την τελική λύση. Εδώ συνεχίζεται και η ιστορία των ηρώων των προηγούμενων βιβλίων, οι οποίοι πάνε ένα βήμα παραπέρα από τις προηγούμενες ιστορίες και γίνονται περισσότερο αγαπητοί από πριν. Ειδικά οι χαρακτήρες της αστυνόμου Τρύπη, του αρχιφυλακα Μπρίνη και του νεώτερου υπαστυνόμου Μόραλη καταλήγουν να γίνουν με απλό τρόπο αγαπητοί και κατανοητοί, μέσα από μικρές αναφορές στην προσωπική τους ζωή και την μεγάλη προσπάθεια που καταβάλλουν ψυχή τε και σώματι. Ταυτόχρονα, με υποδόριο τρόπο χαρτογραφείται και η περίοδος που άρχισαν τα δύσκολα για την χώρα και η Αθήνα μεταβλήθηκε από την φανταχτερή πρωτεύουσα στην πόλη των σκυθρωπών οφειλετών. Παρότι νωρίτερα ο Αζαριάδης ήταν ιδιαίτερα καταγγελτικός σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, εδώ αυτές οι πτυχές της ιστορίας καταλαμβάνουν τον μικρότερο πιθανό χώρο. Για ένα άτομο που έζησε εκείνη την περίοδο της Αθήνας, όμως, στο ασταθές πολιτικο-οικονομικό περιβάλλον, η σκέψη πως ταυτόχρονα αλλωνίζει κι ένας κατ' εξακολούθηση δολοφόνος είναι πραγματικά εξοντωτική. Κοντολογίς, το "Μοτίβο του Δολοφόνου" είναι ένα από τα αγαπημένα μου ελληνικά νουάρ. Δεν υστερεί σε πλοκή και σημασία, ούτε και προσπαθεί με κάποιον τρόπο να αναπαράγει την μόδα του Σκανδιναβικού Αστυνομικού. Ο Γρηγόρης Αζαριάδης έκανε και κάνει Μεσογειακό Νουάρ, και μάλιστα με εξαιρετικό τρόπο. Υ.Γ. 1: Εξαιρετικές και πολλές οι αναφορές του συγγραφέα στο αστυνομικό ανάγνωσμα, από τα ονόματα κάποιων μπαρ και τα παρατσούκλια κάποιων "νυχτερινών" παιδιών μέρχι και μια κατά σύνολο αναφορά που κάνει στους αγαπημένους του συγγραφείς, είτε αναφορικά στα αναγνώματά τους είτε την παιδεία τους. Intertextuality, που λέει ο λόγος. Να και ο Chandler! Υ.Γ. 2: Θα μπορούσε να φανεί σαν αρνητικό το γεγονός ότι είχα καταλήξει στην ταυτότητα του δολοφόνου από πριν, όμως στο τέλος έχει ελάχιστη σημασία αυτό, μιας και ο Αζαριάδης δεν περιορίζει το ενδιαφέρον της ανάγνωσης, ακόμη και αν έχεις μάθει την αλήθεια πριν τους ήρωες του, ενώ προτίμησε να μην αποκαλύψει το όνομα του δολοφόνου μέχρι το τέλος της ιστορίας.
Η αστυνόμος Τρύπη του Τμήματος Εγκλημάτων Κατά Ζωής και Προσωπικής Ιδιοκτησίας αναλαμβάνει την υπόθεση ενός κατά συρροήν δολοφόνου που βαδίζει στα χνάρια ενός αντίστοιχου εγκληματία στη βόρεια Ευρώπη. Σελίδα τη σελίδα πλησιάζει όλο και περισσότερο στη σύλληψη του ενόχου ενώ ταυτόχρονα έχει να αντιμετωπίσει την προεφηβική συμπεριφορά της κόρης της και την ψυχολογική πίεση για κλείσιμο της υπόθεσης από ανωτέρους της. Πώς θα καταφέρει η αστυνόμος Τρύπη, που πρωταγωνιστεί στο τρίτο κατά σειρά βιβλίο του κυρίου Γρηγόρη Αζαριάδη να τα εξισορροπήσει όλα; Ποιο είναι εκείνο το στοιχείο που θα τη φέρει στην τελική ευθεία; Θα ανακαλύψει τον serial killer;
«Το μοτίβο του δολοφόνου» είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα αρκετά διαφορετικό από όσα έχω διαβάσει μέχρι στιγμής. Από την αρχή σχεδόν κατάλαβα πόσο προσωπικό και χαρακτηριστικό είναι το στυλ αφήγησης της ιστορίας, που κάλλιστα θα μπορούσα να πω, αν διάβαζα ένα άλλο βιβλίο χωρίς όνομα συγγραφέα, πως το έγραψε ο κύριος Αζαριάδης. Και αυτό δεν είναι καθόλου κακό, αντίθετα η διαφορετικότητα αυτή φέρνει νέο αέρα στη σύγχρονη ελληνική αστυνομική λογοτεχνία. Πρόκειται για ένα κείμενο γεμάτο αντιθέσεις: αποστασιοποιημένο από τα γεγονότα αλλά με συναρπαστική γραφή, ουδέτερο και άχρωμο απέναντι στις εξελίξεις της υπόθεσης της Τρύπη αλλά άμεσο και ρεαλιστικό στα αποσπάσματα του ημερολογίου, περιέχει εντελώς πρωτότυπες και ξεχωριστές παρομοιώσεις και φράσεις που όμως κάποιες αγγίζουν την υπερβολή, με περιγραφές των δρόμων και των περιοχών της Αθήνας που σε παρασέρνουν και σε κάνουν να νιώσεις πως είσαι εκεί αλλά με υπερβολική λεπτομέρεια ενώ το μυθιστόρημα εν συνόλω δε διεισδύει τόσο πολύ σε άλλες περιπτώσεις, με πάμπολλα ονόματα χαρακτήρων και ηρώων που μπλέκουν στην υπόθεση είτε ως μάρτυρες είτε ως θύματα ή συγγενείς και, παρ’ όλο που το πέρασμά τους είναι σύντομο, το παρελθόν και τα χαρακτηριστικά τους καταγράφονται εκτενέστατα! Όλο αυτό το σύνολο, αν το είχε γράψει κάποιος άλλος, θα μπορούσε να είναι ένα άνευρο, δειλό κείμενο που θα αποπροσανατόλιζε τον αναγνώστη και ίσως τον μπέρδευε, ο κύριος Αζαριάδης όμως ξέρει πολύ καλά και το αντικείμενό του και την ιστορία του! Ας τα δούμε λοιπόν ένα προς ένα.
Η αστυνόμος Τρύπη έχει ένα πολύ καλά στελεχωμένο τμήμα και άξιους συνεργάτες, από τους οποίους ο καθένας εργάζεται στην κατάλληλη θέση. Δεν είναι όμως πιόνια της αρχηγού τους ούτε τη μισούν ή αντιδρούν αρνητικά απέναντί της. Η Τρύπη ξέρει να τους ανταμείβει, να χειρίζεται σωστά τις εντάσεις και να κατανοεί τα ανθρώπινα λάθη στα οποία ίσως υποπίπτουν. Μπρίνης, Ντονάς, Φούκουρας και Μόραλης, ο αστυνομικός διευθυντής Σταυρίδης, ο ιατροδικαστής Κουρούτσος και άλλοι είναι συνεργάτες και αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα με τις υποθέσεις που τους ανατίθενται. Κανείς δεν έχει υπερβολικές απαιτήσεις ή μεγαλομανία ούτε εποφθαλμιά κάποια άλλη θέση. Χωρίς να μαθαίνουμε αναλυτικά το παρελθόν των χαρακτήρων, τους βλέπουμε να εργάζονται με τον τρόπο του ο καθένας και να ολοκληρώνουν ό,τι τους ανατίθεται. Με εξαίρεση τον Μόραλη, του οποίου ο πατέρας είχε ασχοληθεί με παλαιότερη υπόθεση παρεμφερή με αυτήν του δολοφόνου που κυνηγάνε τώρα κι έτσι έχουμε την ευκαιρία να δούμε τη μεταξύ τους σχέση, και την Τρύπη, που περιγράφεται η καθημερινότητά της με μια κόρη στην αρχή της εφηβείας και έναν πατέρα να περνάει μαζί της τον ελεύθερο χρόνο, οι άλλοι είναι άνθρωποι-ρόλοι: μπαίνουν, καταγράφουν, ανακρίνουν, σκέφτονται, δουλεύουν σαν καλοκουρδισμένες μηχανές. Αυτό εννοούσα με τη λέξη «αποστασιοποιημένο». Από την άλλη είναι τόσο όμορφο να διαβάζω βιβλία με ομαδική δουλειά και όχι με τον κεντρικό ήρωα-ντετέκτιβ να τα κάνει όλα μόνος του!
Η υπόθεση ξετυλίγεται με τέτοιο τρόπο που ο αναγνώστης νιώθει πως βρίσκεται στα κεντρικά γραφεία της υπηρεσίας, στους τόπους των εγκλημάτων, στο νεκροτομείο ενώ περνάνε από μπροστά του οι άνθρωποι που διερευνούν την υπόθεση. Μαζί με την Τρύπη και τους υπαξιωματικούς σηκώνουμε τα τηλέφωνα, κάνουμε τις έρευνες, ζούμε την ένταση και την απελπισία του αδιέξοδου. Τα κομμάτια του παζλ που θα μας φέρουν ένα βήμα πιο κοντά στον δολοφόνο εμφανίζονται λες σε πραγματικό χρόνο και είναι απότοκα λογικών συμπερασμάτων και αληθοφανών ενεργειών. Μια ανακεφαλαίωση της έρευνας, μια λέξη-κλειδί σε ανάκριση, ένα τηλεφώνημα και ο κλοιός στενεύει. Δεν υπάρχουν σκηνές πιο προσωπικές παρά ελάχιστες (όταν κοιμούνται και κάτι θα σκεφτούν στο διαμέρισμά τους ή στο αμάξι, όταν κάνουν έρωτα και εκφράζουν τη λαχτάρα τους για συντροφιά, όταν ενσκήπτουν πάνω από το πρόβλημα με τη βοήθεια «τρίτης ματιάς» κλπ.). Αν δεν ήταν η συναρπαστική και μεστή γραφή θα τολμούσα να το χαρακτηρίσω non-fiction!
Αυτό ακριβώς είναι το ένα από τα πολλά σημεία που με κέρδισε αμέσως αλλά δεν μπορώ να το κατονομάσω ή να το περιγράψω σαφέστερα. Παρ’ όλο που στις σκηνές του φόνου και στο ανθρωποκυνηγητό που εξαπολύεται υπάρχει σχετική δράση και ένταση, οι διάλογοι δεν ξεχειλώνουν και η καταγραφή της ιστορίας είναι σχεδόν δωρική: πλήρης αναφορά για την ώρα, τηλεφωνήματα, αντεγκλήσεις, διώξεις, πράγματα που κάλλιστα θα μπορούσαν να παρατίθενται σε μια υπηρεσιακή αναφορά. Κι όμως, χωρίς να μπορώ να εντοπίσω το γιατί, οι λέξεις που απέδιδαν αυτήν την ατμόσφαιρα δε με άφηναν να πάρω ανάσα και να προσπεράσω παραγράφους ή σελίδες, ακόμη και στα σημεία που το μοτίβο του δολοφόνου επαναλαμβανόταν ως τεχνικός όρος ή όταν μπήκαμε στη φάση του profiling του εγκληματία, οπότε παρεισέφρησαν απόλυτα τεκμηριωμένοι αλλά στρυφνοί επαγγελματικοί όροι (αυτή η ψυχιατροϊατροδικαστική σε άλλο κείμενο θα είχε φάει κοροϊδία και θα συμπαρέσυρε τη σοβαρότητα της αναγνωστικής μου ματιάς). Επαναλήψεις όρων, πλήρης καταγραφή των ίδιων διαδικασιών (φόνος-πτώμα-ανατομία-ανάλυση του τρόπου θανάτου) ξανά και ξανά κι εγώ να μην μπορώ να προσπεράσω ούτε ένα «και».
Κι όμως αυτό το στυλ γραφής αλλάζει άρδην στα αποσπάσματα του ημερολογίου που παρατίθενται, δείχνοντάς μου πως ο συγγραφέας είναι σε θέση να γράψει ένα πιο «προσωπικό» κείμενο και να αποδώσει συναρπαστικά την ψυχολογία ενός χαρακτήρα, το ιστορικό του και το παρελθόν του. Τα κείμενα που διαβάζει ο δολοφόνος πριν βγει να σκοτώσει έχουν ένταση, αμεσότητα, ειλικρίνεια και διεισδύουν βαθιά στη νοοτροπία του γράφοντος. Οι σκηνές αποδίδονται με ακόμη μεγαλύτερο ρεαλισμό, μου γέννησαν ανάμικτα αισθήματα φόβου και οίκτου και μου εξισορρόπησαν το ντοκιμαντερίστικα λογοτεχνίζον θα έλεγα κείμενο της κυρίως υπόθεσης.
Το μοτίβο του δολοφόνου, ο τρόπος που συνδέθηκαν τα εγκλήματα του παρόντος με τα παρόμοια του παρελθόντος, τα κίνητρα, ο γεωγραφικός περιορισμός και η σταδιακή αποκάλυψη των στοιχείων που θα μπορέσουν να οδηγήσουν στη σύλληψη είναι χαρακτηριστικά απόλυτα λογικοφανή και καθόλου παρατραβηγμένα ή ξεχειλωμένα. Σελίδα τη σελίδα σκιαγραφούνταν μπροστά στα μάτια μου ο ένοχος, ο οποίος τελικά προδόθηκε από κάτι που μόνο ένα εξασκημένο και παρατηρητικό μάτι μπορεί να το συλλάβει (ναι, κατάφερα επιτέλους, χάρη στις λεπτομέρειες που παρατίθενται, να καταλάβω κι εγώ τον εγκληματία!) κι αυτό χάρη σε μια σειρά παραδειγμάτων που εντάσσονται στον κορμό της αφήγησης χωρίς να βροντοφωνάζουν πως είναι εκεί για να αποκαλύψουν την αλήθεια! Ευτυχώς αυτή η μεγάλη αποκάλυψη γίνεται προς το τέλος κι έτσι η αγωνία κορυφώνεται ακόμη περισσότερο. Επιπλέον, ο κύριος Αζαριάδης ουσιαστικά φωτογραφίζει τον δολοφόνο αλλά δεν τον κατονομάζει κι όταν η ιστορία μπαίνει στην τελική ευθεία για τον εντοπισμό και τη σύλληψή του το όνομά του δεν αποκαλύπτεται παρά μόνο στην τελευταία κυριολεκτικά σελίδα! Άλλη μια μεγάλη καινοτομία στην εξιστόρηση μιας αστυνομικής ιστορίας! Βέβαια, το μυθιστόρημα τελειώνει απότομα, κοφτά, με τρόπο που λες και αποδεικνύει πως σκοπός του βιβλίου είναι να περιγράψει με αληθοφάνεια και τεκμηριωμένα τον τρόπο που επιλύεται μια υπόθεση και πώς ολοκληρώνεται ή παραμένει σε εκκρεμότητα, όχι πώς σκιαγραφούνται οι χαρακτήρες ενός έργου ή τι συνέπειες έχει στη ζωή και στην ψυχολογία τους όλη αυτή η περιπέτεια και η ολοκλήρωσή της ή μη. Έφτασα στην τελευταία παράγραφο, όπου υπάρχει μια σοκαριστική σκηνή, και γυρίζω κάθιδρως τη σελίδα, μόνο και μόνο για να αντικρίσω τον… κολοφώνα του βιβλίου! Η ιστορία ολοκληρώνεται, είμαι σίγουρος πως δε συνεχίζεται σε επόμενο βιβλίο, όμως έκανα καιρό να συνέλθω από αυτό το ηχηρό χαστούκι.
Και μέσα σε όλα αυτά κάπου εμφανίζονται οι προσωπικές απόψεις του συγγραφέα για τη σημερινή οικονομική και κοινωνική κατάσταση της χώρας, χωρίς ακρότητες και δασκαλισμούς, απλώς ως φυσική συνέχεια της ζοφερότητας που περιγράφεται στις σκηνές των εγκλημάτων ή του ανθρωποκυνηγητού ή με αφορμή τις περιγραφές κάποιων δευτεραγωνιστών της ιστορίας. Λεπτομερής καταγραφή των σκηνικών δράσης και περιπέτειας, μηχανική σχεδόν και πλήρης αναφορά στις ώρες των δρώμενων και των δράσεων και κάποιες παρομοιώσεις που με ξαφνιάζουν: «Τα βλέμματα του Σταυρίδη και του Βεργίνη θύμισαν μπαλιές που άλλαζαν ο Τζόκοβιτς και ο Ναδάλ στον τελικό του Γουίμπλεντον» (σελ. 158) (ποιοι είναι αυτοί; ), «Ακόμα κι ένα κομμάτι αληθινού πάγου θα ωχριούσε μπροστά στο βλέμμα της» ή «Τα μάτια της πετούσαν αιματοβαμμένα στιλέτα που καρφώνονταν στα πλευρά της Τρύπη. Ασυναίσθητα, μετακινήθηκε λίγο πιο δεξιά, σε μια προσπάθεια να τα αποφύγει» (σελ. 213) και το αγαπημένο μου «-Να τον απλώσουμε τώρα στον ήλιο να ξεραθεί;… Τόση ώρα τον χτύπαγες σαν χταπόδι τον έρημο»! (σελ. 244).
«Το μοτίβο του δολοφόνου» είναι ένα διαφορετικό αστυνομικό μυθιστόρημα, γεμάτο ένταση, ανατροπές, κοφτούς διαλόγους, ρεαλιστικές σκηνές και ταυτόχρονα είναι λιτό και στεγνό περιγραφικά ενώ κάποια λογοτεχνικά γνωρίσματα που το διανθίζουν έρχονται την κατάλληλη στιγμή για να ξεκουράσουν τον αναγνώστη. Ο συγγραφέας ξέρει πολύ καλά το αντικείμενό του, δεν καταφέρνει όμως να το μεταδώσει με αγάπη ενώ ταυτόχρονα το ύφος του και η επιλογή των σκηνών, των διαλόγων και του λεξιλογίου δίνουν τέτοια ένταση και αληθοφάνεια που παραβλέπεται το ας το πούμε ατόπημα. Πρόκειται για ένα βιβλίο-σκωτσέζικο ντους, μιας και ο κύριος Αζαριάδης ούτε μονοδιάστατα εξελίσσει την υπόθεση ούτε την αγκαλιάζει όσο θα έπρεπε ενώ ταυτόχρονα αυτή η δισυπόστατη θα έλεγα γραφή δίνει τόση ζωντάνια και ενάργεια στην αφήγηση που δεν ήξερα αν έπρεπε να επικεντρωθώ στην υπόθεση ή να απολαύσω το στυλ αγνοώντας τις εξελίξεις! Προκλητικό, διαφορετικό, παίζει με το μυαλό του αναγνώστη από την αρχή ως το τέλος και οποιαδήποτε δείγματα εγωισμού ή υπερφίαλου χαρακτήρα του συγγραφέα που ίσως εμφανίζονται κατά καιρούς είναι αμελητέα και συγχωρούνται εύκολα γιατί η ιστορία είναι μελετημένη και έχει ένταση και νεύρο!
«Από μακριά έβλεπε μια δαιμονική μαγική ομίχλη παιδικού παραμυθιού να ταξιδεύει σ’ ένα υπερφυσικό δάσος, όπου επρόκειτο να συμβούν πολύ άσχημα πράγματα»
Τον Γρηγόρη Αζαριάδη, σαν συγγραφέα, τον γνώρισα μέσα από την ομάδα των Φίλων Αστυνομικής Λογοτεχνίας στο facebook και τα βιβλία του από τα μέλη της ομάδας που τα δημοσίευαν αρκετά συχνά και πάντα με τα καλύτερα θετικά σχόλια. Από τον ίδιον και τις συζητήσεις που έκανε σε διάφορες αναρτήσεις γνώρισα αρκετούς συγγραφείς της παγκόσμιας αστυνομικής λογοτεχνίας, άσχετα αν δεν έχω καταφέρει να διαβάσω ούτε τους μισούς από αυτούς. Τα βιβλία του «αποτρόπαιου» – όπως τον έχουν ονομάσει οι φαν του – όμως κ. Αζαριάδη τα απόλαυσα δεόντως. Το καθένα για ξεχωριστούς λόγους.
«Το μοτίβο του δολοφόνου» ξεφεύγει αρκετά από τα δύο πρώτα του αστυνομικά μυθιστορήματα και παρουσιάζει χαρακτηριστικά police procedural, όπως αναφέρει και ο ίδιος ο συγγραφέας, καθώς περικλείει στις σελίδες του τις μεθόδους αλλά και τις τεχνικές που ακολουθεί η αστυνομία προκειμένου να ανακαλύψει ποιος κρύβεται πίσω από μια σειρά δολοφονιών που συγκλονίζει την Αθήνα. Με αυτό το βιβλίο ο Γρηγόρης Αζαριάδης φέρνει στην Ελλάδα ένα μυθιστόρημα που έχει να κάνει με έναν serial killer κάτι που δεν βλέπουμε συχνά σε έλληνες συγγραφείς καθώς είναι λίγο άγνωστο στο ελληνικό στοιχείο σε σχέση με την Αμερική. Παρ’ όλα αυτά η έρευνα που έχει κάνει γύρω από το θέμα που πραγματεύεται το βιβλίο του είναι εξαιρετικά ενδελεχή και αυτό φαίνεται σε όποιον ξεκινήσει να το διαβάζει. Κάτι που θα ζήλευε και ο καλύτερος εκπαιδευόμενος πράκτορας του FBI στο Κουάντικο.
Η γνωστή σε όλους αστυνομική ομάδα επιστρέφει μέσα από ένα ιδιαίτερα σκληρό αστυνομικό μυθιστόρημα που θα κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον των αναγνωστών καθώς θα παρακολουθεί τις απεγνωσμένες προσπάθειες της αστυνόμου Τρύπη και των υπαστυνόμων Μπρίνη, Μόραλη, Φούκουρα και Ντονά να πέφτουν στο κενό. Ένας δολοφόνος σκορπά το θάνατο στην Αθήνα κατά τακτά χρονικά διαστήματα και όλα θα καταδείξουν ότι η ομάδα έχει να αντιμετωπίσει έναν άνθρωπο που αρέσκεται να σκοτώνει κατ’ εξακολούθηση. Θα έρθουν αντιμέτωποι με πρωτόγνωρες καταστάσεις για τα ελληνικά δεδομένα και η συμβολή του ταξίαρχου Βεργίνη σε συνδυασμό με τη βοήθεια ενός ψυχολόγου ειδικού στο προφίλ τέτοιων εγκληματιών θα είναι πολύτιμη. Η αντίστροφη μέτρηση ξεκινά και ο κλοιός σφίγγει ολοένα και περισσότερο γύρω από την αστυνόμο Τρύπη και την ομάδα της καθώς ο δολοφόνος ακολουθεί ένα συγκεκριμένο μοτίβο θανάτου. Παρ’ όλα αυτά οι λεπτομέρειες που αφήνει να γίνουν γνωστές ο δράστης είναι ελάχιστες έως μηδαμινές και οι αστυνομικοί πρέπει να σκαλίσουν πολύ βαθιά στο παρελθόν για να ανακαλύψουν ποιος κρύβεται κάτω από την κουκούλα που καλύπτει τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου που πυροβολεί αθώους πολίτες στο σκοτάδι.
Το ατού αυτού του βιβλίου είναι ότι δεν μας περιγράφει απλά μια ιστορία αιματηρών φόνων και ανθρωποκυνηγητού για τη σύλληψη του δράστη αλλά κάνει μια κατακόρυφη βουτιά στην ενδελεχή προσπάθεια των αστυνομικών να λύσουν το μυστήριο των δολοφονιών. Πραγματικά αισθάνθηκα σαν να παρακολουθούσα επεισόδιο της σειράς Criminal Minds. Μια σειρά που βλέπω ανελλιπώς όσες επαναλήψεις κι αν προβάλει η τηλεόραση. Μέχρι που έψαχνα να βρω ποιος ήρωας του βιβλίου αντιστοιχεί σε ποιον ηθοποιό. Άτυχη σύγκριση το ξέρω. Όπως και στη σειρά έτσι και στο «Μοτίβο του δολοφόνου» δεν λείπει η ένταση και η δράση η οποία μπορεί να μην υπερκαλύπτει το βιβλίο αλλά δίνεται σε μικρές δόσεις προκειμένου να αποφορτίσει τον αναγνώστη από τη λεπτομερειακή ανάλυση της έρευνας που διεξάγεται από τους αστυνομικούς. Παράλληλα παρακολουθούμε σε μικρά αποσπάσματα τις προσωπικές ζωές των ηρώων ένα γεγονός που τους κάνει ακόμα πιο ρεαλιστικούς στα μάτια μας. Ένα ωραίο συγγραφικό τρικ, που το έχω παρατηρήσει και σε άλλους συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας, είναι η ενσωμάτωση στο κείμενο λίγων παραγράφων σε στυλ ημερολογίου και εδώ χρησιμοποιούνται για να προετοιμάσουν τον αναγνώστη για αυτό που θα ακολουθήσει αλλά και για να του κάνουν γνωστό το παρελθόν του δράστη ώστε να εμβαθύνει ακόμα περισσότερο στο κίνητρο που τον σπρώχνει να σκοτώσει.
Προσωπικά μου αρέσουν οι αστυνομικές ιστορίες που θυμίζουν κινηματογραφικές ταινίες και η πλοκή τους τρέχει με γρήγορους ρυθμούς χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα εντρυφήσω και σε ένα κείμενο που περιέχει περισσότερες λεπτομέρειες γύρω από το πως λειτουργεί η αστυνομία σε τέτοιου είδους περιπτώσεις. Βέβαια είναι και πως θα το αποδώσει ο συγγραφέας και εδώ ο Γρηγόρης Αζαριάδης το έχει ενσωματώσει με τέτοιο τρόπο ώστε να μην χρειαστεί να πούμε ότι διαβάζουμε ένα εγχειρίδιο γεμάτο φλύαρες πληροφορίες. Με σχετικές αναφορές στο Κουάντικο και στους πρωτοπόρους Ρέσλερ και Ντάγκλας στοιχειοθετεί ακόμα περισσότερο την ιστορία που έχει πλάσει και την ψυχολογική ανάλυση που γίνεται ώστε να περιγραφούν οι πράξεις αλλά και τα πιθανά κίνητρα του δολοφόνου.
Πολυδιαβασμένος ο Αζαριάδης και αυτό διαφαίνεται μέσα από τη γραφή του και τις περιγραφές του που παρασύρουν τον αναγνώστη στη δίνη της πλοκής των βιβλίων του. Δεν μπορεί να πει κάποιος ότι τα βιβλία του είναι από εκείνα που θα μας κρατήσουν ξάγρυπνους τη νύχτα ή που θα μας κάνουν να ανατριχιάσουμε και να τρώμε τις σάρκες μας από την αγωνία αλλά ανήκουν σε εκείνο το είδος μυθιστορημάτων που θα τα διαβάσουμε με εξαιρετική προσήλωση γιατί θέλουν να τους αφιερώσουμε λίγο από τον πολύτιμο χρόνο μας. Να αφοσιωθούμε σε αυτό που διαβάζουμε όχι για να μη μας ξεφύγει κάποια λεπτομέρεια αλλά γιατί μας προκαλούν εκείνη την περιέργεια και την έξαψη του να σηκώσουμε το πέπλο του μυστηρίου που καλύπτει τα πρόσωπα των δολοφόνων. Και ας μας δίνει ψήγματα στοιχείων ο συγγραφέας. Τίποτα μα τίποτα δεν αποκαλύπτεται πριν την κατάλληλη χρονική στιγμή. Αν και οι υποψίες πάντα υπάρχουν καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα.
Ένα προσεκτικά δουλεμένο βιβλίο με δόσεις μεσογειακού noir αλλά και με έναν ευρωπαϊκό αέρα που θα μας κάνει κοινωνούς των προβληματισμών και των ερωτημάτων που ταλανίζουν την αστυνομία καθώς και της εξέλιξης της πορείας τους μέχρι να ξεσκεπάσουν και να τιμωρήσουν τους ενόχους. Και κάθε νέα του συγγραφική δουλειά ανεβάζει ακόμα περισσότερο τον πήχη της αναγνωστικής μας απόλαυσης καθώς εξελίσσεται και ο ίδιος ως συγγραφέας. Ο Γρηγόρης Αζαριάδης επηρεαζόμενος από τους κλασικούς συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας και παίρνοντας στοιχεία από όλα τα είδη αστυνομικών μυθιστορημάτων καταφέρνει μέσα από την ιδιαίτερη γραφή του να είναι μια σχολή από μόνος του. Αναμένω με ανυπομονησία το επόμενο συγγραφικό του ταξίδι στα σκοτεινά, ζοφερά και αποτρόπαια σοκάκια των Αθηνών.
"Πρέπει να μπεις στο μυαλό του. Να νιώσεις την ικανοποίηση που φέρνει η πραγματοποίηση των καταπιεσμένων φαντασιώσεων του. Μόνο έτσι θα τον καταλάβεις." Προσπαθούσε να σκεφτεί με τον ίδιο τρόπο που θα σκεφτόταν ο δολοφόνος. Η ψυχολογία της αντικειμενοποίησης υπαγόρευε ότι οι νεκροί δεν ήταν πια άνθρωποι, αλλά αντικείμενα. Τα σώματα τους ήταν απλώς... πτώματα, που μπορούσαν να κρύβουν κάποια αποδεικτικά στοιχεία. Αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος να χειριστεί την κατάσταση και να κάνει σωστά τη δουλειά της. Βέβαια, όσο εύκολο ήταν να το λες, τόσο δύσκολο ήταν να το κάνεις."
Με δυο λόγια θα πω: Σκληρό, ωμό και με χιούμορ είναι Το μοτίβο του δολοφόνου. Αγαπώ τη γραφή του κυρίου Αζαριάδη και απόλαυσα το ταξίδι που μου πρόσφερε από τη πρώτη μέχρι τη τελευταία σελίδα.
Δεν έχω ξαναδιαβάσει πιο ξεδιάντροπη αντιγραφή... Άλλες φορές έχω λυπηθεί διαβάζοντας τον "συγγραφέα", αυτή τη φορά εξοργίστηκα από το πόσο ξεδιάντροπα αντέγραψε πασίγνωστα βιβλία του αστυνομικού είδους, τα οποία μάλιστα κυκλοφορούν και στην ελλάδα από μεγάλο εκδοτικό οίκο! Πραγματικά, αδιανόητο!
5 αστεράκια στο μοναδικό αυτό βιβλίο με κυνήγι serial killer στην Ελλάδα. Απόλυτα τεκμηριωμένο, η έρευνα που έχει γίνει είναι ενδελεχής, υπάρχουν αρκετές αναφορές στο βιογραφικό βιβλίο «Στο μυαλό των Serial Killers” και στη τηλεοπτική σειρά Mindhunter. Το στόρι είναι απόλυτα ρεαλιστικό, η πλοκή δεν έχει κενά κ η μουσική που παίζει ταιριάζει εξαιρετικά.
Με λίγα λόγια είναι το απόλυτο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Καμία σχέση με τις light ιστοριές του αγαπητού Κ.Χαρίτου (του Μάρκαρη).
Ότι και να πω για αυτό το βιβλίο θα είναι λίγο, είχα καταλάβει ποιος είναι ο δολοφόνος αλλά ο τρόπος που κύλησε η ιστορία ήταν ασύλληπτος , συναρπαστικό βιβλίο, πολλά συγχαρητήρια στον συγγραφέα!!
«Το μοτίβο του δολοφόνου» δεν είναι το αστυνομικό βιβλίο που έχεις συνηθίσει, ειδικά για όλους εμάς που έχουμε πέσει με τα μούτρα στη σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία. Το μοτίβο είναι διαφορετικό (pun intended)!
Ο συγγραφέας δεν εξηγεί/αναλύει τα πάντα κατά τη διάρκεια της ιστορίας αφήνοντας αρκετά κενά αλλά δεν θεωρώ πως στόχος του ήταν να τα καλύψει/απαντήσει. Εδώ μας ενδιαφέρει η μέθοδος με την οποία θα βρούμε τον δολοφόνο και σε αυτό είναι υπεραναλυτικός.
Δεν ξέρω αν φταίει το ότι δεν είμαι εξοικειωμένος με τέτοιου είδους βιβλία αλλά:
• Είχε πολλές περιγραφές διαδρομών • Σε πολλά σημεία επαναλαμβανόταν • Κάποιοι διάλογοι δεν ήταν τόσο φυσικοί
Βέβαια από την άλλη μεριά:
• Αρκετοί διάλογοι ήταν απολαυστικότατοι • Υπήρχαν πολλά στοιχεία noir μέσα στην ιστορία (πχ οι περιγραφές των θηλυκών υπάρξεων) • Τα πρόσωπα θα μπορούσαν άνετα να είναι άτομα της διπλανής πόρτας
Δεν ξέρω κατά πόσο η βαθμολογία μπορεί να κρίνει το βιβλίο ή ανταποκρίνεται σε αυτό. Αν κάποιος όμως θέλει να διαβάσει ένα διαφορετικό βιβλίο και κυρίως από Έλληνα συγγραφέα, μπορεί να αφιερώσει λίγο χρόνο στον Γρηγόρη Αζαριάδη και την ιστορία της αστυνόμου Τρύπη.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο συγγραφέας, μετρ της αστυνομικής λογοτεχνίας, έχει πλούσιες γνώσεις επί του θέματος που πραγματεύεται και έχει διεξάγει εξονυχιστική έρευνα με τη βοήθεια ειδικών της αστυνομίας και της εγκληματολογικής ψυχολογίας. Μας οδηγεί βαθιά στο μυαλό του δολοφόνου και μας ξεδιπλώνει βήμα βήμα όλη τη διαδικασία για τον εντοπισμό του.
Θα πω μόνο πως είναι ένα από τα λίγα καθαρόαιμα αστυνομικά που έχουν γραφτεί από Έλληνα συγγραφέα, με τόση προσήλωση και πίστη στις αληθινές διαδικασίες που ακολουθούνται για την εξιχνίαση των εγκλημάτων, τόσο που θα έπρεπε να διδάσκεται στη σχολή της αστυνομίας.
Ακολουθώντας έναν ιδιόρρυθμο δολοφόνο, έναν σίριαλ κίλερ, ο Γρηγόρης Αζαριάδης, στο τρίτο του αστυνομικό μυθιστόρημα υπό τον τίτλο «Το Μοτίβο του Δολοφόνου» συνέχει το μεσογειακό αστυνομικό ταμπεραμέντο με την τυπολογία στο έγκλημα που παρατηρείται συνήθως στον ψυχρό και ορθολογικό βορρά.
Το Μοτίβο του Δολοφόνου, του Γρηγόρη Αζαριάδη Η ηρωίδα του, η αστυνόμος Τρύπη και οι συνεργάτες της συναντούν έναν δολοφόνο, που εκτελεί τα θύματά του με μια επαναληπτική σχεδόν τελετουργική διαδικασία: Τρεις πυροβολισμοί στους μηρούς, δυο στην κοιλιά, δυο στο στήθος, μια σφαίρα στο κεφάλι για το τέλος.
Περιβάλλων χώρος, η σπαρασσόμενη από την κρίση Αθήνα με τις πολιτικές και κοινωνικές υποσημειώσεις να υπηρετούν την εξέλιξη της ιστορίας και να εντάσσονται με μαεστρία στην αφήγηση.
Ποτέ δεν έκανα τόσο καιρό να τελειώσω αστυνομικό μυθιστόρημα! Χίλια συγνώμη από το συμπαθέστατο Έλληνα συγγραφέα αλλά ήταν απελπιστικά κουραστικός!
1. Ονόματα οδών, στρίψε εδώ, στρίψε εκεί, λες και διαβάζεις google map.
2. Απίστευτες επαναλήψεις στον τρόπο του serial killer, δυο σφαίρες κάτω, δυο πάνω και τα λοιπά.
3. Δεν μπόρεσα να συμπαθήσω την Τρύπη και την ομάδα της και σε αυτό αποκλειστικός υπεύθυνος είναι ο συγγραφέας, όπως ούτε η καταθλιπτική ουρμπανική περιγραφή με σκοτεινές και underground πινελιές κατάφερε να με συναρπάσει.
4. Άσε που ενώ ποτέ δεν πετυχαίνω δολοφόνο, τον ψυλλιάστηκα από τις εμμονές, για να μη πω ατελείωτες επαναλήψεις σε συγκεκριμένο θέμα.
Καλη η προσπάθεια αστυνομικού μυθιστορήματος με κάποια πρωτότυπα στοιχεία για ελληνικό βιβλίο όπως serial killer. Επίσης αφήνει αρκετές πιθανότητες ανοιχτές, δεν ειναι εντελώς προβλέψιμο. Απο την άλλη κάποια στοιχεία και σκηνές ειναι προβλέψιμες, σε κάποια σημεία η δράση κολλάει και αργεί σαν να θέλει ο συγγραφέας να γεμίσει σελίδες και αρκετές δόσεις σεξ για να ικανοποιήσει τους ηδονοβλεψίες αναγνώστες;