"...Το παρόν βιβλίο εγκαινιάζει το διάλογο των ημερολογιακών δοκιμών του Σεφέρη με ένα χώρο εκ πρώτης όψεος εξωλογοτεχνικό: την αθηναιογραφία. Ο Αλέξανδρος Παπαγεωργίου- Βενετάς, καταξιωμένος πολεοδόμος, αθηναιοδίφης και οξυδερκής σχολιαστής ιστορικών τεκμηρίων, προσθέτει στην ανεξάντλητη, όπως αποδεικνύεται, σεφερική έρευνα μια καινούργια οπτική, εστιάζοντας στις αθηναικές εγγραφές ενός περιπλανώμενου ξενομερίτη, που βιώνει κάθε τόσο την υδροκέφαλη, εγωκεντρική πρωτεύοσα με ανάμεικτα συναισθήματα. Ο σχολιασμός των αθηναϊκών σελίδων του Σεφέρη δεν εγκλωβίζεται ωστόσο σε πολεοδομικές παρατηρήσεις παρά εξακτινώνεται, όπως υπαγορεύει το πρωτότυπό του, και προς άλλες θεματικές ενότητες, προσφέροντας μια αντισυμβατική, και γιαυτό ερεθιστική ενδοκείμενική ανάγνωση. Η διερευνητική αυτή προσέγγγιση του Σεφέρη επιβεβαιώνει τον εύστροφο αφορισμό του «η τέχνη είναι μία απέραντη αλληλεγγύη".
Ο Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς (English: Alexander Papageorgiou-Venetas) γεννήθηκε στην Αθήνα το 1933 σε οικογένεια με πνευματικές και αστικές καταβολές. Ο πατέρας του Νικόλαος, οικονομολόγος και διευθυντής της Ιονικής Τράπεζας, καλλιέργησε από νωρίς την αγάπη του για τη μάθηση, τη μουσική και τις τέχνες, ενώ η οικογένεια της μητέρας του συνδεόταν με εμπορική και ναυτιλιακή δραστηριότητα στον Πειραιά. Τα παιδικά του χρόνια κύλησαν ανάμεσα στην Κηφισιά και το κέντρο της Αθήνας, με έντονες μνήμες από τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής. Σπούδασε αρχικά σε ιδιωτικό σχολείο και αργότερα στη Βαρβάκειο Πρότυπο Σχολή, όπου διακρίθηκε και προετοιμάστηκε για τις σπουδές του στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Το 1956 αποφοίτησε από τη Σχολή Αρχιτεκτόνων σε ηλικία μόλις είκοσι τριών ετών, έχοντας δασκάλους σημαντικές μορφές της ελληνικής διανόησης, όπως τον Δημήτρη Πικιώνη, τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τον Αναστάσιο Ορλάνδο. Η επιρροή αυτών των δασκάλων, αλλά και η βαθιά σχέση του με το αττικό τοπίο, διαμόρφωσαν τις πνευματικές και επιστημονικές του αναζητήσεις. Στα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας του εργάστηκε ως αρχιτέκτονας σε δημόσια και ιδιωτικά έργα, εκπονώντας μελέτες για τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού, τη ΔΕΗ και την Αρχαιολογική Υπηρεσία, ενώ συμμετείχε και σε έργα διαμόρφωσης ιστορικών χώρων στην Αθήνα. Παράλληλα ανέπτυξε έντονο ενδιαφέρον για την πολεοδομία και την εξέλιξη της πόλης, δημοσιεύοντας μελέτες και συμμετέχοντας σε επιστημονικά συνέδρια. Μετά την πολιτική κρίση και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας το 1967 εγκατέλειψε την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο εξωτερικό, όπου συνέχισε τις σπουδές και την έρευνά του. Στο Βερολίνο ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή για την προστασία και ανάδειξη των ιστορικών πόλεων, η οποία δημοσιεύθηκε σε πολλές γλώσσες και συνέβαλε στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής συζήτησης γύρω από τη διατήρηση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς και πανεπιστήμια συμμετέχοντας σε ερευνητικά προγράμματα και αποστολές της UNESCO. Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας επέστρεψε στην Ελλάδα και ανέλαβε καθήκοντα συμβούλου στο Υπουργείο Πολιτισμού, συμβάλλοντας σε πολιτικές προστασίας μνημείων και ιστορικών πόλεων και εκπροσωπώντας τη χώρα σε διεθνείς επιτροπές. Δίδαξε επίσης σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και σε διεθνή μεταπτυχιακά προγράμματα για τη συντήρηση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Το ερευνητικό και συγγραφικό του έργο επικεντρώθηκε κυρίως στην πολεοδομική ιστορία της Αθήνας, στην εξέλιξη του ελληνικού αστικού χώρου και στη θεωρία της προστασίας των ιστορικών πόλεων. Παράλληλα διατήρησε στενή σχέση με την Ύδρα, όπου το οικογενειακό σπίτι αποτέλεσε τόπο δημιουργίας, περισυλλογής και καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Παράλληλα συνέχισε να γράφει μελέτες και άρθρα για την ιστορία της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας στην Ελλάδα και την Ευρώπη εξετάζοντας τη σχέση ανάμεσα στο φυσικό τοπίο την πολιτιστική μνήμη και τη σύγχρονη ανάπτυξη των πόλεων. Ιδιαίτερη θέση στο έργο του κατέχει η μελέτη της Αθήνας την οποία αντιμετώπισε ως ζωντανό ιστορικό οργανισμό όπου η αρχαιότητα το βυζαντινό παρελθόν και η νεότερη αστική εξέλιξη συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν. Με την ερευνητική και διδακτική του δραστηριότητα συνέβαλε ουσιαστικά στη διαμόρφωση μιας νέας αντίληψης για την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και του ιστορικού τοπίου στην Ελλάδα και διεθνώς ενώ παράλληλα παρέμεινε ενεργός σχολιαστής των πολεοδομικών προβλημάτων της σύγχρονης Αθήνας μέσα από διαλέξεις δημοσιεύσεις και παρεμβάσεις στον δημόσιο διάλογο για το μέλλον της πόλης και του πολιτιστικού της αποθέματος στον χρόνο.