Ένας χορός από έρωτες, πάθη, λάθη, ενοχές και μυστικά εμπλέκονται σ΄ ένα πολύχρωμο γαϊτανάκι, άλλοτε ανυψώνοντας κι άλλοτε πάλι ποδοπατώντας τους ήρωες. Μέσα του ο καθένας ξεχωριστά σέρνει το παρελθόν του, κουβαλά τα παιδικά, εφηβικά του βιώματα, και προσπαθούν άλλοτε όλοι μαζί σαν ενωμένη γροθιά κι άλλοτε ο καθείς μόνος, τσακισμένος κι απογοητευμένος να φτάσουν στην πληρότητα που επιζητούν μέσα από την αποδοχή και τον έρωτα. Βλέπουν τα όνειρά τους να πλησιάζουν και ν' απομακρύνονται. Δεν το βάζουν κάτω, συνεχίζουν ν' αποζητούν την προσωπική τους χίμαιρα, μέχρι εντέλει, χαμένοι ή κερδισμένοι, να τους δώσει η ζωή αυτό που για εκείνους είχε προαποφασίσει.
Το χωριό. Οι κάμποι, το σχολειό, οι χωμάτινοι δρόμοι. Η πόλη. Το ποτάμι, οι εκκλησίες και τα τζαμιά, τα καταστήματα. Η θάλασσα. Τα μεγάλα ταξίδια, οι ξένοι τόποι, η λησμονιά. Αθήνα. Η πόλη της λήθης και των μοιραίων συναντήσεων. Οι άνθρωποι. Ευάλωτοι, πρόσκαιρα ευτυχισμένοι, παραδομένοι στα πάθη τους. Μπροστά απ’ όλα, ο έρωτας. Πίσω απ’ όλα, η μοναξιά. Πάνω απ’ όλα, η μοίρα τους.
«Ήσουν ξεχωριστή από τη μέρα που γεννήθηκες», της είχε πει η μπάμπω της, όταν έκλεισε τα δέκα της χρόνια. «Εγώ σε ξεγέννησα. Ήταν Αύγουστος, πάνω στο δεύτερο φεγγάρι του. Έπρεπε να είχες γεννηθεί τουλάχιστον τρεις βδομάδες νωρίτερα. Πείσμωσες. Περίμενες καρτερικά να γεμίσει το φεγγάρι… Δεν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ. Ούτε τ’ άλλα που ακολούθησαν. Καθόμουν και σε κοιτούσα να φέγγεις μέσα στη νύχτα. Πού και πού άνοιγες τα θολά σου μάτια και με κοιτούσες κι εσύ. Από τότε, βλέπεις, είχαμε ξεχωρίσει η μια την άλλη».
Η Φωτεινή Ναούμ γεννήθηκε στην Κομοτηνή τον Απρίλιο του 1978, όπου ζει και εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας τα τελευταία χρόνια. Η σχέση της με τη γραφή υπήρξε πάντα καθοριστική στη ζωή της. Είναι ο τρόπος της να εξωτερικεύει τα συναισθήματά της και να αντιμετωπίζει τη ζωή πιο αισιόδοξα.
Αν υπήρχε ο όρος «κινηματογραφικό βιβλίο» τότε τα «Αποκαΐδια και Βατόμουρο Γλυκό» θα ήταν ένα απ’ αυτά. Ξεκινώντας από την μεταπολεμική Ελλάδα, ακολουθούμε την ιστορία της Κομνηνής. Ένα κορίτσι που γίνεται γυναίκα. Με όλη τη σημασία της λέξης.
Μεγαλωμένη σα ξένη από τους γονείς της με μοναδικό της στήριγμα τη μπάμπω της, η Κομνηνή σε ηλικία 7 χρονών αποφασίζει ότι τη μοίρα της θα την ορίσει εκείνη. Θα γίνει θηλυκό: το θηλυκό που ξεσηκώνει και νεκρούς στο πέρασμά της, θα μάθει γράμματα, θα κάνει άντρες να την ερωτευτούν, θα γίνει μια πρώτης τάξεως επιχειρηματίας και θα σταθεί ανάμεσα στους άντρες σαν όμοιά τους. Θα ερωτευτεί, θα εκδικηθεί και θα την εκδικηθούν. Μέχρι να βρει πού είναι τα όριά της, να βρει αν έχει όρια. Μια γυναίκα τετραπέρατη.
Η ιστορία της Φωτεινής Ναούμ δεν είναι τόσο απλή. Δεν ακολουθεί απλώς την Κομνηνή στα στάδια εξέλιξης της ζωής της. Η ιστορία ακολουθεί τη Θόδωρα, το Θοδωρή και τον Μεχμέτ.
Ακολουθεί τη μπάμπω και κάθε άνθρωπο που θα παίξει ρόλο στη ζωή της Κομνηνής. Η συγγραφέας καταφέρνει να ανάγει σε ηρωίδα, ένα απλό καθημερινό κορίτσι.
Το βιβλίο αυτό Θα μπορούσε να είναι ύμνος στη γυναίκα. Η συγγραφέας με ιδιαίτερη μαεστρία καταφέρνει να προβάλει κάθε πτυχή της γυναικείας φύσης μέσα στο μυθιστόρημα. Την καλή, την κακή, την αδιάφορη, τη σεξουαλική, την ευαίσθητη, τη δυνατή, τη μάνα, την ερωμένη, τη γυναίκα. Συμπάσχεις με την Κομνηνή, τη μισείς, τη συμπαθείς, την αγαπάς και ζεις μαζί της την περιπέτεια μιας ζωής γεμάτης, πολυτάραχης, μιας ζωής μοναδικής όσο κάθε μία γύρω μας. Οι αντρικοί χαρακτήρες δεν είναι δευτερεύοντες, δεν είναι υποστηρικτικοί. Ο καθένας έχει το ρόλο του στην ιστορία της, την οδηγεί σε μονοπάτια που ίσως δεν ήθελε και δεν υπολόγιζε, την ωθεί στα άκρα της με τον δικό του τρόπο, και είναι μία ιστορία από μόνος του. Η Κομνηνή δεν είναι ούτε θύμα, ούτε θύτης τους. Είναι ο επάξιος αντίπαλός τους. Κι ιδιαίτερα στον έρωτα. Εκεί η μάχη δεν κοιτά θηλυκό ή αρσενικό, εκεί η μάχη δίνει ισάξια όπλα και στους δύο, κι όποιος βγει νικητής. Μόνο που η Κομνηνή, μετά από χρόνια θα καταλάβει, ότι σ’ αυτή τη μάχη κι οι δυο βγαίνουν ηττημένοι.
Μέσα από το μυθιστόρημα φωτογραφίζεται η Ελλάδα και η ιστορία της από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά. Η Κομνηνή φαίνεται να ανθίζει μαζί της, να προβληματίζεται και να ακολουθεί τις εξελίξεις της. Το πορτρέτο της Ελλάδας είναι το φόντο που την ακολουθεί παντού, σε κάθε στάδιο της ζωής της. Ανακαλύπτεις μέσα από το μυθιστόρημα απλά πράγματα, ξεχασμένα, και νιώθεις να τα ξέρεις, ότι τα έχεις ζήσει, γιατί η καθημερινότητα της Κομνηνής δεν είναι τόσο μακριά από την καθημερινότητα γύρω μας. Όλο και κάπου έχουμε ακούσει μία ιστορία, έχουμε δει ένα αντικείμενο στο σπίτι των παππούδων.
Το σημαντικότερο όμως σ’ αυτό το μυθιστόρημα είναι η δύναμη. Όχι η δύναμη του πλούτου ή της εξουσίας, αλλά η δύναμη της ψυχής. Η Κομνηνή είναι προικισμένη με αυτή κι η δύναμή της είναι αστείρευτη. Θυμίζει μιαν άλλη Σκάρλετ Ο’ Χάρα που δε συνειδητοποιεί πόσο δυνατό είναι αυτό που έχει μέσα της και πράττει χωρίς λογική, αλλά με το συναίσθημα, με το συμφέρον. Μέχρι που διαπιστώνει ότι έχει ταλαιπωρήσει αρκετά τον εαυτό της, ότι έχει έρθει η ώρα να ξεκουραστεί.
Η Φωτεινή Ναούμ με την απλότητά της ξετυλίγει έναν κόσμο που φαντάζει καινούριος.. Διακοσμεί μέσα από το βλέμμα της, ή το βλέμμα της Κομνηνής, έναν κόσμο που ίσως ξέρουμε, ίσως και να θυμόμαστε, αλλά ποτέ δεν τον έχουμε δει απ’ αυτή την οπτική γωνία. Αυτό είναι και το χάρισμά της. Κάτι απλό καταφέρνει και το ανάγει σε κάτι εξαιρετικό, μοναδικό. Το μυθιστόρημα κυλάει απνευστί. Είναι απολαυστικό και παίζει σαν ταινία στο μυαλό. Μπορείς να δεις την Κομνηνή να χαμογελά πονηρά και τον Μεχμέτ να κάθεται σοβαρός πίσω από το γραφείο του σαν να τους ήξερες πάντα. Απλώς περίμεναν κάποιος να τους φέρει στη ζωή.
Η Κομνηνή ήρθε για να μείνει, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Η Κομνηνή θα φωλιάσει στην καρδιά κάθε αναγνώστη του μυθιστορήματος κι ασυναίσθητα θα γίνει σημείο αναφοράς. Ή μήπως ήταν κι αυτό στα σχέδιά της;