Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1931 και σπάνια την εγκαταλείπει. Δεν ακολούθησε ανώτερες σπουδές. Δοκίμασε να σπουδάσει θέατρο και πέρασε εξίσου άδοξα, από την δημοσιογραφία. Εργάστηκε επί σειρά ετών σε γραφεία, δουλειές άσχετες, που του επέτρεψαν να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Στην διάρκεια της δικτατορίας δικάστηκε από τη Χούντα για το βιβλίο του "Το αρμένισμα"· την ίδια περίοδο έγραψε με άλλους 17 συγγραφείς σ' ένα συλλογικό τόμο με τίτλο "18 κείμενα". Το πρώτο του βιβλίο "Τα μηχανάκια" κυκλοφόρησε το 1962. Θέμα του οι καταπιεσμένοι έφηβοι της εποχής· καταπιεσμένοι και περιθωριακοί είναι σχεδόν όλοι οι ήρωες των βιβλίων του με μόνιμο σκηνικό την Αθήνα. Το 1972 πήρε την υποτροφία RAAD για την πόλη του Βερολίνου. Τιμήθηκε με το πρώτο-μεταχουντικό - Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 1975 για το βιβλίο του "Βιοτεχνία υαλικών". Από το 1982 ασχολείται αποκλειστικά με το γράψιμο. Διετέλεσε στη δεκαετία του '80 μέλος του Δ.Σ. της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Ταινίες για τη τηλεόραση και τον κινηματογράφο έγιναν τα βιβλία του: "Κυρία Κούλα", "Τα καημένα", και η "Φανέλα με το 9". Παράλληλα με τα δικά του βιβλία έχει μεταφράσει στα ελληνικά αρκετά λογοτεχνικά έργα, κυρίως αμερικανικής πεζογραφίας. Έργα του έχουν μεταφραστεί σε πέντε γλώσσες.
«Το κουρείο» απίστευτα ταυτόσημη παραβολή με τις χίμαιρες που κυνηγούν οι ψυχές μας, το φθινόπωρο της ζωής κάποιων αλλοτινά νέων και τώρα απόστρατων και ανενεργών στις μάχες επεκτατισμού περί απολαύσεων ιδιοκτησιακής μακαριότητας. Με όλη τους την κούραση απο την ενάργεια της ρουτίνας και με όπλα που τραυματίζουν βαριά και ανεπανόρθωτα, το μυαλό, τα όνειρα και οι προσδοκίες κρύβονται μέσα στην αστοχία της αλλόκοτης δράσης μας προς την ευτυχία.
Μα γιατί τρέχουν να μας ξεφύγουν, να μας αποφύγουν οι αναζητήσεις μας και οι περιδεείς χαμένες ηδονές μας.
Μια καθηλωτική μικρή ιστορία μελαγχολικής αναμνησιολογίας και περιήγησης, απο αυτές που φέρνουν στην επιφάνεια του Είναι μας ό ,τι χάθηκε παντοτινά, ό,τι θα μπορούσε να εξαντλήσει πόθους, πάθη και αναστολές απο την ακόρεστη όρεξη των αισθήσεων και των παραισθήσεων ιδίως των μοναχικών και απόμακρων ανθρώπων.
Ένας μικρόκοσμος που εκτίθεται στην βιτρίνα του κόσμου, το ντεκόρ του φτιαγμένο, στολισμένο υπερβολικά με φώτα απο καθρέφτες που δεν μπορούν να κρύψουν τον ανίατο χρόνο, την απώλεια της απόλυτης ευτυχίας και την ανεύρεση ειδώλων που θα πεταχτούν απο την παραδοξότητα αλλοτινών εποχών, συνθηκών και διαπροσωπικών σχέσεων και θα παλέψουν με το σπαθί της πραγματικότητας για τις προσωπικές μας φαντασιοκοπίες. Για τις ατομικές ευθύνες που δεν παρθήκαν εγκαιρα και τώρα πια, τώρα οι ενοχές μάς τιμωρούν σκληρά και αδίστακτα. Το ένδοξο κούρειο με τις άψογες περιποιήσεις του και τις εμβληματικές προσωπικότητες απολύτως απαραίτητες για την λειτουργία και την ύπαρξη του. Μια μικρούλα επιχείρηση παροχής υπηρεσιών λειτούργησε ως καθαρτήριο, όταν σήκωνε ρολά άρχιζε η κατάβαση και στο βραδινό κλείσιμο υπήρχε μόνο ο προορισμός προς τις χίλιες κολάσεις οποιαδήποτε ζωής μέσα, έξω, γύρω-γύρω, απέναντι, μακριά και κοντά απο το κατάστημα.
Ο κ. Μενέλαος, η Λίτσα της γειτονιάς που γεννήθηκε ως παρακαταθήκη στα γηρατειά της μαμάς. Η Ευτυχία που περιποιείται τα χέρια των πελατών του κουρείου ίσως για να δεχθεί τις φροντίδες τους με απαλά αγγίγματα και τρυφερά χάδια που θα αξίζει να πληρώσουν κάτι παραπάνω για τις μεταμεσονύκτιες υπηρεσίες κατ’οίκον που προσέφερε η ίδια.
Το μαγαζάκι παραπαίει ανάμεσα στην παλιά χλιδή πελατειακής συρροής και στον ξεπεσμό της παρακμής μπροστά στην εξέλιξη της σύγχρονης ζωής. Μια κάλπικη ευχή έγινε η προσωρινή ευτυχία του Μενέλαου κοντά στην μοιραία γυναίκα που καταπάτησε φεύγοντας τα ξερά φύλλα και τις αρρωστημένες αναπνοές του ανέμου, στα πνευμόνια της μεσόκοπης ωριμότητας ενός άνδρα που θυμήθηκε, ονειρεύτηκε και ευχήθηκε να ζήσει κάτι ανοίκειο και πρόστυχα πρωτόγνωρο, όταν η ζωή ήταν πια μακριά του.
Πόσο γλυκά και συγκινητικά πέφτουν τα φύλλα των τελευταίων φθινοπωρινών χρόνων στις εποχικές ηλικίες που μαραζώνουν με νοσταλγία για τα καλοκαίρια της νιότης.
«Αν θυμάμαι καλά είπα έτσι στ’ αστεία πως μου τάζει πολλά τ’ όνομά σου Ευτυχία μα πολλά δε ζητήσαμε κι έτσι απλά ξεκινήσαμε
Και που λες Ευτυχία ευτυχία δε βρήκαμε λίγα μόνο στοιχεία ευτυχίας χαρήκαμε δε μας πέσαν λαχεία τυχεροί δε σταθήκαμε και που λες Ευτυχία ευτυχία δε βρήκαμε».
Υπέροχα μελαγχολικό. Να προσπαθεί ο ήρωας να αδράξει την Ευτυχία, όνομα της μανικιουρίστριας που τον γοητεύει. Ένα υπέροχο ψυχογράφημα, για αυτές τις ανάγκες, πόθους, ελπίδες που γεννιούνται στα σκοτεινά, θεριεύουν και μας κυριεύουν.
Το καλύτερο βιβλίο του Κουμανταρέα που έχω διαβάσει μέχρι σήμερα. Εκπληκτική περιγραφή της μονότονης ζωής και της καθημερινής ρουτίνας που διακόπτεται από έναν απρόσμενο έρωτα. Εκφραστικοί διάλογοι που σίγουρα θα σε κάνουν να ανατρέξεις σε ανάλογες στιγμές της προσωπικής σου ζωής. Φρεσκότατο και -πάντα- επίκαιρο παρά τα σαράντα του χρόνια.
Θα έλεγα 3,5 αστεράκια αλλά το στρογγυλοποιώ αυθαίρετα προς τα κάτω συγκρίνοντας αυτό με άλλα έργα του ίδιου. Έπεσε παράλληλα και σε μια περίοδο δυσκολίας ανάγνωσης γενικότερα, οπότε με παίδεψε παραπάνω απ'ότι πιθανά σε κάποια άλλη περίοδο. Η ιστορία κινείται γύρω από το Μενέλαο ή Μενέλη, έναν εύπορο νέο άντρα χωρίς κάποια ιδιαίτερη καθημερινότητα. Το βασικό στοιχείο, θα έλεγα, οι σχέσεις που αναπτύσσει, η Λίτσα, ο Τιμόθεος, η Ευτυχία ακόμα και ο Αντώνης, που έχουν ανταλλάξει κάποιες στιχομυθίες στο κουρείο. Πώς ένας άνθρωπος, μια γυναίκα στην προκειμένη περίπτωση, μπορεί να καθορίσει μια ζωή κατά τ' άλλα αδιάφορη, πώς μπορεί να δώσει τόση αξία ώστε μετά να μη σημαίνει και πολλά η ίδια η ζωή. Και μάλιστα εισχωρώντας ξαφνικά και απρόοπτα και αποχωρώντας με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Τι είναι τελικά αυτό που δίνει σημασία στην ανθρώπινη ζωή; Σίγουρα δεν είναι το αριστούργημα αλλά είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί. Ιδιαίτερη σημασία έχει που το βρήκα στο ράφι του πατρικού μου από την πρώτη του έκδοση.
Αν η κατάθλιψη, αν η μελαγχολία, αν αυτό το αντιφατικό συναίσθημα τις Κυριακές τα απογεύματα μπορούσαν να πάρουν μορφή σε βιβλίο, τότε «το κουρείο» θα ήταν αυτό.
Σε κορυφαία επίπεδα από λογοτεχνικής απόψεως. Μια απλή ερωτική ιστορία ενός τύπου που ψάχνει τον εααυτο του και πέφτει στην ερωτική παγίδα μιας μυστηριώδους γκόμενας που κάνει κατ οικον επισκέψεις για ''μανικιούρ''. Κατα τ άλλα γαρνιρισμένο παντου με κομμουνιστικές αυταπάτες. Ο νεαρός που πουλούσε εφημαριδες καποια οργάνωσης που τα φωτεινα του ματια προσβλέπουν σε ενα δίκαιο μέλλον πιο καλό κοντραστ με τον αστικοποιημένο Μενέλη ππυ χει προδώσει τα ιδανικά της εφηβείας του, η αστικοποιήση που θα μας κάνει ανθρωπους θα μας ξεβλαχέψει γιατι βασικα ειμαιστε απλως αγροικοι ινδιανοι της μεσογείου ενω οι νεες γενιες ισως βρουν την ευτυχια στην νεα τσιμεντένια Αθήνα που ακομα τότε βρισκόταν υπο διαμόρφωση...Και άλλα τετοι γλαφυρα και τραγικα διαψευσμενα εχω σημειώσει που δειχνουν οτι ο μακριτης αν και ηταν αριστος μαστορας τ0υ λογου δεν έβλεπε καθολου μακρια. Συγκεκριμενα δεκατρία χρ9νια μετα την έκδοση του κουρειου έπεσε το τειχος και ο νεαρός με τα φωτεινα μάτια έμεινα με την απορια τι πηγε λαθος αφου η θεωρια ηταν σωστή. Οσο δεν για τις νεες γενειες που θα εβρικσα τη ευτυχια στην τσιμεντουπολη το βλέπουμε καθημερινα πόσο ετυχισμενοι ειναι... Κοντολογίς ενα βιβλιο που μεσα απο μια απλη ερωτικη ιστορια αντανακλα την εποχή εκείνη που μολίς ειχαμε βγει απο την δικτατορια και που δεκαπέντε διαφορετικές αριστερες οργανωσεις έδιναν μαχες στα αμφιθέατρα...
Σκοτεινό, αλληγορικό, καταθλιπτικό και ποιητικό. Όχι ο καλύτερος τρόπος να κλείσεις ή να ανοίξεις ένα έτος. Εν πάση περιπτώσει το διάβασα, ευτυχώς ήταν 140 σελίδες μόνο. Μου θύμισε κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας από την Γ’ λυκείου. Καλό για αλλαγή, αλλά δεν είμαι εγώ για τέτοια. Τώρα πίσω στα αστυνομικά μυστήρια. Για να μην παρεξηγηθώ, η γραφή του Κουμανταρέα λόγια και υπέροχη. Αλλά δεν αντέχω άλλη μύγα να βουίζει αμέριμνη στο φόντο. Και ο Α��ζόγλου να πρωταγωνιστούσε, θα είχε τρελαθεί!
Όταν ο Μενέλης, στερημένος από ουσιαστική ευτυχία σε μια ζωή συμβατική και ανιαρή, μπαίνει στο κουρείο και συναντά την Ευτυχία, δεν υποψιάζεται ότι η ζωή του δε θα είναι ποτέ ξανά η ίδια μετά απ'αυτό. Αλλά η ε(Ε)υτυχία δεν μένει ποτέ για πολύ στη ζωή κάποιου...
Οι ήρωες του Κουμανταρέα είναι άνθρωποι που συχνά βιώνουν ακόμα και τις πιο μικρές αμυχές της ζωής ως πληγές βαθιές, επειδή έτσι κάνει ο άνθρωπος ο κλεισμένος στον μικρόκοσμό του. Οι ήρωες του Κουμανταρέα είναι οι διπλανοί μας, είμαστε εγώ κι εσύ, και τους αγαπά ο αναγνώστης επειδή είναι αληθινοί μες στην απλότητά τους.
Συνήθως λέμε πως τα ογκώδη βιβλία διυλίζουν τον κώνωπα... Ωστόσο, όσο διάβαζα αυτό το βιβλίο, σκεφτόμουν το αντίθετο, ότι δηλαδή θα έπρεπε οι σελίδες του να είναι πιο πολλές, ειδικά στο σημείο που κτίζεται το ειδύλλιο των πρωταγωνιστών. Τελικά, στην πορεία υπέθεσα πως ο Κουμανταρέας πιθανόν να έθεσε το ρομάντζο επίτηδες σε τόσο ταχείς ρυθμούς! Άλλωστε, όλα μπορούν να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή. Το πάθος έχει μια δύναμη που μπορεί να σε απελευθερώσει ή να σε συντρίψει. Πάντως μου άρεσε πολύ το φινάλε! Ήταν μια ωραία ιστορία κατά τα άλλα!