Η αδιανόητα σιωπηλή μοίρα, αυτή που αποφασίζει με συνοπτικές διαδικασίες, άγγιξε τον Άρη Νικολάου και τον εκτόξευσε στα ύψη, προικίζοντάς τον με δόξα και χρήμα. Είχε πιστέψει ότι αυτά ήταν αρκετά για να κρύψουν τις πληγές από τα παιδικά του χρόνια, αυτές που είχε πετάξει άτσαλα στο υπόγειο του μυαλού του. . . Τ' άφησε όλα πίσω όταν έγινε σούπερ σταρ και εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο, πρώτο βιολί στη Χέρτα. Κι όταν θέλησε να επιστρέψει στην Αθήνα, κατάλαβε ότι απ' τη γυναίκα του και τα παιδιά του τον χώριζε το χάος της Σαντορίνης. . . Ο εγωισμός του κατέρρευσε, όταν χτύπησε σοβαρά κι έχασε το νεφρό του. Έπρεπε κάποιος να τον σώσει.. Κι εκεί ήρθε ραγδαία το παρελθόν του για να τον στηρίξει, καταρρακώνοντάς τον. (. . .) Δεν τον μαλάκωσε ούτε το νεφρό που του δώρισαν (. . .). Συνέχισε να ακροβατεί σε τεντωμένο και φθαρμένο σκοινί, μπλέκοντας σε αδιέξοδες καταστάσεις. (. . .) Μια συναρπαστική ιστορία που κόβει την ανάσα κι αιχμαλωτίζει όλες τις αισθήσεις, μια σκληρή ηθογραφία γροθιά στο στομάχι.
Ο Μένιος Σακελλαρόπουλος γεννήθηκε ανήσυχος, ήρεμο Σεπτέμβρη, απέναντι από μια θάλασσα, που του πέρασε τα κύματά της στο κεφάλι. Από πολύ μικρός ήθελε να πετάξει. Τα κατάφερε γρήγορα, όταν άνοιξε τα χέρια του σαν πουλί κι απογειώθηκε από την ταράτσα του σπιτιού του, σκάζοντας με το κεφάλι στο πεζούλι. Έσπασαν και τα δύο... Από παιδάκι είχε μανία με τα σπορ, δραπετεύοντας για χάρη τους από το σπίτι. Σε κάποια από τις αποδράσεις του, τρύπωσε στο γήπεδο της Λεωφόρου και μαγεύτηκε για πάντα. Του άρεσε πάντα να παίζει με τις λέξεις, να τις ζωγραφίζει. Ήταν η τέχνη του. Μ αυτήν έμαθε να πορεύεται. Και πριν τελειώσει το Λύκειο, τις δύσκολες μέρες του 1979, βρέθηκε στην εφημερίδα "Φως", για να προκαλέσει την αδιανόητα σιωπηλή και αναπάντεχα εμφανιζόμενη τύχη. Κι ακόμα την προκαλεί, στο ίδιο μετερίζι. Ο πατέρας του ονειρευόταν να τον δει εισαγγελέα. Μπήκε στη Νομική Θράκης, κι ανεβοκατέβαινε πέντε χρόνια για να δουλεύει στις εφημερίδες. Είχε αποφασίσει τι θέλει στη ζωή του. Τη μαγική μυρωδιά του πιεστηρίου, αυτή που τον γοήτευε αφάνταστα. Πέρασε ένα μικρό φεγγάρι στη "Βραδυνή", κι από το 1983 και για 12 χρόνια, ως το 1944, εργάστηκε στο "΄Εθνος" και τις "Εικόνες". Το 1992 μοίρα καλή τον οδήγησε στο MEGA (όπου παραμένει ακόμα), για να κάνει τρελή εικόνα τα κείμενά του. Γνώρισε ακόμα τη μαγεία των ερτζιανών (ΕΡΑ, Sport FM) και το ιλουστρασιόν των περιοδικών (Active, Τριφύλλι), ενώ τα τελευταία τέσσερα χρόνια είχε την τύχη να πει τις ιστορίες του σε σπουδαστές (ΙΕΚ Ακμή). Συνεχίζει να γράφει και να μοντάρει, να χαμογελάει και να σαρκάζει, να ταξιδεύει και να ονειρεύεται...
Εύκολοδιάβαστο χωρίς να φλυαρεί και να κουράζει. Πιάνει δυνατά το συναίσθημα των χαρακτήρων και εκεί που θέλει να συγκινήσει αλλά και να θυμώσει το καταφέρνει. Αξίζει να το διαβάσετε.
Παρότι δεν είναι το αγαπημένο μου πιάτο (μυστήριο,αγωνία,περιπλοκές και τα τοιαύτα) λέω με βεβαιότητα ότι με συνεπαίρνει,το απολαμβάνω,με τσιτώνει,με συγκινεί,με αναστατώνει. Είναι πραγματικά μια σκληρή ηθογραφία γροθιά στο στομάχι όπως λέει στο οπισθόφυλλο. Που μας προσφέρεται με τέτοια αμεσότητα που σοκάρει. Ο Μένιος έχει τέτοιο στυλ γραφής που νιώθω από τη μια ότι πραγματικά μιλώ την ίδια γλώσα,ότι πίνουμε μπύρες μαζί,από την άλλη-συγκρίνοντας τον δικό μου γραπτό λόγο με το δικό του- με κάνει να νομίζω ότι είμαι άνθρωπος των σπηλαίων που συνεννοούμαι με κραυγές!
Μένιο,συγχαρητήρια από καρδιάς. Θα συνεχίσω να σε διαβάζω,συνέχιζε να γράφεις.